
Ευάγγελος Γ. Σπύρου, 27/1/2021 -nextdeal
«Όταν η ζωή σου δίνει λεμόνια, φτιάχνεις λεμονάδα» και στους επαίνους να είσαι σεμνός!
Έβλεπα ένα έργο στην τηλεόραση και σε μια σκηνή, ένας από τους πρωταγωνιστές βρέθηκε να έχει βαρύ πρόβλημα υγείας. Τον έπιασε ένας ισχυρός βήχας, είχε και μεγάλη ηλικία, ήταν επίμονος, ένας βήχας δυνατός, επαναλαμβανόμενος. Ο γιατρός που τον εξέτασε διέγνωσε κάτι σοβαρό και τον έστειλε για γενικές εξετάσεις και ακτινογραφία. Η γυναίκα του ανησύχησε και βλέποντας ότι φοβάται να πάει για τα αποτελέσματα, του θύμισε κάτι που έγραψε κάποιος Αμερικανός συγγραφέας: «Όταν η ζωή σου δίνει λεμόνια, φτιάχνεις λεμονάδα!» «Πάμε στο γιατρό», του είπε. Πήγαν και η ακτινογραφία έδειξε καρκίνο. Άλλωστε, είχαν προηγηθεί κάτι αιματοπτύσεις. «Αν γίνεται, θα αφαιρέσω τον ένα πνεύμονα, για να ζήσω με τον άλλο!» της είπε. Τον κοίταξε αυτή με καλοσύνη και ενθάρρυνση, λέγοντάς του: «Έχουμε λεμόνια, άντε να φτιάξουμε λεμονάδα!» Προχωράμε, να προσαρμοστούμε στη νέα κατάσταση και θα τα καταφέρουμε! Άραγε πόσες φορές κάνει το ίδιο η άδικη μοίρα για πολλούς…
Πέρασαν τα Χριστούγεννα 2020 και η Πρωτοχρονιά 2021 και πάνω από τα σπίτια, σε πόλεις και χωριά, σαν μαύρο γεράκι η σκιά του κορωνοϊού, τριγυρνά να αρπάξει στις ήσυχες αυλές κάποιων, τα κλωσσόπουλα, τους ανθρώπους που τσιμπολογούν ανέμελα τα σπόρια της ζωής τους… Αρκετοί κάθε μέρα, μόνοι, ανήμποροι, μέσα σε θανατερή σιωπή, φεύγουν για τον άλλο κόσμο και άλλοι αγκομαχάνε σε προκαταδικασμένες μάχες, με έναν ύπουλο εχθρό, τυλιγμένοι σε προστατευτικές μάσκες και νάυλον στολές, άγνωστοι, απρόσωποι, άκλαυτοι, αλιβάνιστοι, χωρίς μεταλαβιά, χωρίς ένα συγγενικό χάδι ή βλέμμα των αγαπημένων τους.
Είναι πολλά τα πρωινά του Δεκεμβρίου – Ιανουαρίου, που ξυπνάω και είναι μέσα σε βροχερά μαύρα και γκρι σύννεφα, η Πάρνηθα, που βλέπω από το μπροστινό παράθυρό μου και η Πεντέλη πιο κοντά μου, πίσω από το βορινό παράθυρο. Πάει καιρός που κάποιες ανατολές λαμπάδιαζαν και μου θάμπωναν τα μάτια, δυο-τρία παράθυρα καθώς έβγαινε ο ήλιος και καθρέφτιζε κάποια σπίτια στους Θρακομακεδόνες, στις ανηφόρες προς το καζίνο της Πάρνηθας και κάποια κτίρια της αεροπορίας καλωσόριζαν λες τον ρόδινο ήλιο, που ανέβαινε από της Πεντέλης τα βουνά, κοροϊδεύοντας με τις λάμψεις τους ξενυχτισμένους Αθηναίους, που σκεπασμένοι στις κουβέρτες της ανίας, κοιμόνταν ακόμη, στη σιωπή της λύπης για τις μέρες που έχασαν και δεν θα ξαναρθούν…
Θυμήθηκα ένα πρωί, σε κάποιο νοσοκομείο, που δεν είχα κοιμηθεί εξαιτίας κάποιου χειρουργείου που ήταν να γίνει σε συγγενικό μου πρόσωπο. Καθισμένος σε μια άκρη, με έναν καφέ στο δεξί χέρι, έβλεπα και άκουγα το αργό χασμουρητό αυτών που ξύπνησαν και μουδιασμένοι ξεκινούσαν την μέρα… Από μακριά, ένα βουητό μαρτυρούσε πως σαν φίδι τα αυτοκίνητα σέρνονταν αργά-αργά στη μεγάλη λεωφόρο Κηφισίας και αυτοί που ήταν μέσα στα αυτοκίνητα ή στα λεωφορεία της γραμμής, ούτε που έπαιρναν είδηση τί γινόταν με τις ζωές κάποιων μπροστά στα χειρουργεία, αλλά ούτε και τους ένοιαζε, τραβώντας το δρόμο της ζωής τους.
