Γ. Σεφέρης

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνά
που ἔχουν σκεπή τὸ χαμηλό οὐρανό μέρα καὶ νύχτα.
Δέν ἐχουμε ποτάμια, δέν ἔχουμε πηγάδια δέν ἔχουμε πηγές –
μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι αὐτές που ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε.
(Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας
ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος με τὰ σώματά μας.)

Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε
τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.
Κ’ οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα
γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴν ψυχή μας.
Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν
οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια
τὴν Κυριακή σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε
βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στο ἡλιόγερμα
σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν
σώματα ποὺ δέν ξέρουν πιά πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν.

Γ. Σεφέρης “Μυθιστόρημα”