Το τελευταίο πανηγύρι ή Απολείπειν ο θεός Αντώνιον..

-Η Αγία Μονή, μια παμπάλαια εκκλησία, αλειτούργητη εδώ και σαράντα πέντε χρόνια, στο βυθό της τεχνητής λίμνης του Μόρνου στον κάμπο του χωριού Κόκκινος (Λούτσοβος), δίπλα στις όχθες του ποταμού ακριβώς απέναντι από το Αβορόρεμα. Γιόρταζε κάθε χρόνο στις είκοσι τρεις Αυγούστου.-

Το παρακάτω κείμενο είναι ένα απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο: “θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις “.

 

……Η Αγία Μονή είναι ακριβώς μπροστά μας στα περίπου εξακόσια μέτρα, δεν φαίνεται από το πτηνοτροφείο του Μήτσου γιατί κρύβεται πίσω από την απόληξη ενός μικρού πυκνόφυτου γεώλοφου, που ξεκινά λίγο ψηλότερα από τα βορειοανατολικά, παράλληλα σχεδόν του αμαξιτού δρόμου Λιδωρικίου – Ναυπάκτου.
Αυτός ο λόφος φέρει το όνομα Λίθος γιατί ενώ όλη η έκταση του είναι χωμάτινη στο κέντρο του και λίγο πιο ψηλά υπάρχει ένας μεγάλος λίθος που φαίνεται από όλη σχεδόν την κοιλάδα του Μόρνου. Ποιος φύτεψε αυτό το λιθάρι εκεί είναι άγνωστο, είναι από αυτά τα περίεργα της φύσης που οι άνθρωποι αδυνατούν να εξηγήσουν και προσφεύγουν στους μύθους. Μπορεί να είναι κάποιο απομεινάρι της μεγάλης Τιτανομαχίας, της μάχης δηλαδή, μεταξύ των Τιτάνων και των Ολύμπιων θεών, ποιος να ξέρει; Ίσως να είναι κάποια λοξοδρομημένη πέτρινη ρουκέτα που οι Τιτάνες έστελναν ενάντια στον Δία… Συμβαίνει και στις μέρες μας με τα πυραυλοκίνητα βλήματα..

Κοντά στο λίθο υπήρχε ένα μεγαλούτσικο ξέφωτο όπου ο Χαράλαμπος είχε κάποια λιγοστά χωράφια και μια καλύβα με ένα στάβλο-μανδρί για τις ανάγκες του μικρού κοπαδιού αιγοπροβάτων που είχε. Ο Χαράλαμπος είχε καταγωγή από το απέναντι χωριό, τον Άβορο και ήταν σώγαμπρος στο Λούτσοβο. Πολυφαμελίτης και πολύ καλός άνθρωπος, με μια υπέροχη οικογένεια και λογιζόταν, παρόλο που ήταν στις παρυφές του κάμπου, μέλος της μικρής κοινότητας της κοιλάδας. Με τον παππού μου είχαν πολύ καλές σχέσεις και αρκετά συχνά τα έλεγαν όταν συναντιόντουσαν στα ξέφωτα των λόγκων με τα κοπάδια τους.
Σε κάποιες συζητήσεις ήμουν παρόν και τις θυμάμαι με νοσταλγία, και τι δεν κουβέντιαζαν: ιστορίες του πολέμου, ιστορίες της Αμερικής, ιστορίες από την κατοχή, από το αντάρτικο, για την ζωή ανθρώπων που δεν ζούσαν αλλά είχαν αφήσει έντονο το αποτύπωμα τους.

Άκουγα και δεν χόρταινε τις ωραίες αφηγήσεις και η φαντασία μου με ταξίδευε σε χρόνους αλλοτινούς και σε μέρη μακρινά…
«Φθάσαμε» ακούγεται η φωνή του Ματσόλα και μου διέκοψε τη αναπόληση μου στου Χαράλαμπου τα χρόνια και τα μέρη.
Μπροστά μας και δεξιά στο πλάτωμα ενός μικρού λόφου ξεχωρίζει η σκεπή της εκκλησίας και παραδίπλα μέσα από δυο τρεις βελανιδιές κάποιοι μισογκρεμισμένοι τοίχοι – ερείπια.