Όμως κάποιοι -και ήταν πολλοί- «έστιβαν τα λεμόνια που τους έδωσε η ζωή, να κάνουν τη λεμονάδα τους…». Έτυχε κι εγώ να βρεθώ κάποτε σε μια ΜΕΘ και χαράματα ξύπνησα από τις φωνές μιας γυναίκας που είχε κάνει μαστεκτομή: «Φέρτε μου το γιατρό! Με κορόιδεψε! Δεν ήθελα να το κάνει! Γιατί Θεέ μου σε μένα; Τι σου έκανα;» Δυο κρεβάτια πιο δίπλα μου, ήταν ένας γεράκος, άγνωστο γιατί ήταν εκεί. Αν και με εμπόδιζε η μάσκα οξυγόνου, γύρισα να δω. Μια νοσοκόμα σκυμμένη πάνω του, του κρατούσε το χέρι, λέγοντας γλυκά και ήρεμα: «Κύριε Γιώργο, θα μου μιλήσεις; Άνοιξε τα μάτια σου λίγο… Με ακούς;… Μα χθες μου μίλησες… Κύριε Γιώργο… Έλα, κύριε Γιώργο!» Γυρίζοντας στο γιατρό που μόλις είχε μπει, του λέει ότι δεν της μιλά… Σχετικά η πίεση είναι καλή, αλλά δεν μιλάει… Είναι σε λήθαργο… Ο γιατρός συνέχισε στον επόμενο άρρωστο. Έξω από τα παράθυρο, δυο πουλάκια πετούσαν στα κλαδιά μιας λεύκας. Πετούσαν και κελαηδούσαν χωρίς να νοιάζονται για μεταφυσικά προβλήματα, για το τι είπε ο Αριστοτέλης «περί ψυχής», ούτε για τα έξοδα νοσηλείας σε ΜΕΘ και Χειρουργεία, ούτε για τα προσωρινά, ούτε για τα αιώνια. Όμως η Κυρά Βούλα χθες φιλοσοφούσε στην καφετέρια του νοσοκομείου, όταν ήρθε και έκατσε δίπλα μου πριν το χειρουργείο μου, να καπνίσει ένα τσιγαράκι και να μου πει τον πόνο της. «Να κάτσω, παλικάρι μου, γιατί δεν βρίσκω θέση. Σε πειράζει;» «Κάθισε, κι εγώ παρέα θέλω». Έπιασε τον καφέ με το χέρι που είχε την «πεταλούδα» για την αιμοληψία. «Είναι περαστικό αυτό που έχεις γιόκα μου; Θα περάσουν όλα και θα ξεχαστούν. Εμένα τα βάσανά μου τελειωμό δεν έχουν… Εξετάσεις, θεραπείες και λένε το ψάχνουνε… Δεν βρίσκουνε κάτι, αλλά θα κάνουμε συμπληρωματικές… Τι θα ψάξετε και με τρυπάτε; Και τα έξοδα; Άσε, να μην πέσεις σε γιατρούς. Ά, ρε τι ωραία το ‘πε ο Καζαντζίδης: «ο φτωχός μάνα, καλύτερα να μη γεννιέται!» ναι, παλικάρι μου, «σε τούτο τον παλιόκοσμο όταν δεν έχεις χρήμα, είσαι θαμμένος ζωντανός, μες στης ζωής το μνήμα».
Στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα, στον Ευαγγελισμό, στον Άγιο Σάββα, στο Ιπποκράτειο, στο Μεταξά στον Πειραιά, στο Τζάνειο, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στο Ηράκλειο, στην Πάτρα, στα Γιάννενα και σε όλη την Ελλάδα «κάνουν λεμονάδες»! Χιλιάδες άτυχοι με καρδιοπάθειες, με καρκίνους, με νεφρά, με εγκεφαλικά, με… με… τόσα βάσανα. Φτύνουν πίκρα και μελαγχολία και στάζουν θλίψη τα μάτια τους, τόσων αρρώστων, αλλά και των συγγενών τους και συνοδών μανάδων, συζύγων, αδελφών, πατεράδων, γιων… Τι Χριστούγεννα και τι Πρωτοχρονιά έκαναν τόσοι συνάνθρωποί μας σε θαλάμους νοσοκομείων και έξω από χειρουργεία και ΜΕΘ και σε διαδρόμους, όλη τη νύχτα ή σε μια ξύλινη καρέκλα δίπλα στον άρρωστο! Βουβές ώρες και στιγμές, άλλοι μόνοι, άλλοι κρατώντας κάποιο χέρι, άλλοι κοιτώντας τ’ αστέρια της νύχτας μ’ ένα τσιγάρο κι έναν καφέ.
