Μπορεί «το χαμηλό τον γάιδαρο όλοι να τον καβαλάνε», όπως λέει η λαϊκή παροιμία,
 αλλά το ίδιο το ζώο, δείχνει «γαϊδουρινή υπομονή» στη χώρα μας, αφού παλεύει να
 επιβιώσει, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ο πληθυσμός του
 συρρικνώνεται.
Στον αγώνα για την επιβίωση έχουν μπει και τα μουλάρια, που εισάγονται πλέον
 από τις γειτονικές βαλκανικές χώρες και χρησιμοποιούνται για διάφορες εργασίες.
Τα τελευταία 10 χρόνια ο αναπληρωτής καθηγητής κτηνιατρικής του Αριστοτελείου
 Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Γεώργιος Αρσένος, διεξάγει έρευνα σχετικά
με την εκτροφή και την υγεία των όνων στην Ελλάδα. Πρόσφατα, μάλιστα, βρέθηκε
 και στο δήμο Βόλβης, όπου με πρωτοβουλία του δημάρχου, Δημήτρη Γαλαμάτη,
κλήθηκε κλιμάκιο της αγγλικής, Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης, Ελληνικό Ταμείο
Μέριμνας Ζώων (Greek Animal Welfare Fund – GAWF), για να προσφέρει υπηρεσίες
σε εκατοντάδες άλογα, γαϊδούρια και ημίονους (μουλάρια), που βρίσκονται στην
περιοχή και ανήκουν σε μέλη του Σωματείου δασεργατών Μακεδονίας, Θράκης και
 Θεσσαλίας.
«Ο πληθυσμός των ελληνικών όνων είναι πλέον κάτω από τις 13.000, με τα
 περισσότερα να ζουν στην Πελοπόννησο, όταν μόλις δεκαπέντε χρόνια πριν, ήταν
95.000 και είναι αδιευκρίνιστο σε ποιες φυλές ανήκουν τα εναπομείναντα ζώα»,
 αναφέρει ο κ.Αρσένος, εξηγώντας ότι τα καθαρόαιμα ελληνικά ζώα, είναι περίπου
 4000, ενώ τα υπόλοιπα προέρχονται από βαλκανικές χώρες ή έχουν αδιευκρίνιστη
καταγωγή.
«Έχουμε ζητήσει, το ελληνικό γαϊδούρι, να περιληφθεί στον κατάλογο απειλούμενων
φυλών του F.A.O, ο οποίος αποτελεί και την παγκόσμια βάση αναφοράς», προσθέτει
 ο κ.Αρσένος.
Στην έρευνά του έγιναν σωματομετρήσεις σε 184 ζώα, λήφθηκαν δείγματα αίματος
και σε 50 απ΄ αυτά έγινε εξαγωγή DNA για γενοτυπικό προσδιορισμό. Παράλληλα,
 ατομικά δείγματα γάλακτος συλλέχθηκαν από 10 ζώα, δύο εκτροφών, για
προσδιορισμό της χημικής σύνθεσής του.
«Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική παραλλακτικότητα χαρακτηριστικών μεταξύ
 των όνων που μελετήθηκαν, ενώ διαπιστώθηκε ότι αρκετά ζώα είχαν πρόσφατα
 εισαχθεί από γειτονικές βαλκανικές χώρες. Η μέση περιεκτικότητα του γάλακτος
 ήταν ως εξής: λίπος 0,2%, πρωτεΐνες 1,9%, λακτόζη 7,4% και ολικά στερεά 9,9%»,
σημειώνει ο κ.Αρσένος, υπογραμμίζοντας τη σπουδαιότητα του γαϊδουρινού γάλακτος.
«Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για την εκτροφή γαϊδάρων, με στόχο την παραγωγή
γάλακτος, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για την παρασκευή καλλυντικών», εξηγεί
 ο καθηγητής. Ήδη, σε μονάδες στη Νιγρίτα Σερρών, το Λαγκαδά, την Έδεσσα και
την Καρδίτσα, παράγεται γαϊδουρινό γάλα και υπάρχει προοπτική για τη δημιουργία
 και μονάδας τυποποίησης, αφού το συγκεκριμένο γάλα είναι ιδανικό για όσα νεογνά
παρουσιάζουν αλλεργίες στο αγελαδινό γάλα.