Βγαίνουμε από τον δρόμο και παίρνουμε το ανηφορικό μονοπάτι και σε πέντε λεπτά φθάνουμε στο πλάτωμα και το πρώτο, που αντικρίζουμε είναι μερικές παλιές κολόνες και δυο μισογκρεμισμένοι τοίχοι. Στο βάθος προς τα βόρεια είναι κτισμένη μια μικρή εκκλησία και σε όλο το χώρο είναι διάσπαρτες παλιές πελεκημένες πέτρες και σπασμένες μαρμάρινες και λίθινες κολόνες.
Ανοίξαμε την πόρτα της εκκλησίας, το δάπεδο ήταν χωμάτινο και λίγο χαμηλότερα, σχεδόν ένα σκαλί, από την βάση της πόρτας. Οι τοίχοι με πέτρες και άλλα υλικά κυρίως κεραμικά, προερχόμενα μάλλον από παλιότερα οικοδομήματα, χαμηλοτάβανη και με ένα λιτό τέμπλο με λίγες παμπάλαιες εικόνες.
Παρ ’όλη την έλλειψη πλούσιου διάκοσμου και φανταχτερών εκκλησιαστικών κειμηλίων, ο χώρος εκπέμπει μια γαλήνη, που ηρεμεί την ψυχή των προσκυνητών. Αυτή την ηρεμία και την γαλήνη την αισθάνεσαι και στο εξωτερικό περίβολο.
Προσκυνήσαμε τις παμπάλαιες εικόνες και θελήσαμε να ανάψουμε ένα κερί και τα δυο καντήλια που κρεμόντουσαν στα αριστερά και δεξιά του τέμπλου, αλλά δυστυχώς δεν είχαμε φωτιά, το κουτί με τα σπίρτα ήταν άδειο.. αφήσαμε οφειλόμενα από το τελευταίο προσκύνημα, το κεράκι ακόμη το χρωστάμε στην Παναγιά μας, την προστάτιδα της Κοιλάδας. Τα νερά της λίμνης δεν επιτρέπουν πλέον την διαγραφή της οφειλής.

Βγήκαμε έξω και καθίσαμε στις αρχαίες πέτρες, που ήσαν κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά. Από εδώ βλέπαμε όλη σχεδόν την κοιλάδα. Αγναντεύαμε την κοίτη του ποταμιού, που αυτή την εποχή είχε λιγοστό νερό, από ψηλά από το Στενό και το Κάστρο του Βελούχοβου μέχρι την συμβολή του με το Αβορόρεμα.

«Ελάτε εδώ», μας φωνάζει ο Κώστας,«αυτή η μαρμάρινη πλάκα έχει κάποια επιγραφή στα λατινικά».
Πήγαμε κοντά και είδαμε πράγματι την λατινική επιγραφή.
«Να και αυτή εδώ η κολόνα έχει λατινικά, ακούμε τον Νίκο, που έψαχνε μέσα σε κάποια χαλάσματα που έμοιαζαν με ιερό εκκλησίας».
«Τόσα χρόνια ερχόμασταν εδώ στο πανηγύρι στις 23 Αυγούστου και ποτέ δεν είχαμε προσέξει τις λατινικές επιγραφές,» μας λέει ο Ματσόλα.
Στο πανηγύρι μόνο επιγραφές δεν κοιτάζαμε, είχε τόσα αλλά ενδιαφέροντα..
«Εγώ θυμάμαι πριν πέντε έξι χρόνια ήλθε στο Χάνι κάποιος που μας είπε πως είναι αρχαιολόγος ή κάτι τέτοιο και ζήτησε να του ετοιμάσουμε κάτι για φαγητό».
Πιάσανε την κουβέντα με τον πατέρα μου και έλεγε πως καταγράφει παλιά μοναστήρια και ότι είχε έλθει και εδώ στην Αγία Μονή. Επίσης, είπε πως όταν η περιοχή είχε κατακτηθεί από τους Ενετούς ή τους Φράγκους, εδώ λειτουργούσε καθολικό μοναστήρι.

