Μία ημέρα, λοιπόν, στην μακρινή ανατολή, ένας ζητιάνος μπήκε απαρατήρητος στο παλάτι του βασιλιά και κάθισε στο τραπέζι όπου ήταν μαζεμένοι για το μεσημεριανό γεύμα ο βασιλιάς και οι αυλικοί του. Επειδή ο άνθρωπός μας κάθισε σαν να ήταν ένας από αυτούς, ουδείς τόλμησε να τον ρωτήσει ποιος ήταν και από πού αντλούσε το δικαίωμα να καθίσει σε εκείνο το τραπέζι.
Μέχρι που τον πρόσεξε ο βασιλιάς και τον ρώτησε ποιος ήταν. Αν ήξερε που βρισκότανε και αν ήταν κάποιος παράξενος σοφός, σαν κι εκείνους που από καιρό σε καιρό επισκεπτόντουσαν το παλάτι για να ανταλλάξουν την σοφία τους με λίγα χρυσά νομίσματα ή ακόμη χειρότερα με ένα πιάτο φαί.
-Όχι βασιλιά μου. Είμαι ανώτερος από τους σοφούς που αναφέρεις
– Ανώτεροι είναι μόνο οι αυλικοί μου, με τους οποίους κάθεσαι τώρα στο ίδιο τραπέζι μαζί τους.
-Είμαι ανώτερος από τους αυλικούς σου, βασιλιά μου.
– Ανώτερος; Ανώτερός τους είμαι μόνο εγώ.
– Είμαι ανώτερος κι από εσένα.
– Ανώτερος από εμένα είναι μόνο ο Θεός.
– Κι από τον Θεό είναι ανώτερος.
– Τι λες βλάσφημε. Δεν υπάρχει ανώτερος από τον Θεό. Δεν υπάρχει τίποτα πάνω από τον Θεό!
– Αυτό είμαι βασιλιά μου. Αυτό το τίποτα…
Ο ζητιάνος μας πήγε στο παλάτι ενός άλλου βασιλιά και ζητούσε επίμονα να μπει μέσα, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για Καραβάν Σαράι κι όχι για την κατοικία του βασιλιά. Ήταν τόσο μεγάλος ο σαματάς που ο βασιλιάς αναγκάστηκε να κατέβει στην είσοδο.
– Τι φωνάζεις άνθρωπέ μου; Εδώ είναι το παλάτι, το σπίτι μου και όχι Καραβάν Σαράι.
– Ποιος έμενε πριν από εσένα βασιλιά μου;
– Ο πατέρας μου.
– Και πριν από τον πατέρα σου;
– Ο παππούς μου.
– Και πριν τον παππού σου;
– Ο πατέρας του παππού μου.
– Βλέπεις, λοιπόν, βασιλιά μου; Κόσμος πάει και έρχεται. Καραβάν Σαράι είναι…
