Πηγή: insidestory
Ο Μεγάλος Περίπατος του Λώρη
Γεννήθηκε κατά λάθος, και γεννήθηκε αστείος, λέει ο βετεράνος διεθνής ποδοσφαιριστής και προπονητής του Παναθηναϊκού, Δημήτρης Θεοφάνης –κατά κόσμον, Λώρης. Ωστόσο κατάφερε όσα λίγοι στα 84 τους χρόνια: να γυρίσει τον κόσμο κλωτσώντας μπάλες, να μεγαλώσει παιδί και εγγόνια και το πλέον δύσκολο: να γράψει βιβλίο.
Χρόνος ανάγνωσης:
12
‘

Κείμενο
Μελίνα Σπαθάρη
Φωτογραφίες
Γιώργος Ρήγος
Ο Δημήτρης Θεοφάνης είναι μια χύτρα που βράζει γεμάτη ιστορίες. Θα πρέπει να έβραζε χρόνια ώσπου κάποιος, κάτι αποφάσισε να ανοίξει το καπάκι και τώρα κανείς δεν τον σταματά. Τον συναντώ αρχές Μαΐου, λαμπροβδομάδα, λίγες μέρες αφότου έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του με τον ευτράπελο, “διπλής ανάγνωσης” τίτλο Γήπεδο Αλεξάνδρας και Πράσινης Τσόχας
Στις εκδόσεις Gutenberg
(εκδ. Gutenberg) που συνοψίζει δύο μεγάλα πάθη της ζωής του: την μπάλα και τον τζόγο στα κέντρα χαρτοπαιξίας γύρω από την οδό Τσόχα στους Αμπελόκηπους.
Το ραντεβού μας είναι στο διαμέρισμά του στο Βύρωνα, που παραμένει η γειτονιά του από το 1935, όταν οι γονείς του μετακόμισαν με τα πέντε τους παιδιά από τη Ναύπακτο. Είναι 83 ετών, με χιονισμένο κεφάλι, εντυπωσιακά ντυμένος και με φυσική κατάσταση που συναντάς σπάνια στη γενιά του. Λιγνός όπως ο Laurel από τον Χοντρό και Λιγνό που του χάρισε και το παρατσούκλι «Λώρης», φοράει σπορ σακάκι και πουκάμισο. Παίρνει θέση πίσω από το μεγάλο τραπέζι του σαλονιού, το οποίο, χάριν της νέας ιδιότητας του συγγραφέα, έχει γεμίσει χαρτιά –άλλα με καθαρογραμμένα κατεβατά κι άλλα με μουτζούρες–, λεξικά της Νεοελληνικής, ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
dsc_3922.jpg


Το βιβλίο που έγραψε είναι ένα ιδιότυπο memoir “τελικού απολογισμού ζωής”, μέσα από το οποίο σκιαγραφείται το προφίλ ενός κατ’ ουσία αιρετικού του ποδοσφαίρου, αλλά και δον Κιχώτη του γηπέδου, που με έντονο αυτοσαρκασμό και φρέσκια, απροσποίητη ως προς τις λαϊκές της καταβολές γλώσσα καταλήγει να αναδειχθεί –“εκών άκων”– και σ’ έναν από τους τελευταίους θεματοφύλακες των άγραφων χρονικών της Κατοχής στα αθηναϊκά προάστια. «Ξεκίνησα και δεύτερο βιβλίο, τώρα εστιάζω στο ’40, θέλεις να σου διαβάσω;». Η γυναίκα του, η κυρία Λιάνα, μου κάνει νόημα από την άλλη άκρη του σπιτιού και καταλαβαίνω πως το να του αρνηθώ, θα είναι περίπου σαν να παίρνω πίσω δώρο που έκανα σε παιδί για το Πάσχα. Του γνέφω θετικά, βλέπω να ανάβει μια σπίθα στο μέτωπό του και αρχίζει μια αφήγηση που κρατά ώρες και που με παρασύρει σε ένα λαβύρινθο από αναμνήσεις, γεγονότα, εικόνες, στιγμιότυπα, αποσπάσματα απ’ όπου η προσπάθειά μου να βρω το νήμα της ιστορίας του και να βγάλω άκρη ισοδυναμεί με sudoku για προχωρημένους λύτες.
Η πρώτη μπάλα
«H οδός Αλικαρνασσού όπου έμενα ως το ’45 ήταν και το πρώτο γήπεδο όπου έπαιξα μπάλα. Μπάλα, βέβαια, που δεν θύμιζε καθόλου τις σημερινές. Δεν ήταν στρογγυλή. Ήταν μια κάλτσα γεμάτη κουρέλια που προσπαθούσαμε να την φέρουμε βόλτα, αλλά δεν τα καταφέρναμε. Και να την κάνουμε να βγάζει φως, ή κόκκινη ή άσπρη, για να μπορούμε να τη βλέπουμε τη νύχτα. Πόσο ξύλο έπεφτε, δεν φαντάζεσαι, και η αιτία ήταν συνήθως τα τέρματα: ένα οριζόντιο καδρόνι που καθώς δεν βρισκόταν πάντα, το αντικαθιστούσαμε με μια φακαρόλα, μια πλατιά κορδέλα που τη δέναμε στα δύο άκρα. Όταν τέλειωνε το παιχνίδι, ο τερματοφύλακας έπαιρνε τα καδρόνια μαζί του στο σπίτι, στην πλάτη, γιατί θα τα έκλεβαν να τα κάψουν, να ζεσταθούν. Πολλές φορές η μπάλα μας τρυπούσε, και ένα εξόγκωμα, το επονομαζόμενο «βυζί» πεταγόταν και τότε βάζαμε μέσα χαρτόνια από πακέτα τσιγάρων. Ειρωνεία, γιατί μεγαλώνοντας, αργότερα, παρακαλούσαμε να ξωπεταχτεί κανένα βυζί. Όλα τα παιδιά εκείνης της εποχής είχαμε μάθει σε μια πολύ δύσκολη τεχνική, γιατί δεν ήξερες πού να την κλωτσήσεις για να μπει γκολ ή πέναλτι, αλλού κλώτσαγες κι αλλού πήγαινε η μπάλα. Η φαντασία βοηθούσε. Ήταν μια μεγάλη εμπειρία, μια μεγάλη σχολή, ένα καθημερινό φροντιστήριο και ένας σκοπός για τα παιδιά που πεινάγαμε».
Η σούπα από «νερό με νερό»
«Ο χειμώνας του ’41 ήταν πολύ σκληρός και πολύς κόσμος, πολλά παιδιά, πέθαιναν από την πείνα. Ποτέ οι Αθηναίοι δεν έκαναν τόσο υγιεινή διατροφή σκαλίζοντας με τα μαχαίρια τούς λόφους γύρω από την πόλη για να βγάλουν κανένα χορταράκι να το βράσουν να το κάνουν σούπα. Τσουκνίδες, βολβοί, μολόχες ήταν πολυτέλεια, τους φυλάγαμε για τις Κυριακές. Κάποια φορά η μάνα μου δεν βρήκε τίποτα να βράσει κι έτσι μας έφτιαξε μια νέα σούπα: “νερό με νερό”. Τα παιδιά είχαμε γίνει σαν φαντάσματα, με το δέρμα να συγκρατεί τα κόκαλα μη και σκορπίσουν στο ξεροβόρι».

Προπόνηση με τις σφεντόνες. Θεοφάνης και Παπαεμμανουήλ το Νοέμβριο του 1960.
Ο Δεκέμβρης
«Παρόλο που ο πόλεμος είχε τελειώσει και η Ευρώπη γιόρταζε την ειρήνη, εμείς στην Ελλάδα τη γιορτάζαμε με πόλεμο. Δεν ήξερα γιατί, ήμουν έντεκα χρονών και ο Δεκέμβρης που ήρθε ήταν ο πιο μαύρος μήνας από όλους τους μαύρους μήνες της Κατοχής. Θα ήθελα να τον ξεχάσω για πάντα, πώς όμως; Είχαν έρθει από το χωριό ο παππούς και η γιαγιά να μας επισκεφθούν. Είχα πάει να χτυπήσω την καμπάνα της Ζωοδόχου Πηγής όταν δύο αδέσποτες σφαίρες σκότωσαν τον παππού και τη γιαγιά μου. Λίγο έπειτα μια οβίδα από ένα εγγλέζικο καράβι γκρέμισε το δωμάτιο που μέναμε. Πάνε οι παππούδες, πάει και το σπίτι».