«Έτσι εξηγείται Κώστα, γιατί υπάρχουν οι λατινικές επιγραφές», του απαντώ.
«Αλλά βλέπεις αυτές τις κολόνες; Δεν μοιάζουν με κολόνες δωρικού ρυθμού, κοίταξε πόσο λιτό είναι το κιονόκρανο. Ο δωρικός ρυθμός διακρίνεται για την αυστηρή γραμμή και την έλλειψη περίτεχνων διακοσμήσεων, αυτά δεν μάθαμε από τη φιλόλογο μας την κυρία Χριστοπούλου στο γυμνάσιο;»

«Πράγματι μοιάζει», συμφώνησαν και οι υπόλοιποι.

Ποιος να ξέρει; μπορεί να προϋπήρχε και αρχαίος ναός…

«Γεια σας ρε παιδιά τι κάνατε εδώ;» Ήταν ο Θεμιστοκλής, που όλοι τον ξέραμε ως Μούστο.
Ο Μούστος ήταν ο ακρίτας της κοιλάδας. Είχε ένα μεγάλο κοπάδι αιγοπροβάτων και η βάση του ήταν το τέλος της κοιλάδας στη θέση Μαυρονέρι, εκεί που θα ανυψωνόταν το φράγμα για να γίνει η λίμνη.
«Φεύγουμε μεθαύριο για την Αθήνα και ήλθαμε να προσκυνήσουμε για τελευταία φορά», του απαντώ.
«Ναι το ξέρω. Ακόμη δεν ξεκίνησαν τα έργα και άρχισαν οι αποχωρήσεις. Και εγώ πρέπει να φύγω.
Χθες ήλθαν κάποια μηχανήματα στο Μαυρονέρι, πολύ κοντά στην ταράτσα, που έχω το μαντρί. Ήταν μεσημέρι και είχα ξαπλώσει στην μεγάλη αριά όταν με ξύπνησαν κάτι περίεργοι θόρυβοι και τα γαυγίσματα των σκυλιών, ήταν δυο μεγάλοι γερανοί και μια μεγάλη μπουλντόζα. Σταμάτησαν κοντά στην γέφυρα εκεί που είναι η πηγή, εκεί κοντά θα φτιαχτεί το φράγμα».
«Να δω που θα πάω με τα ζωντανά μέχρι να τα πουλήσω. Τελείωσε το Μαυρονέρι για μένα…»
Το κοπάδι του μπάρμπα Μούστου κατηφόρισε προς την πλευρά του ποταμιού με τα σκυλιά να γαβγίζουν κάποια ξεκομμένα ζωντανά, για να πάνε μαζί με τα άλλα.
«Άντε παιδιά να σας χαιρετίσω και να πείτε στην Ευθυμία να μην μας ξεχάσει τώρα που θα γίνει πρωτευουσιάνα». Η Ευθυμία, η μητέρα μου, ήταν πρώτη ξαδέλφη του Θεμιστοκλή.

«Παιδιά εγώ πείνασα και θέλω και μια ώρα μέχρι να φθάσω στο Χάνι, δεν είναι καιρός να γυρίσουμε;»
Αμέσως συμφώνησαν και οι υπόλοιποι. Εγώ ήθελα να μείνω λίγο ακόμη και έτσι δεν τους ακολούθησα και παρέμεινα μόνος καθισμένος σε μια πεσμένη κολόνα στο άκρο του πλατώματος απολαμβάνοντας την όμορφη θέα.

