Τον Μάιο του 1940, λιγότερο από έναν χρόνο από την εισβολή στην Πολωνία που σηματοδότησε την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι ναζιστικές δυνάμεις βρίσκονταν ήδη στην Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία, την Αυστρία, τη Δανία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Νορβηγία και τη Γαλλία. Τώρα η Μεγάλη Βρετανία ήταν ο τελευταίος στόχος του Χίτλερ. Οι αεροπορικές επιδρομές της Luftwaffe στο Λονδίνο ήταν συνεχείς, όπως και η βύθιση βρετανικών πλοίων στον Ατλαντικό.
Ο πρωθυπουργός Γουίνστον Τσέρτσιλ, που μέχρι να ανέλθει στο αξίωμα στις 10 Μαΐου 1940 ήταν ο μοναδικός που από τα πίσω έδρανα του Κοινοβουλίου υποστήριζε μια σκληρή γραμμή αντίστασης ενάντια στον Χίτλερ, στεκόταν ουσιαστικά μόνος απέναντι στη ναζιστική απειλή. Μόνη του ελπίδα, η αρωγή των Ηνωμένων Πολιτειών. «Δώστε μας εργαλεία και θα τελειώσουμε τη δουλειά», έγραφε στον Αμερικανό πρόεδρο.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Φράνκλιν Ρούσβελτ καταλάβαινε την ανάγκη της Ευρώπης, ήξερε όμως ότι το Κογκρέσο προτιμούσε να διατηρήσει η χώρα ουδέτερη στάση. Και του ίδιου η θέση ήταν δύσκολη. Όταν το 1940 εκλέχτηκε για τρίτη τετραετία, κάτι που γινόταν για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας (θα ορκιζόταν και τέταρτη φορά), είχε υποσχεθεί στον αμερικάνικο λαό ότι θα κρατούσε τις ΗΠΑ μακριά από τον πόλεμο. «Το έχω πει ήδη, αλλά το λέω πάλι, ξανά και ξανά, τα παιδιά σας δε θα σταλούν σε ξένους πολέμους», διακήρυττε προεκλογικά.
Η επική φιλία των δύο ανδρών ήταν ήδη στα σκαριά. Ήταν και οι δύο ηγέτες χωρών που βρίσκονταν σε κρίσιμη καμπή. Ο Ρούσβελτ, που είχε καταφέρει να βγάλει τις ΗΠΑ από την οικονομική κρίση του 1937, έβλεπε ορατή την απειλή της Ιαπωνίας καθώς ο πόλεμος στην Ευρώπη εξαπλωνόταν. Οι Αμερικανοί είχαν ήδη μαλακώσει τη στάση τους περί απομονωτισμού, σοκαρισμένοι από την κατάκτηση της Γαλλίας. Απέναντι στην επέκταση της πολεμικής απειλής σε ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο, ο Ρούσβελτ πρότεινε στο Κογκρέσο την υλική μόνο ενίσχυση των Βρετανών. Παρά τις αρχικές αντιδράσεις, στις 11 Μαρτίου του 1941 υπογράφτηκε η Συνθήκη Εκχώρησης Όπλων προς τους Βρετανούς, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ θα παρείχαν το απαραίτητο πολεμικό υλικό, συμπεριλαμβανομένων τροφίμων, πετρελαίου, πλοίων και αεροσκαφών, ώστε να μπορέσει η Βρετανία να αντισταθεί στη γερμανική απειλή.
Ο Ρούσβελτ είχε ζήσει τη μεταπολεμική περίοδο του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και έχοντας την εμπειρία των εντάσεων και της αποσταθεροποίησης που δημιούργησαν τα διασυμμαχικά πολεμικά δάνεια την περίοδο 1920-1930, κατανοούσε ότι θα ήταν αδύνατον για τις χώρες της μεταπολεμικής Ευρώπης να αναλάβουν την αποπληρωμή χρέους προς τις ΗΠΑ. Αυτό που ζήτησε ως αντάλλαγμα, ήταν η συμμετοχή των ΗΠΑ στη διαμόρφωση της διεθνούς οικονομικής τάξης μετά τη λήξη του πολέμου.