Μεγαλώνοντας
«Ήμουν ένα αρρωστιάρικο παιδί, σαν σκιάχτρο, φοβισμένο, ντροπαλό. Γεννήθηκα με μια κολίτιδα και έναν αριστερό πλευρίτη που δεν με έχουν αφήσει έως τώρα. Είχα γίνει δώδεκα χρονών και μεγάλωνα σιγά σιγά, σαν απότιστο δέντρο. Αλλά δεν μου είχαν φύγει οι ελπίδες, δεν άλλαξα όνειρα, και από μεταξοσκώληκας στο κουκούλι μου έγινα πεταλούδα και ήθελα να βγω να δοκιμάσω τα φτερά μου. Άκουγα τον πατέρα μου που έλεγε: “Το μυρμήγκι που ήθελε να χαθεί έβγαλε φτερά και πέταξε!” Αλλά εγώ, χωρίς να βγάλω φτερά, χάθηκα στον μαγικό κόσμο του ποδοσφαίρου».
2.jpg

Στον στρατό, ασκήσεις στα σκηνάκια.
Το πρώτο στοίχημα
«Κοντά στο σπίτι ήταν ένα οικόπεδο όπου μαζευόμασταν όλα τα παιδιά κι αρχίζαμε τα παιχνίδια. Είχα ανακαλύψει έναν πανεύκολο τρόπο να βγάζω χαρτζιλίκι: το στοίχημα! Ξεκινούσε η μπάλα, ο Σπύρος μού έδινε ένα πενηνταράκι, η άλλη ομάδα συγκέντρωνε κι αυτή χρήματα και παίζαμε στοίχημα. Και ο αγώνας συνεχιζόταν, το πενηνταράκι γινόταν φράγκο, το φράγκο γινόταν δίφραγκο και μετά, μ’ όλα μαζί –δεν ήξερα ακόμη τη λέξη “παρολί”, βλέπεις– γινόμουν έως το βράδυ πλούσιος. Σιγά σιγά, έπαιρνα το πενηνταράκι που μου άφηνε ο πατέρας μου για να ανάψω κερί στη λειτουργία στον Άγιο Δημήτρη, έριχνα ένα σιδεράκι για να κάνει θόρυβο στο παγκάρι, άναβα κερί και βουρ για το δίτερμα. Έτσι πρωτομπήκα στην πιο ολέθρια σχέση της ζωής μου».
Η Αγία Παρασκευή
«Υπάρχουν στιγμές και εικόνες που με έχουν τρυπήσει. Είχα πάει στον Άγιο Δημήτρη κι άκουγα αφοσιωμένος τη λειτουργία για να λέω στον πατέρα μου με λεπτομέρειες τι έλεγε ο παπάς από τον άμβωνα ώστε να μ’ αφήσει μετά να παίξω. Τα μάτια μου κόλλησαν στην εικόνα της Αγίας Παρασκευής, την έβλεπα όχι σαν αγία, αλλά σαν όμορφη γυναίκα. Δεν πρέπει έως τότε να είχα ξαναδεί τόση ομορφιά, τόση γαλήνη… Γυρίζοντας σπίτι, πήρα τους δρόμους. Η ερημιά και η ησυχία είχαν καθίσει στη γειτονιά. Διέκρινα δύο φίλους, τον Μπαμπάκο, που τον λέγαμε έτσι γιατί αγαπούσε πολύ τον μπαμπά του, και τον Κουρέτζελο, που δεν ήξερα γιατί τον λέγαμε έτσι, ίσως γιατί η μάνα του τον κούρευε με μια ψαλίδα για τα πρόβατα. Γυρίζαμε ξυπόλυτοι και κάποια στιγμή, είδαμε ένα βλήμα από όλμο να εξέχει στο χώμα, και να προεξέχουν κάτι σαν φτερά. Ήταν 4 μήνες μετά τα Δεκεμβριανά και τα πιο πολλά παιδιά ήταν με ένα μάτι εκείνη την εποχή από τα παιχνίδια με τα σκόρπια βλήματα στα χώματα –τα χτυπούσαμε με πρόκα και βγάζαμε το μπαρούτι. Κάνω κι εγώ να βγάλω το βλήμα από το χώμα, αλλά περνάει ο πατέρας μου που ήταν πολύ αυστηρός, τον βλέπω, τα παρατάω και τρέχω. Πίσω μου ακούω ένα μπαμ σαν σεισμός και κεραυνός που τάραξε συθέμελα την κοιμισμένη γειτονιά, ενώ γύρω στο δρόμο είδα τον ουρανό να βρέχει κομμάτια κρέας. Το βλήμα το είχε χτυπήσει ο Μπαμπάκος. Και μέχρι σήμερα έχω ενοχές γιατί αν δεν είχα τρέξει προς τον πατέρα μου, θα είχε σωθεί. Ζω γιατί στη θέση μου σκοτώθηκε ένα παιδί».
Το ταξίδι που κράτησε δέκα χρόνια
14.jpg

Το ποδοσφαιρικόν δελτίον Νο 53.
«“Δημήτρη, θες να έρθεις στον Παναθηναϊκό;”. Ήταν ένα καταμεσήμερο του Ιουλίου. Ήμουν φαντάρος και, ιδρωμένος και κουρασμένος, προσπαθούσα να βρω ίσκιο στην ξεραΐλα του στρατοπέδου, όταν με ειδοποίησαν: “Να πας στην Πύλη επειγόντως!”. Γεμάτος αγωνία, τρέχοντας, έφτασα και είδα τον Γαβρίλο τον Γαζή, τον προπονητή μου, μαζί με άλλους δύο κυρίους που δεν τους ήξερα. Τι το ήθελαν το ερωτηματικό; Πριν συνέλθουν, αρπάζω όλα τα χαρτιά που είχαν και υπογράφω ό,τι έβρισκα μπροστά μου από φόβο μήπως μετανιώσουν και φύγω. Υπήρχαν και τα δύο δελτία που έγραφαν το ένα “ελευθέρας” και το άλλο “με δύο χρόνια αποκλεισμό”. Όταν τα υπέγραψα, μου είπαν “μπράβο”, μου άφησαν μια σακούλα χάρτινη, απ’ αυτές του μανάβη, κι έφυγαν. Θα έπρεπε, σκέφτηκα, να είχε μέσα κάνα φρούτο λόγω καλοκαιριού, κι επειδή δεν τρώγαμε φρούτα στο στρατό. Το σχήμα όμως της σακούλας δεν ήταν αυτό που θα έπρεπε να είναι αν είχε σταφύλια ή αχλάδια. Ήταν επίπεδη. Τότε σκέφτηκα ότι θα είχε κάνα κιλό μπακλαβαδάκια ή σάμαλι. Την άνοιξα καθώς πλησίαζα το θάλαμο: Η σακούλα ήταν γεμάτη πενηντάρικα».
