λέξεις που χάνονται

— Ρ —

ρακένδυτος: (επίθ.) κουρελιασμένος, κουρελής.

ρηξικέλευθος: (επίθ.) < από το μεταγενέστερο ῥηξικέλευθος. Σύνθεση των λέξεων ῥήγνυμι, ανοίγω + κέλευθος, δρόμος. Αυτός που δημιουργεί πρόοδο («ανοίγει νέους δρόμους») στην πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία κ.α..

— Σ —

σκαπανέας: (ουσ. αρσ.) πρωτοπόρος, καινοτόμος, ρηξικέλευθος

σταχυολογώ: (ρ.) μαζεύω στάχυα / (μτφ.) διαλέγω, απανθίζω. (σσ. συνήθως χρησιμοποιείται μεταφορικά).

συνδαιτυμόνας: (ουσ. αρσ.) αυτός που δειπνεί με άλλο άτομο.

— Τ —

ταλανίζω: (ρ.) .

ταχυφαγείο: (ουσ. ουδ.) εστιατόριο γρήγορης εξυπηρέτησης, fast food.

τιμαλφής: (επίθ.) πολύτιμος, πανάκριβος, βαρύτιμος.

τραγέλαφος: () .

τροχοπέδη: (ουσ. θηλ.) (για οχήματα) φρένο / μτφ: εμπόδιο, κώλυμα.

τρυφηλός

— Υ —

υπεισέρχομαι: (ρ.) μπαίνω λαθραία, εισδύω κάπου επιτήδεια.

υποθάλπω: (ρ.) .

υπονομεύω: (ρ.) .

υποσκάπτω: (ρ.) .

υποσκελίζω: (ρ.)

υποτροπιάζω: (ρ.) (για αρρώστια) εμφανίζομαι πάλι, ξανακυλώ.

υφέρπων /-ουσα /-ον: (επίθ.) αυτός που σέρνεται κάτω από κάτι. Μεταφορικά, αναφερόμαστε σε υφέρπουσα νόσο (που κρύβεται κάτω από μη προφανή συμ;τώματα) ή και σε υφέρποντα νοήματα (υπονοούμενα).

— Φ —

φαλκιδεύω: (ρ.)

φείδομαι: (ρ.) εξοικονομώ, τσιγκουνεύομαι, στερώ.

φειδωλός: (επίθ.) οικονομικός, αυτός που μιλά ή προσφέρει ή γενικότερα ενεργεί με φειδώ, με σύνεση, με οικονομία

φενάκη: (ουσ. θηλ.) περούκα / μτφ: το ψέμα που λέγεται για εξαπάτηση, η παραπλάνηση, η εσκεμμένη απάτη.

φυλλορροώ: (ρ.) μαδώ, ρίχνω τα φύλλα μου / μτφ: καταπέφτω, εξασθενώ, εξαντλούμαι.

φυσιοδίφης: (ουσ. αρσ.) αυτός που ερευνά τη φύση, ο επιστήμονας που ασχολείται με τη μελέτη των φυτών, των ζώων και των ορυκτών.

φωταψία:

— Χ —

χειραφέτηση: (ουσ. θηλ.) η απαλλαγή από την κηδεμονία, εξουσία ή επιρροή κάποιου.

χίμαιρα: (ουσ. θηλ.) βλ. ουτοπία.

— Ψ —

ψήγμα: (ουσ. ουδ.) τρίμμα, λεπτό κομμάτι μετάλλου, ελάχιστη ποσότητα.