Ο Ντοστογιέφσκι είναι ο δημιουργός των πιο τραγικών ηρώων της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, εκείνος που τοποθετεί τα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα του καιρού του σε ένα ευρύτερο καλειδοσκόπιο, εκεί όπου συνδέονται με τα προσωπικά του βιώματα, και τον βοηθούν να καταλήξει σε απαντήσεις, λίγο πριν χάσει το μυαλό του από τις καταδιωκτικές του φαντασιώσεις.
Στην αναγγελία του θανάτου του, ολόκληρη η Ρωσία θα κουρνιάσει υπό το βαρύ μανδύα του πένθους. Για δύο μέρες 29- 30 Ιανουαρίου, το σπίτι του Ρώσου συγγραφέα πλημμύρισε κόσμο και το ανοιχτό φέρετρο στερνούς ασπασμούς. Όταν ο Λέον Τολστόι πληροφορήθηκε το θάνατό του, μόλις είχε ανοίξει του Αδελφούς Καραμαζώφ καθισμένος στην κουκέτα ενός τρένου. Έκλεισε το έργο με ευλάβεια κι απαρηγόρητος ξέσπασε σε κλάματα. Όταν επισκέφθηκε τον τάφο του στο Μοναστήρι Αλεξάντερ Νιέφσκι στο Κοιμητήριο Τίχβιν, είχε το ίδιο βιβλίο στα χέρια του. Διάβασε δυνατά μία αράδα ακουμπισμένος στο κρύο μάρμαρο που χώριζε τη ζωή από το θάνατο. «Πάθος για ζωή πάση θυσία» αναφωνεί κάπου ο Ιβάν Καραμαζώφ, κι ο δημιουργός της Άννας Καρένινα τσακίζει την σελίδα, κλείνει το βιβλίο και το ξαναβάζει στην τσέπη του. Πριν σύρει τα βήματά του μακριά από τον τάφο του ομότεχνού του σκέφτηκε για μια στιγμή τα λόγια του Ντοστογιέφσκι στην ομιλία του για τον Πούσκιν. «Να είσαι ο ήλιος και όλοι θα σε βλέπουν». Πράγματι, αν είσαι ο ήλιος, όλοι θα σε βλέπουν και αν κάτι πάντα θα χρειαζόμαστε, δεν είναι οι γνώσεις, αλλά η σοφία. Και η σοφία προέρχεται από την παρατήρηση. Ένας άνθρωπος που παρατηρούσε με ζέση τους πεσσούς, τη μπίλια στη ρουλέτα και τις φιγούρες στα χαρτιά, δεν θα μπορούσε παρά να είναι το ίδιο οξυδερκής με τους συμπαίκτες του στη ζωή. Λαμπρός για τους άλλους, πυρωμένος χάλυβας όμως, για την ίδια του τη σάρκα.