Το είδωλο
«Θυμάμαι με πόσο δέος πάτησα το γήπεδο του Παναθηναϊκού πρώτη φορά ως παίκτης. Τα πόδια μου ήταν κομμένα, τι να θέλω εγώ σε αυτό το γήπεδο; Με το ζαλισμένο μου κεφάλι έβλεπα τους Μηγιάκη, Μπαλτάση, Μεσσάρη, Πετσανά, Σταφυλίδη, Σίμο και τόσους άλλους παιδικούς μου ήρωες. Δίπλα μου χαμογελούσαν ο Πανάκης, ο Φωτεινός, ο Νεμπίδης, ο Κουρτζίδης, ο Λινοξυλάκης, ο Αγγελόπουλος και πιο πίσω να μπαίνει χορεύοντας ο Λάκης Σοφιανός. Σαστισμένος ήθελα να γυρίσω πίσω, να κρυφτώ στα αποδυτήρια, να το σκάσω τρέχοντας. Τότε ένα φιλικό χέρι με ένα ζεστό χαμόγελο απαλά με έσπρωξε μέσα και, συγχρόνως μου είπε, “Προχώρα! Μη φοβάσαι, έχε εμπιστοσύνη!”. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής που γνώρισα. Θυμάμαι ποιος ήταν ο καλύτερος, σαν άνθρωπος. Ήταν ο Γιάννης Παπαντωνίου, ο “δάσκαλος” που είχα δει και είχα ακούσει, που πρώτη φορά έβλεπα από κοντά. Η ζαλάδα μου σιγά σιγά υποχώρησε και τη θέση της πήρε αυτό που έμεινε στέρεο από τότε μέσα μου και για πάντα: το συναίσθημα να θαυμάζω και να αγαπώ τους συμπαίκτες μου».
15.jpg

Το πρώτο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα στο γήπεδο Καραϊσκάκη, 1959-1960, σε μπαράζ με την ΑΕΚ. Όρθιοι από αριστερά: Λινοξυλάκης, Βουτσαράς, Αγγελόπουλος, Τζουνάκος, Ανδρέου, Νεμπίδης. Μπροστά: Θεοφάνης, Παπαεμμανουήλ, Μπενάρδος, Δομάζος, Πανάκης.
Το παιχνίδι για το παιχνίδι
«Γεννήθηκα κατά λάθος, και γεννήθηκα αστείος, το Θεοφάνης σημαίνει “αστείος θεός”. Είχα μια τάση στη ζωή, να παίζω. Δεν πήρα ποτέ τίποτα σοβαρά, στο ποδόσφαιρο εγώ έπαιζα, οι άλλοι αγωνίζονταν, κλωτσιές ο ένας, κεφαλιές ο άλλος, εγώ έκανα ό,τι μου κατέβαινε στο κεφάλι και ο κόσμος στις κερκίδες γελούσε. Ήταν αλλιώτικα, βλέπεις τότε. Μια φορά έτρεχα πίσω από τον Θεοδωρίδη, κάνω να τον φτάσω, τον περνάω και συνεχίζω να τρέχω, φτάνω στο τέρμα κι αντί να δώσω μια να βάλω γκολ, συνεχίζω να τρέχω, ενώ στις κερκίδες οι μισοί έβριζαν, οι μισοί γελούσαν. Αλλά είναι και το περίφημο κόρνερ σε ματς με τον Ολυμπιακό. Με Ιταλό διαιτητή, κερδίζαμε ένα μηδέν, θέλαμε δυο λεπτά πριν το τέλος. Παίρνω φόρα να χτυπήσω το κόρνερ –τη γωνία που είναι η θύρα 14 στη λεωφόρο Αλεξάνδρας– πάω να χτυπήσω το κόρνερ, κοιτάζω, κανένας παναθηναϊκός. Είναι τελευταίο λεπτό, πού να χτυπήσω την μπάλα; Πήρα φόρα και κανείς έκτοτε δεν ξέρει να απαντήσει, πού χτύπησα; Πού πήγε η μπάλα; Απέναντι, δίπλα; Πού; Γυρίζω μια και τη βάζω δίπλα μου αράουτ, κανείς δεν πήρε χαμπάρι πώς έγινε. Τα έχασαν όλοι, ο διαιτητής έξυνε το κεφάλι του. Μέχρι να καταλάβουν τι είχε γίνει, τελείωσε το λεπτό, είχαμε κερδίσει τον αγώνα. Μ’ αγαπούσαν όμως οι Ολυμπιακοί γιατί δεν έκανα βρωμιές μέσα στο γήπεδο, όμως, ένας ολυμπιακός μετά τον αγώνα με μούντζωσε και μου είπε “να, βρε κοκαλιάρη, να μην πιάσεις άσους όλο το βράδυ”. Ήταν μεγάλη κατάρα αυτή. Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Ευχάριστα».
4.jpg

Η ομάδα του Παναθηναϊκού του 1962 (Θεοφάνης, Βουτσαράς, Λινοξυλάκης, Τζουνάκος, Καμάρας, Τουμπέλης, Πιτυχούτης, Δομάζος, Παπαεμμανουήλ, Χριστοδούλου, Ανδρέου) αναχωρεί από την Αμερική για την Ελλάδα.
Διεθνής καριέρα
«Η περίοδος που ήμουν προπονητής ήταν τριάντα πέντε χρόνια ευτυχισμένης δυστυχίας. Και πού δεν ταξίδεψα κυνηγώντας ταλέντα ή προπονώντας! Νιγηρία, Σιέρα Λεόνε, Βραζιλία, Αργεντινή, Κορέα, Αυστραλία, Αμερική… Στην Αργεντινή βρήκα τον Χουάν Ραμόν Ρότσα και τον έφερα στην Ελλάδα. Αλλά τη ζωή μου τη χάρηκα περισσότερο ως ποδοσφαιριστής παρά ως προπονητής. Ήμουν τυχερός γιατί παίρναμε κάθε χρονιά το πρωτάθλημα το αφρικάνικο, αυτό που στην Ευρώπη λέμε το champions league. Και φτάσαμε και στον τελικό. Σαν ποδοσφαιριστής, πήραμε πέντε πρωταθλήματα, το ένα μάλιστα αήττητο! Αλλά, ως προπονητής, πήραμε πέντε πρωταθλήματα συν ένα κύπελλο. Φαίνεται πως ήμουν καλύτερος προπονητής παρά ποδοσφαιριστής».
Οι «μαύρες σελίδες»
«Δεν μπορώ να μιλήσω πια για ποδόσφαιρο. Δεν θέλω να το βλέπω ούτε καν από την τηλεόραση. Όχι από εγωισμό, του είδους “εγώ το έκανα καλύτερα τότε”. Δεν είναι αυτό. Αυτό το πράγμα που σήμερα λέμε “ποδόσφαιρο” είναι τόσο διαφορετικό από το τότε, που πλέον δεν υπάρχει τίποτα για να συγκρίνει κανείς, τίποτα. Υπάρχουν από τότε μαύρες σελίδες στο ποδόσφαιρο. Θυμάμαι που κάποτε “έπρεπε” να χάσουμε το πρωτάθλημα. Τώρα το γιατί, είχα τις ερωτήσεις μου, αλλά να μου τις απαντήσετε εσείς. Έβλεπα πράγματα που μου φαίνονταν παράλογα. Αλλά δεν έδινα τις απαντήσεις, εγώ έκανα μόνο ερωτήσεις».
7.jpg

Με την ΑΕΚ στο γήπεδό της. Ο Θεοφάνης, πρώτος από αριστερά.
30.jpg

Η Λιάνα και ο Δημήτρης με το μωρό που ήρθε στις 17 Ιανουαρίου του 1963
Η πικρή γεύση
«Έπαιξα και στις δύο άκρες του κόσμου, και στη Μελβούρνη και στην Αμερική. Στην Αμερική με έβγαλαν πρώτο παίχτη, με τον Παναγούλια προπονητή. Ήμουν μόλις 37 χρονών όταν σταμάτησα το ποδόσφαιρο, πάνω που πήγα να αποκτήσω ωριμότητα. Το ’68 είχε αρχίσει η τάση αλλαγής όλων των παλιών ποδοσφαιριστών στον Παναθηναϊκό, γίνανε και τα γνωστά με τη χούντα και είχε πάρει απόφαση η διοίκηση να αλλάξει όλην την παλιά φουρνιά. Ο τρόπος που φύγαμε δεν μου άρεσε. Νιώσαμε αδικημένοι. Όλοι οι ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού που έφυγαν τότε, έφυγαν με πίκρα. Ο Ολυμπιακός τους πρόσεχε τους παίκτες του που φεύγανε. Εμάς δεν μας πρόσεξε. Ποτέ, και ούτε τώρα τους προσέχει. Αλλά καλύτερα να μην τα πω αυτά. Δεν θέλω να φτάσω στο “δια ταύτα”. Τώρα κοροϊδεύω τον εαυτό μου όταν ακούω τον τίτλο μου, “αντιπρόεδρος στους παλαίμαχους”, δεν θέλω τίτλους. Αλλά ο Παναθηναϊκός σαν να μη θέλει να γνωρίζει την ιστορία του. Και κάποιος που δεν γνωρίζει την ιστορία του, δεν ξέρει και πού πάει».