Τους σκέπτομαι όλους αυτούς και χαμογελώ για λίγο, μέχρι να με πιάσουν τα νεύρα με αυτούς τους φίλους που γκρινιάζουν λόγω κορωνοϊού για ένα πάρτι, ένα ποτό, μια συνάντηση κρυφή ή φανερή, για ένα ταξίδι, μια σύναξη για χαρτοπαιξία… Ξεχνάει ο άνθρωπος γρήγορα πως η ζωή έχει δύο όψεις και πως η άμαξα έχει δύο άλογα, ένα άσπρο κι ένα μαύρο, όπως τραγουδάει ο Μπιθικώτσης.
Θυμάμαι τους πονεμένους και μου έρχεται να ρίξω μια «μπουνιά» σε κάτι λίγους ψευτόμαγκες και στην Ασφαλιστική Αγορά, που αγνοούν το έργο ασφάλισης προστασίας και τρέχουν ν’ αρπάξουν τη δουλειά συναδέλφου τους ή να ακυρώσουν συμβόλαια ισόβια (δυστυχώς κάποια στελέχη εταιριών ψάχνουν πώς να απαλλαγούν από αυτά τα συμβόλαια) ή να πουλήσουν αποταμιευτικά σε αυτούς που είναι «ξεκρέμαστοι» στη ζωή και δεν έχουν πού να ακουμπήσουν τον «κουμπαρά» συμβολαίων, που όπως και πριν, πολλά «χάνονται» σε αλλαγές και «προϋπάρχουσες» και ακυρώσεις μετά την επιτυχία ταξιδιού του ασφαλιστή τους (που πήρε bonus να τα ακυρώσει και να γράψει παραγωγή για κύπελλο και βράβευση και γνωρίζουμε πολλούς τέτοιους απατεώνες). Με μουσική «Μπετόβεν» παίρνουν κύπελλα παραγωγής και φωτογραφίζονται με καμάρι και ύφος, λες και πήραν Νόμπελ για την έρευνα που έκαναν πάνω σε αρρώστιες! Τι έκανες ρε μάγκα «κουστουμάτε» και μας ζαλίζεις με τόση φασαρία; Κάντο πιο σεμνά, καημένε!
Τι διατηρησιμότητα έχει η Ασφαλιστική Αγορά σε χαρτοφυλάκια; Τι διατηρησιμότητα σε επαγγελματίες; Τι διατηρησιμότητα σε Αμοιβαία; Ποιοι είναι οι μέσοι όροι εδώ και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες; Ποιος είναι ο μέσος όρος ασφάλισης σε σπίτια και καταστήματα; Ποιος είναι ο μέσος όρος κάλυψης οικογενειών; Άντε ρε, μαζευτείτε κάποιοι και τρέξτε να εξοφλήσετε τα συμβόλαια που δεν πληρώσατε ακόμα στον Όμιλο ΑΣΠΙΣ 10 χρόνια μετά, στη ΔΙΕΘΝΗ ΕΝΩΣΗ, στην ΕΟΣ, στην COMMERCIAL VALUE και άλλες… 50 εταιρείες! Αφήστε τα περί νέου Management και New Agency και την ψηφιακή σας μετεξέλιξη! Σας βλέπω μερικούς να σας δίνουν διπλώματα που δεν αξίζετε και αηδιάζω. Αντί να κρυφτείτε, κάνετε παραγοντισμό. Έχει πολλά παράπονα ο κόσμος έξω κι εσείς… στον κόσμο σας! Ευτυχώς υπάρχει μεγάλη μερίδα απέναντί σας σεμνών και ευυπόληπτων και επαγγελματιών διαμεσολαβούντων.
Η πανδημία συνεχίζεται, αλλά και τα βογγητά των καρκινοπαθών και των γερόντων με άνοια και εγκεφαλικά και των γυναικών με μαστεκτομές και των καρδιοπαθών που χάπι-χάπι, καθημερινά μετράνε τις μέρες παράτασης της ζωής και αναβολής θανάτου, των νεφροπαθών, των ανθρώπων θυρεοειδούς, των αναπήρων από τροχαία, των ανθρώπων στα καροτσάκια, με πατερίτσες ή όχι, των ηλικιωμένων με τα «πι». Βλέπω πολλά «λεμόνια» στα χέρια και σακούλες συγγενών, που με τους αγαπημένους τους κάνουν «λεμονάδες» δίπλα μας. Πληθαίνουν οι αναστεναγμοί με ένα «Γιατί Θεέ μου σε μένα;» αλλά οι στατιστικές είναι εκεί για να κάνουν «κάτι» όσοι και όσο μπορούν, σε συνεργασία με τα Ασφαλιστικά Ταμεία και τις Ασφαλιστικές Εταιρείες.
