ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Εικονογράφηση: ΤΙΤΙΝΑ ΧΑΛΜΑΤΖΗ
( Απόσπασμα της συνέντευξης στην Καθημερινή )
Μπήκε στο κολωνακιώτικο εστιατόριο λεπτή, ευθυτενής, ελαφρά ντυμένη, όπως έπρεπε για μια ζεστή καλοκαιρινή ημέρα στην Αθήνα. Η ελληνίστρια Τζένιφερ Γουάλας ταίριαξε απόλυτα με το περιβάλλον του «Φιλίππου» με τη γνωστή αστική, αρχοντική ευγένειά του. Διδάσκει στο Κέμπριτζ, και η εικόνα της παραπέμπει σε αυτούς τους αφοσιωμένους στην επιστήμη τους ανθρώπους, που τους φανταζόμαστε να αναζητούν σκιερές γωνιές στην πόλη ή σε ένα ήσυχο καφέ για να διαβάσουν αθόρυβα το υπερπολύτιμο βιβλίο τους.
«Είναι αλήθεια πως στη δουλειά μας, υπάρχει συνεχής πίεση για παραγωγή. Εγώ πιστεύω ότι χρειάζονται πέντε χρόνια απομόνωσης στη βιβλιοθήκη και στο γραφείο σου για να γράψεις ένα βιβλίο. Άλλωστε, πιστεύω ότι η μοναξιά είναι πηγή έμπνευσης» λέει χαμογελώντας. Ταυτόχρονα, η Τζένιφερ Γουάλας, που κατάγεται από τη Σκωτία όπου το Βrexit καταψηφίστηκε με 62%, τάσσεται ευθέως υπέρ της διεξαγωγής νέου δημοψηφίσματος για το θέμα.
Η πρώτη της επίσκεψη στην Ελλάδα ήταν αρχές δεκαετίας του ’70 όταν η Αθήνα ήταν τελείως διαφορετική – «δεν υπήρχε καθόλου κυκλοφοριακό πρόβλημα, όπως σήμερα», λέει. Έκτοτε, η ακαδημαϊκή της πορεία είναι, εν πολλοίς, συνυφασμένη με τον ελληνικό πολιτισμό και την ιστορία. Πρόσφατα βρέθηκε στην Αθήνα ως μέλος, από το 2010, της κριτικής επιτροπής του London Hellenic Prize, ένα διεθνές βραβείο, το οποίο ιδρύθηκε το 1996 και μετράει 23 χρόνια ζωής, και βραβεύει αγγλόφωνα έργα που έχουν ως θέμα έμπνευσης τον ελληνικό πολιτισμό. Η κ. Γουάλας συνοδευόταν από τον Μιχάλη Μόσχο, συντονιστή του καταξιωμένου βραβείου. «Τα τελευταία χρόνια η αγγλόφωνη λογοτεχνία εμπλουτίζεται συνεχώς από μυθιστορήματα με θέματα από την ελληνική παράδοση, κυρίως μύθους και εμβληματικά ιστορικά γεγονότα», τονίζει η Βρετανίδα πανεπιστημιακός, εστιάζοντας στη σημασία του βραβείου για την προώθηση του ελληνικού πολιτισμού.
– Ποιο είναι το πολιτισμικό πλαίσιο για να υπάρξουν ανάλογα έργα και ποιητές, όπως ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Σαίξπηρ;
– Συνήθως η τραγική έκφραση ανθεί σε περιόδους μεταβατικές. Μία τέτοια ήταν ο 5ος αιώνας π.Χ., το τέλος μιας εποχής κατά την οποία έγινε η μετάβαση από τις ηρωικές κοινωνίες σε μία δημοκρατική κοινωνία. Αυτή η κοινωνία έθεσε τα διλήμματα που πραγματεύτηκαν οι τραγικοί ήρωες. Το ίδιο συνέβη και με τον Σαίξπηρ, που έζησε το τέλος του καθολικισμού και τη μετάβαση στον προτεσταντισμό, με την κοινωνία να ζητεί καινούργια μέσα έκφρασης. Κάτι ανάλογο παρατηρήθηκε στις ΗΠΑ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής τάξης που ήθελε ανανέωση και ταυτόχρονα αυτή η μεταβατική περίοδος την έκανε να ανησυχεί για τις αξίες της.
– Πιστεύετε ότι οι Έλληνες γνωρίζουμε την Ιστορία μας; Πολλοί συνεχίζουν να μιλούν για το αρχαίο ελληνικό κλέος, μία σύνδεση που αναρωτιέμαι αν μπορεί να βρει ερείσματα στη σημερινή πραγματικότητα.
– Η διαχείριση του παρελθόντος είναι ιδιαίτερα δύσκολο έργο για τους περισσότερους λαούς. Απαιτεί εκπαίδευση και ιστορική γνώση. Θα σας θυμίσω την ιστορία του λόρδου Βύρωνα. Το 1812 ταξιδεύοντας στην Ελλάδα αντικρίζει τα μνημεία των αρχαίων Ελλήνων και διαπιστώνει ότι ο κόσμος δεν κατανοεί τη σημασία τους, την ιστορία τους. Σχεδόν δύο αιώνες μετά, το 1992, όταν ολοκλήρωσα το διδακτορικό μου στον Σέλεϊ και στον ελληνικό ρομαντισμό, πέρασα αρκετούς μήνες πεζοπορίας στον Ταΰγετο, στο φαράγγι του Βίκου, στη Σαμοθράκη. Σε αυτό το ταξίδι στην Ηπειρο επιχείρησα να ακολουθήσω τα βήματα του Βύρωνα στην Ελλάδα. Φτάνοντας στο χωριό Βίτσα των Ιωαννίνων, από όπου είχε περάσει ο Βύρωνας, είδα ότι ο κεντρικός δρόμος ονομαζόταν «οδός Βύρωνος» και ρώτησα τους κατοίκους τον λόγο. Κανείς δεν ήξερε να μου πει. Το μοναστήρι στο οποίο έμεινε ο Βύρωνας ήταν κλειστό, ένα νεκρό μοναστήρι. Ήταν, λοιπόν, σαν να μην υπήρχε καμία ανάμνηση της ιστορικής παρουσίας του Βύρωνα στο χωριό Βίτσα, σαν να μην είχε συμβεί ποτέ… Ταν δεν θέλουμε να συνδεθούμε με το ιστορικό παρελθόν μας, τότε και αυτό μας εκδικείται – σταματάει να υπάρχει.

«Φέτος, επιλέξαμε να βραβεύσουμε το βασισμένο στην Ιλιάδα μυθιστόρημα του Μάικλ Χιουζ “Country”. Ο Χιουζ πραγματεύεται τα διχαστικά προβλήματα της σύγχρονης Ιρλανδίας μέσα από την εριστική σχέση Αγαμέμνονα – Αχιλλέα», λέει η Τζένιφερ Γουάλας. INTIME NEWS/ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ
