Σήμερα 16 Νοεμβρίου δημοσιεύθηκε η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην ελληνική χρηματοπιστωτική κρίση.
Σύμφωνα με την νέα αυτή έκθεση τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής που συμφωνήθηκαν για την Ελλάδα εξασφάλισαν βραχυπρόθεσμη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και βοήθησαν να προχωρήσουν ως έναν βαθμό οι μεταρρυθμίσεις. Βέβαια, τα προγράμματα αυτά δεν είχαν επιτύχει να αποκαταστήσουν την ικανότητα της χώρας να χρηματοδοτεί τις ανάγκες της από τις αγορές.
Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι:
· Η Επιτροπή δεν διέθετε προηγούμενη πείρα στη διαχείριση ενός τέτοιου εγχειρήματος και οι όροι των προγραμμάτων δεν είχαν ιεραρχηθεί σωστά με βάση τη σημασία τους, ούτε εντάχθηκαν σε κάποια ευρύτερη στρατηγική για τη χώρα.
· Η Επιτροπή δεν προέβη σε διεξοδική αξιολόγηση των δύο πρώτων προγραμμάτων, μολονότι μια τέτοια ανάλυση θα ήταν σκόπιμη για την αναπροσαρμογή της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας.
· Συνολικά, μολονότι ο σχεδιασμός των όρων επέτρεψε όντως στις μεταρρυθμίσεις να προχωρήσουν, διαπιστώσαμε αδυναμίες. Ορισμένα βασικά μέτρα δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένα ή προσαρμοσμένα στις συγκεκριμένες τομεακές αδυναμίες. Για άλλα, κατά τη διαδικασία σχεδιασμού, η Επιτροπή δεν έλαβε συνολικά υπόψη την ικανότητα της Ελλάδας να τα εφαρμόσει και, έτσι, δεν προσάρμοσε ανάλογα την εμβέλεια και τον χρονισμό τους.
· Εντοπίστηκαν επίσης περιπτώσεις όρων με υπερβολικά περιορισμένη εμβέλεια που απέβλεπαν στην αντιμετώπιση βασικών τομεακών ανισορροπιών, καθώς και καθυστερημένη ενσωμάτωση στα προγράμματα μέτρων για την αντιμετώπιση βασικών ανισορροπιών.
· Επίσης οι ελεγκτές ανέλυσαν τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων σε τέσσερις κρίσιμους τομείς πολιτικής: τη φορολογία, τη δημόσια διοίκηση, την αγορά εργασίας και τον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Οι μεταρρυθμίσεις στη φορολογία και τη δημόσια διοίκηση είχαν ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση δημοσιονομικών πόρων, ωστόσο, η υλοποίηση των διαρθρωτικών πτυχών των μεταρρυθμίσεων ήταν μακράν λιγότερο ικανοποιητική.