Έβλεπα κάποιες εικόνες, που νόμιζα ότι πρώτη φορά τις αντίκριζα. Μπορεί να ήταν και η σκέψη μου που μου έλεγε: τελευταία σου ευκαιρία,παρατήρησε καλύτερα και κατέγραψε τα πάντα, αύριο δεν θα υπάρχουν… ενώ παλιότερα δεν υπήρχε τέτοια απειλή, τα μάτια έβλεπαν, αλλά το μυαλό δεν κατέγραφε,το ανέβαλλε για αργότερα και αύριο εδώ θα είναι, έχουμε καιρό να εμβαθύνουμε και να αποτυπώσουμε… τώρα όμως άλλαξαν τα πράγματα δεν υπάρχει αύριο…

Έβλεπα με έκπληξη την ομορφιά του μικρού κάμπου ακριβώς απέναντι μου με τις αναβαθμίδες και περιτριγυρισμένου με μια πλούσια συστάδα πλάτανων στην συμβολή του Αβορορέματος με τον Μόρνο.

Α να και το άλλο, τι ομορφιά εκπέμπει!πως δεν το είχα προσέξει τόσο καιρό; Μονολογούσα. Αυτός ο μικρός ο γήλοφος σε σχήμα αβγού ακριβώς κάτω από το Σεβεδίκο, και το μεγάλο ρέμα που έρχεται από ψηλά από τον Πύρνο να τρέχει περιμετρικά και να το κυκλώνει στην βάση του και να φεύγει μετά προς το ποτάμι, δίνοντας την αίσθηση ενός μικρονησιού.

Πρέπει να είχε περάσει κανένα μισάωρο, που στεκόμουν σαν εκστασιασμένος, εκεί στην αρχαία κολόνα, και κατέγραφα εικόνες οικείες αλλά και εικόνες πρωτοφανέρωτες, όταν ο θόρυβος του λεωφορείου του ΚΤΕΛ με επανέφερε στην πραγματικότητα.

Σε αυτό το μισάωρο μου φάνηκε πως άκουσα την απόλυση της Λειτουργίας και το δι΄ευχών από τον παπά Δημήτρη και αμέσως μετά ένα ανθρώπινο βουητό από ευχές για την μεγάλη γιορτή της Παναγίας. Άκουσα καθαρά το: να ήσαν τα νιάτα δυο φορές, τραγούδι πρόκριμα για να ξεκινήσει ο χορός από τους μεγαλύτερους και τελευταίο, ο ήλιος βασιλεύει και η μέρα σώνεται, με τον γλυκύτατο ήχο του κλαρίνου και του νταουλιού τον ξεσηκωτικό ρυθμό. Κατόπιν απόλυτη σιγή και μετά μια εξαίσια μουσική συνοδευόμενη από μια ανθρώπινη οχλοβοή με θύμισες από θίασο δαιμονικής συνέργιας που οι κάτοικοι του κάμπου πίστευαν, παραδόξως δεν μου προκάλεσε φόβο αλλά ήλθε στο νου μου το: Απολείπειν ο θεός Αντώνιον, το καλύτερο για μένα ποίημα του Καβάφη,

Σαν έξαφνα, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές
μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια πού φεύγει.

Ναι, και εφάνη έξαφνα, ο αόρατος για μας θίασος να περνά και συνάμα ακούστηκαν οι αποκρουστικοί θόρυβοι από τις μπουλντόζες, τους γερανούς και τα γυποειδή φορτηγά. Ναι αποχαιρετούμε την κοιλάδα των ανέμελων χρόνων και της απέραντης ελευθερίας και φεύγουμε, χωρίς όμως να την ξεχνούμε.

Θαμμένη θα είναι πάντα στο μυαλό μας και στα όνειρα μας θα ξαναζωντανεύει συχνά, πυκνά στου ύπνου μας την σχόλη…….

Κωνσταντίνος Γ. Μπερτσιάς

Πόνημα δημιουργικής γραφής

2020.