H Χάρτα του Ατλαντικού
Τον Αύγουστο του 1941 ο Ρούσβελτ και ο Τσέρτσιλ είχαν την πρώτη από τις συνολικά εννέα συναντήσεις τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Έγιναν εν πλω, στο αμερικανικό καταδρομικό «Αυγούστα» και στο βρετανικό θωρηκτό «Πρίγκιπας της Ουαλίας», κοντά στα παράλια της Νέας Γης του Καναδά, που αποτελούσε μέρος της Κοινοπολιτείας. Και οι δύο ηγέτες ήξεραν καλά ότι για να συναινέσει ο αμερικανικός λαός στην εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο, έπρεπε να του δώσουν μια πραγματική αιτία, κάτι που δεν υπήρχε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Αμερικανός στρατιώτης έπρεπε να νιώθει ότι πολεμά για κάτι ανώτερο, για τον καλύτερο και πιο ασφαλή κόσμο που θα αναδυόταν μετά την ήττα των Δυνάμεων του Άξονα. Εξάλλου, η γερμανική επίθεση τον Ιούνιο του 1941 στη Σοβιετική Ένωση, μέχρι τότε αδρανή σύμμαχο της Γερμανίας, έφερε και τον Στάλιν στο πλευρό των Συμμάχων (o Ρούσβελτ τότε επέκτεινε και προς τους Σοβιετικούς τη Συνθήκη Εκχώρησης Όπλων). Ο πόλεμος δεν ήταν πια μεταξύ κομμουνιστών και αντικομμουνιστών, αλλά ανάμεσα στην ελευθερία και τον φασισμό.
Αποτέλεσμα εκείνης της πρώτης συνάντησης ήταν η Χάρτα του Ατλαντικού, μια κοινή διακήρυξη της πολεμικής πολιτικής και του μεταπολεμικού τους οράματος, που Ρούσβελτ και Τσέρτσιλ υπέγραψαν στις 14 Αυγούστου. Παρόλο που δεν ήταν επίσημο έγγραφο αλλά μια κοινή δήλωση δύο χωρών, μίας σε εμπόλεμη κατάσταση και μίας ουδέτερης, θεωρείται ότι αποτέλεσε τη βάση για τη μετέπειτα δημιουργία των Ηνωμένων Εθνών.
Τα κυριότερα σημεία της Χάρτας αναφέρονταν στο δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση και στο να ζουν απαλλαγμένοι από φόβο, στην ελευθερία των θαλασσών, όπως και στην πεποίθηση ότι όλα τα κράτη πρέπει να εγκαταλείψουν τη χρήση βίας και να εργαστούν συλλογικά στους τομείς της οικονομίας και της ασφάλειας.
Χαρακτηριστικά ανέφερε: «Μετά την οριστική διάλυση της ναζιστικής τυραννίας, ελπίζουμε να εδραιωθεί σε όλα τα κράτη μια τέτοια ειρήνη που θα τους επιτρέπει να ζουν με ασφάλεια μέσα στα σύνορά τους και θα διασφαλίζει ότι όλοι οι λαοί σε όλες τις χώρες θα ζουν μια ζωή απαλλαγμένη από φόβο… Μια τέτοια ειρήνη θα δίνει τη δυνατότητα σε όλους τους ανθρώπους να ταξιδεύουν στις θάλασσες και τους ωκεανούς ανεμπόδιστοι».
Μετά τον πόλεμο, ο Τσέρτσιλ περιέγραψε αυτή την ιστορική συνάντηση με έντονο συναισθηματισμό: «Την Κυριακή 10 Αυγούστου, ο πρόεδρος Ρούσβελτ επιβιβάστηκε στο “Πρίγκιπας της Ουαλίας” και με τους αξιωματικούς του και εκατοντάδες εκπροσώπους όλων των βαθμίδων του Ναυτικού και των Πεζοναυτών, παρακολούθησαν θρησκευτική δέηση στο κατάστρωμα.
Αυτή η δέηση αποτέλεσε για όλους μας μια βαθιά συναισθηματική έκφραση της ενότητας της πίστης των δύο λαών, και κανείς μας δε θα ξεχάσει το θέαμα εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό στο κατάμεστο κατάστρωμα: τον συμβολισμό των σημαιών των δύο χωρών να ανεμίζουν πλάι πλάι. Οι Αμερικάνοι και οι Βρετανοί κληρικοί να διαβάζουν από κοινού προσευχές. Τα υψηλόβαθμα στελέχη του Ναυτικού, του Στρατού και της Αεροπορίας και των δύο χωρών να στέκονται σαν ένα σώμα πίσω από τον Πρόεδρο και εμένα. Οι Βρετανοί και Αμερικάνοι ναύτες, όλοι μαζί, να μοιράζονται τις ίδιες βίβλους και να τραγουδούν και αυτοί προσευχές και ύμνους. Εγώ προσωπικά επέλεξα τους ύμνους “Για Αυτούς που Κινδυνεύουν στη Θάλασσα” και “Προχωρήστε, Χριστιανοί Στρατιώτες”… Κάθε λέξη έκανε την καρδιά μας να αναπηδά. Ήταν μια υπέροχη στιγμή για όλους. Περίπου οι μισοί από αυτούς που τραγούδησαν εκείνη τη μέρα θα πέθαιναν σύντομα».
Η εμπλοκή των ΗΠΑ στον Πόλεμο: Συνέδριο Αρκάντια
Η αναπάντεχη επίθεση της Ιαπωνίας στη ναυτική, στρατιωτική και αεροπορική βάση των ΗΠΑ στο Περλ Χάρμπορ, στις 7 Δεκεμβρίου 1941, άλλαξε άρδην το σκηνικό. Οι ΗΠΑ, μετρώντας 2.400 νεκρούς, χιλιάδες τραυματίες και τεράστιες ζημιές στα πολεμικά τους πλοία, μπήκαν στον πόλεμο κατά της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας, της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας. Ο λόγος του Ρούσβελτ στο Κογκρέσο στις 8 Δεκεμβρίου θεωρείται ιστορικός. Λίγο μετά έστειλε μήνυμα στον Τσέρτσιλ: «Από σήμερα όλοι μας βρισκόμαστε στο ίδιο πλοίο… και είναι ένα πλοίο που δεν θα επιτρέψουμε να βουλιάξει».
Στις 22 Δεκεμβρίου ο Τσέρτσιλ φτάνει στην Ουάσιγκτον, όπου οι δύο ηγέτες συζητούν θέματα στρατιωτικής πολιτικής και ορίζουν τη μεταπολεμική στρατηγική, σε αυτό που είναι γνωστό ως «Πρώτο Συνέδριο της Ουάσινγκτον» ή «Συνέδριο Αρκάντια». Στη διάρκειά του ελήφθησαν πολύ σημαντικές αποφάσεις, που διαμόρφωσαν την πολεμική σκηνή την περίοδο 1942-1943. Αποφασίστηκε η εισβολή στη Βόρειο Αφρική το 1942, η ενίσχυση των βρετανικών δυνάμεων στον Ειρηνικό Ωκεανό και η αποστολή αμερικανικών βομβαρδιστικών που θα επιχειρούσαν από βρετανικές βάσεις. Επίσης, δημιουργήθηκε ένα Γενικό Επιτελείο Ενόπλων Δυνάμεων με έδρα την Ουάσιγκτον, που ενέκρινε και οριστικοποιούσε όλες τις στρατιωτικές αποφάσεις.
Λίγες μέρες αργότερα, παραμονή Χριστουγέννων, ο Ρούσβελτ και ο Τσέρτσιλ στάθηκαν πλάι ο ένας στον άλλον στο κατώφλι του Λευκού Οίκου για να απευθύνουν ευχές στον αμερικάνικο λαό.
Ο Τσέρτσιλ έμεινε στην Ουάσιγκτον μέχρι τις 17 Ιανουαρίου 1942. Μέχρι το 1945 θα επισκεπτόταν άλλες τρεις φορές τον Λευκό Οίκο, ενώ είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει στη θερινή προεδρική κατοικία στο Μέριλαντ (σημερινό Καμπ Ντέιβιντ) αλλά και στο αγαπημένο σπίτι του Ρούσβελτ στο Χάιντ Παρκ της Νέας Υόρκης.
Το να έχεις τον Τσέρτσιλ καλεσμένο στη Ροζ Κρεβατοκάμαρα του Λευκού Οίκου σήμαινε ότι έπρεπε να προσαρμοστείς στις συνήθειές του. Μια ολόκληρη αίθουσα στον δεύτερο όροφο μετατράπηκε σε χάρτη, προκειμένου να παρακολουθούνται οι κινήσεις των χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων. Ο πρωθυπουργός εργαζόταν με το επιτελείο του μετά το δείπνο και μέχρι τα ξημερώματα. Δεν ξυπνούσε νωρίς και προτιμούσε να περνά το πρωί στο κρεβάτι διαβάζοντας εφημερίδες. Εμφανιζόταν στις 11 και μετά το μεσημεριανό έπαιρνε πάλι έναν υπνάκο. Όμως όταν ο ήλιος έδυε, ο Τσέρτσιλ ζωντάνευε. Μπορούσε να κάνει ατελείωτες συζητήσεις ή να γράψει κάποιο από τα πάμπολλα κείμενα που άφησε. Πολλές φορές ο Ρούσβελτ χρειαζόταν λίγο χρόνο για να συνέλθει μετά τις επισκέψεις του Τσέρτσιλ.
153280e62.jpg
Ο Τσέρτσιλ και ο Ρούσβελτ για ψάρεμα στο Μέριλαντ, 1943, λίγο μετά τη Διάσκεψη Τρίαινα όπου αποφασίστηκε η απόβαση στη Νορμανδία.
Το Συνέδριο της Καζαμπλάνκα: Παράδοση άνευ όρων
Aπό το 1942 έως τo 1944 ένα θέμα κυριαρχούσε στις συζητήσεις των Συμμαχικών Δυνάμεων: η δημιουργία δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη. Αυτό το φλέγον ζήτημα δημιούργησε τριβή ανάμεσα στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τη Σοβιετική Ένωση, ενώ ήταν στην κορυφή της ατζέντας στη συνάντηση του Ρούσβελτ με τον Τσέρτσιλ από τις 14 έως τις 24 Ιανουαρίου του 1943 στην Καζαμπλάνκα του Μαρόκο, λίγο μετά την εισβολή των συμμαχικών δυνάμεων στη βόρειο Αφρική.
Στο Συνέδριο της Καζαμπλάνκα παρευρέθησαν όλοι οι αρχηγοί των χωρών των Συμμαχικών Δυνάμεων εκτός από τον Στάλιν, ο οποίος λόγω της Μάχης του Στάλινγκραντ δεν μπορούσε να αφήσει τη χώρα του. Παρόλο που δεν παρευρέθηκε, η επιθυμία του ήταν ξεκάθαρη. Για 18 μήνες, οι Σοβιετικοί είχαν αντισταθεί μονομερώς στην τεράστια γερμανική εισβολή. Ο Στάλιν ζητούσε από τους Συμμάχους να επιτεθούν άμεσα στην καρδιά της χιτλερικής αυτοκρατορίας στη βόρεια Ευρώπη, ώστε να δημιουργηθεί ένα δεύτερο μέτωπο που θα ανάγκαζε μέρος των γερμανικών δυνάμεων που πολεμούσαν στη Σοβιετική Ένωση να απομακρυνθούν από εκεί.
Οι σύμβουλοι του Ρούσβελτ έβλεπαν θετικά την άμεση επίθεση στη βορειοδυτική Ευρώπη. Ο Τσέρτσιλ όμως επέμενε ότι για να είναι επιτυχής μια τέτοια επιχείρηση θα έπρεπε να εξασφαλίσουν τον μεγαλύτερο δυνατό όγκο στρατιωτικών δυνάμεων. Καθώς αυτό ήταν δύσκολο το 1943, προέτρεψε να προβούν σε μια πιο περιορισμένη επίθεση, περιμετρικά των δυνάμεων του Άξονα, ξεκινώντας από τη Σικελία. Εντωμεταξύ, θα είχαν τον χρόνο να συσπειρώσουν δυνάμεις στη Βρετανία για μια επίθεση στη βορειοδυτική Ευρώπη. Ο Ρούσβελτ συμφώνησε, με σκοπό να κρατήσει το ενδιαφέρον του αμερικάνικου λαού επικεντρωμένο στον πόλεμο της Ευρώπης. Για να ικανοποιήσει όμως και το αίτημα του Στάλιν, ανακοίνωσε ότι οι Σύμμαχοι θα δέχονταν ως λύση μόνο την άνευ όρων παράδοση των Δυνάμεων του Άξονα.
Το Συνέδριο διήρκεσε δέκα μέρες, και ο Ρούσβελτ βιαζόταν να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον. «Δεν μπορεί να έχεις έρθει στη Βόρειο Αφρική και να μην έχεις δει το Μαρακές», του είπε τότε ο Τσέρτσιλ.
Ο Τσέρτσιλ θεωρούσε ότι το Μαρακές ήταν το ωραιότερο μέρος όπου μπορούσες να περάσεις ένα απόγευμα. Το 1935, απογοητευμένος που η κυβέρνηση Μπάλντουιν δεν τον είχε υπουργοποιήσει, είχε περάσει τον χειμώνα στην πόλη που αποκαλούσε «Παρίσι της Σαχάρας» κάνοντας μερικές από τις ωραιότερες υδατογραφίες του. «Ας περάσουμε δύο μέρες εκεί, θέλω να είμαι μαζί σου όταν θα δεις το ηλιοβασίλεμα στην οροσειρά του Άτλαντα», είπε στον Ρούσβελτ. Στις 23 Ιανουαρίου 1943, οι δύο ηγέτες ξεκίνησαν οδικώς να κάνουν τις 5 ώρες από την Καζαμπλάνκα έως το Μαρακές σταματώντας για πικ-νικ, όπου κολάτσισαν με βραστά αυγά, σάντουιτς και ουίσκι.
Στο Μαρακές έμειναν στη βίλα Τέιλορ, η οποία ανήκε σε μια ευκατάστατη οικογένεια της Νέας Υόρκης (οι οποίοι θύμωσαν πολύ που ο Τσέρτσιλ προσκάλεσε έναν Δημοκρατικό πρόεδρο να κοιμηθεί στο κρεβάτι τους!) και βρισκόταν λίγα μέτρα από τους περίφημους κήπους Mαζορέλ, που σήμερα ανήκουν στο Moυσείο Yves Saint Laurent. Όταν έφτασαν, ο Τσέρτσιλ επέμενε να ανέβουν στον πυργίσκο της βίλας για να θαυμάσουν την πανοραμική θέα στην πόλη. Δύο αξιωματικοί σταύρωσαν τα χέρια τους σε κάθισμα και ανέβασαν αγκαλιά τον Ρούσβελτ, που κινείτο με αναπηρική καρέκλα λόγω των προβλημάτων της υγείας του. Όταν τελικά έφτασε, είπε στον Τσέρτσιλ: «Νιώθω σαν σουλτάνος. Μπορείς να φιλήσεις το χέρι μου, αγαπητέ μου».
44e48cd0.jpg
Ο Ρούσβελτ και ο Τσέρτσιλ στο Μαρακές μετά το συνέδριο της Καζαμπλάνκα.
Την επομένη, στις 25 Ιανουαρίου, ο Ρούσβελτ θα έφευγε ξημερώματα για την Ουάσιγκτον, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός θα έμενε άλλη μια μέρα για να ζωγραφίσει. Παρόλο που είχαν αποχαιρετιστεί το προηγούμενο βράδυ, ο Τσέρτσιλ ξύπνησε ξημερώματα για να κατευοδώσει τον φίλο του. «Δεν μπορούσα να τον αφήσω να πάει στον χώρο απογείωσης μόνος του. Σηκώθηκα βιαστικά, φόρεσα μια πρόχειρη στολή και τις παντόφλες μου και πήγα μαζί του μέχρι το αεροσκάφος, ώστε να βεβαιωθώ ότι τακτοποιήθηκε και ήταν άνετα. Θαύμαζα το κουράγιο που έδειχνε παρά τη σωματική του αδυναμία και ανησυχούσα για τους κινδύνους που διέτρεχε. Τα αεροπορικά ταξίδια είναι αναπόφευκτα κατά τη διάρκεια του πολέμου, όμως τα θεωρούσα πολύ επικίνδυνα. Ευτυχώς, όλα πήγαν καλά. Εγώ επέστρεψα στη βίλα, όπου έμεινα ακόμη δύο μέρες αλληλογραφώντας με το πολεμικό επιτελείο σχετικά με τις επόμενες κινήσεις μας και ζωγραφίζοντας από την κορυφή του πύργου το μοναδικό έργο που έκανα κατά τη διάρκεια του πολέμου».
Τον πίνακα αυτόν, με τίτλο The Tower of Katoubia Mosque, o Τσέρτσιλ τον χάρισε στον Ρούσβελτ, σε ανάμνηση του ταξιδιού τους.
the-tower-.jpg
Ο πίνακας The Tower of Katoubia Mosque που ζωγράφισε ο Τσώρτσιλ στη διάρκεια του Συνεδρίου της Καζαμπλάνκα και χάρισε στον Ρούσβελτ. Μετά τον θάνατο του Αμερικανού προέδρου, το έργο άλλαξε πολλά χέρια και πουλήθηκε το 2011 αντί 3 εκατ. δολαρίων.
Διάσκεψη του Καΐρου
Στα τέλη Νοεμβρίου του 1943 οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν στο Κάιρο, αυτή τη φορά με τον Κινέζο στρατηγό Τσανγκ Κάι-Σεκ για να συζητήσουν τη στάση των Συμμάχων ενάντια στην Ιαπωνία και να πάρουν αποφάσεις σχετικά με την Ασία.
Ο Στάλιν δεν παρευρέθηκε ούτε αυτή τη φορά, καθώς η θέση του ήταν πολύ λεπτή: η Σοβιετική Ένωση είχε πενταετή συμφωνία ουδετερότητας με την Ιαπωνία, οπότε δεν βρισκόταν σε πόλεμο με τους Ιάπωνες, όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης του Καΐρου, οι Σύμμαχοι δήλωσαν την πρόθεσή τους να συνεχίσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ιαπωνία μέχρι την άνευ όρων παράδοσή της. Επίσης ξεκαθάρισαν ότι η επιχείρηση αυτή δεν είχε επεκτατικό σκοπό από την πλευρά τους, όμως θα ανάγκαζαν την Ιαπωνία να επιστρέψει στην Κίνα όλα τα νησιά του Ειρηνικού που της είχε καταλάβει κατά τoν Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εν καιρώ θα ζητούσαν και την απελευθέρωση και ανεξαρτητοποίηση της Κορέας.
Καθώς η συνάντηση συνέπεσε με τον εορτασμό της Μέρας των Ευχαριστιών, στις 25 Νοεμβρίου, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ετοίμασε εορταστικό τραπέζι με δύο γαλοπούλες που είχε φέρει από τη χώρα του.
Οι συναντήσεις των «Τριών»
Δύο μέρες αργότερα οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν στην Τεχεράνη, αυτή τη φορά με τον Στάλιν, στην πρώτη συνάντηση των «Μεγάλων Τριών». Ένα από τα θέματα που συζήτησαν ήταν η δημιουργία δεύτερου πολεμικού μετώπου και η απόβαση στη Νορμανδία.
Η επόμενη συνάντηση των «Τριών» έγινε στη Γιάλτα της Κριμαίας, τον Φεβρουάριο του 1945. Σκοπός πλέον ήταν να αποφασίσουν τη μεταπολεμική πολιτική και την αναδιαμόρφωση των χωρών μετά το τέλος του ναζισμού. Αυτή ήταν και η τελευταία μεγάλη επίσημη συνάντηση των Τσέρτσιλ και Ρούσβελτ, καθώς ο τελευταίος θα πέθαινε δύο μήνες αργότερα από εγκεφαλική αιμορραγία.
Ο Ρούσβελτ του είπε κάποτε, «είναι πολύ διασκεδαστικό να ζω στην ίδια δεκαετία μαζί σου», ενώ ο Τσέρτσιλ έγραψε γι’ αυτόν: «ένιωθα ότι συναναστρεφόμουν έναν πολύ σημαντικό άνθρωπο, έναν εγκάρδιο φίλο και τον σημαντικότερο υποστηρικτή των υψηλών ιδανικών που υπηρετούμε».
Καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, ο Φράνκλιν Ρούσβελτ αναρωτιόταν ποια θα ήταν η συνέχεια για τις ΗΠΑ. Επηρεασμένος από την αναπάντεχη φιλία του με τον Τσέρτσιλ, κατέθεσε ότι «στις μέρες μας, αν θέλουμε να επιζήσει ο πολιτισμός, πρέπει να καλλιεργήσουμε την τέχνη των ανθρώπινων σχέσεων».
Ο Ρούσβελτ πέθανε στις 12 Απριλίου του 1945. Στον επικήδειο, ο Τσέρτσιλ είπε: «Με τον Ρούσβελτ πέθανε ο σπουδαιότερος Αμερικάνος φίλος που είχαμε ποτέ».