Απολογισμός
«Μικρός δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα γύριζα τον κόσμο χτυπώντας μια μπάλα. Τώρα έχετε την τηλεόραση, τα βλέπετε, τα ξέρετε όλα. Εμείς ούτε ράδιο, ούτε τηλεόραση. Ήξερα μόνο τον Παναθηναϊκό γιατί εκεί που έμενα, στο Σκοπευτήριο, φαίνεται ο Λυκαβηττός. Την πρώτη φορά που πήγα στο γήπεδο της Αλεξάνδρας, θυμάμαι ήταν Κυριακή γιατί είχαμε φάει κρέας, με το κρέας ξεχωρίζαμε τις εβδομάδες. Ήμουν Παναθηναϊκός. Ήταν και κοντά, η δίπλα γειτονιά. Δεν είναι εύκολο ένα παιδί που μεγαλώνει σ’ ένα δωμάτιο να πάει να παίξει μπάλα και μετά να βάλει κοστούμι. Ρε παιδιά, καθίστε, έγινα 25 για να βάλω κοστούμι και να πάω να κοκορευτώ στου Βύρωνα. Έμπαινα σε μαγαζί να ψωνίσω και έβαζα το κεφάλι μου κάτω για να μην με γνωρίσουνε. Δεν με τράβηξε ποτέ το ποδόσφαιρο για τα λεφτά και τη φήμη. Ο Απόλλων μου έδινε 5 χιλιάρικα παραπάνω από τον Παναθηναϊκό. Δεν πήγα. Είχα μάθει με λίγα».
5.jpg

Τρεις μάγοι. Δημήτρης Θεοφάνης, Φέρεντς Πούσκας, Τάκης Λουκανίδης.
Οι λέξεις
«Όταν με ρωτούσαν μικρό τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω, απαντούσα “ποιητής”. Γιατί ο ποιητής σε δύο τρεις λέξεις είχε πει περισσότερα απ’ όλους τους τόμους βιβλίων. Το θυμάμαι όταν οι διακόσιοι την Πρωτομαγιά του ’44 έλεγαν το “Χαίρε, ω χαίρε, λεφτεριά!”. Ξέρετε τι μου είπε ο Κάρολος Παπούλιας όταν με πήρε τηλέφωνο αφού διάβασε το βιβλίο; “Είστε καλύτερος στο γράψιμο από ό,τι στο ποδόσφαιρο”. “Και τόσα χρόνια πήγαν χαμένα;” του λέω εγώ. “Μα αυτά σε έκαναν και έγραψες αυτά. Οι αναμνήσεις”. Να σε παίρνει και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας –έστω και πρώην– και να σου μιλά μισή ώρα, δεν είναι και λίγο. Αλλά είναι που καταλαβαίνουμε την ίδια γλώσσα, είναι Παναθηναϊκός».
dsc_3897.jpg

Στο τραπέζι, με το χειρόγραφο από το επόμενο βιβλίο του, για τις αναμνήσεις του από την Κατοχή.
Το «κοριτσάκι»
«Ήμασταν και οι τρεις αμήχανοι. Παιδικοί φίλοι και συμπαίκτες στα τσικό της Νέας Ελβετίας, δεν είχαμε κλείσει καλά καλά τα δεκατρία. Ήταν τελευταίες μέρες καλοκαιριού, γαλήνη σκέπαζε τα τελευταία σπίτια του Βύρωνα. Θάμνοι, πουρνάρια, σπερδούκλια, θυμάρια έβγαζαν μια μυρωδιά ευλογίας που, ανακατεμένη με το φεγγαρόφωτο, μας έκανε να νιώθουμε στον παράδεισο. Ήμασταν τρεις που βαδίζαμε σιγοκουβεντιάζοντας για να μη χαλάσουμε τη γαλήνη αλλά πιο πολύ, για να μην μας ακούσει το κοριτσάκι που μας ακολουθούσε. Παίξαμε κουρμπανιά και κέρδισα, εγώ “θα πήγαινα πρώτος”. Γύρισα σιγά σιγά και την είδα να έρχεται κοντά μου, αμίλητη νεράιδα, λουσμένη στο φεγγαρόφωτο… Μου έπιασε δειλά το χέρι, έκλεισα τα μάτια και καθίσαμε στο ξεραμένο χορτάρι. Χωρίς φωνή, με το κεφάλι μου ζαλισμένο, με την καρδιά μου να έχει χάσει εντελώς το ρυθμό της, είχα βρεθεί δίπλα της… Ενώ ήταν τέλος καλοκαιριού, όλες οι καμπάνες του Βύρωνα χτυπούσαν σαν να ήταν Πάσχα. Την κοίταξα γλυκά, χωρίς να μπορώ να κουνήσω ούτε χέρια ούτε πόδια, ενώ το κορίτσι έγειρε προς τα πίσω σηκώνοντας λίγο τη φούστα της. Πέρασαν τόσα χρόνια και τόσα πολλά στρογγυλά φεγγάρια από τότε που το γνώρισα. Η νοσταλγία εκείνης της νύχτας έρχεται δροσερή αύρα γεμάτη αρώματα και αισθάνομαι να με πιάνει απαλά με το βελούδινο μικρό χέρι, να μου δίνει ένα φιλί στο μάγουλο και πριν προλάβω να ρωτήσω “πώς σε λένε” να χάνεται στη στροφή του δρόμου. Μάταια ρωτούσα μετά τον Τάκη και τον Νίκο αν ξέρουν κάτι περισσότερο. Με κοιτούσαν και οι δύο με ανήσυχα μάτια και μου έλεγαν, “ποτέ δεν πήγαμε μαζί, ποτέ δεν υπήρξε φεγγάρι, ποτέ δεν παίξαμε κουρμπανιά, ποτέ δεν υπήρξε κοριτσάκι»!
Το τελευταίο πέναλτι
«Έχω καρκίνο. Δεκατέσσερα χρόνια τώρα. Γελάω μαζί του και τον κοροϊδεύω, του κάνω πλάκα λέγοντάς του, “θα σου βάλω γκολ”. Δεν παίρνει ο θάνατος δυστυχισμένους ανθρώπους, ευτυχισμένους παίρνει. Του κάνω καλαμπούρι και τον κρατάω σε κέφι. Τώρα θα μου πεις ότι μιλάω από θέση ισχύος, είμαι 84. Θα το έλεγα αν ήμουν 40; Συγγνώμη, δεν ξέρω τι θα έκανα σ’ αυτή την περίπτωση. Πάντως όταν πεθάνω, δεν θα πεθάνω από καρκίνο, θα πεθάνω γιατί έχασα το πέναλτι».
Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο του κυρίου Θεοφάνη. Ευχαριστούμε τον εκδοτικό Gutenberg για τη βοήθειά του.

Γιώργος Ρήγος
Γεννήθηκε στην Αθήνα (1981) και σπούδασε Ναυτιλιακά και Κοινωνιολογία. Από το 2004 εργάζεται σε ναυτιλιακές εταιρίες ενώ παράλληλα ασχολείται με την φωτογραφία και τη διοργάνωση συναυλιών. Η πρώτη του ατομική έκθεση θα παρουσιαστεί στον τόπο καταγωγής του, τον Πύργο της Τήνου.

Μελίνα Σπαθάρη
Από το 1997 καλύπτει θέματα για τη σύγχρονη ζωή και τον πολιτισμό, ενώ υπήρξε διευθύντρια σύνταξης και αρχισυντάκτρια σε γυναικεία περιοδικά. Στη documenta 14 εργάζεται ως Συντονίστρια των Εκθέσεων και υπεύθυνη των μουσικών παραγωγών.
