Το 1840, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε περιέγραψε την «τρελή ενέργεια» ενός ηλικιωμένου άνδρα που περιπλανιόταν άσκοπα στους δρόμους του Λονδίνου από το σούρουπο έως την αυγή. Η δυσβάσταχτη απελπισία του μπορούσε να ανακουφιστεί προσωρινά μόνον όταν γινόταν ένα με το θορυβώδες πλήθος των κατοίκων της πόλης. «Αρνείται να είναι μόνος», έγραψε ο Πόε. Είναι «ο τύπος και η ιδιοφυΐα της βαθιάς εγκληματικότητας… Είναι ο άνθρωπος του πλήθους».Όπως πολλοί ποιητές και φιλόσοφοι στη διάρκεια των χρόνων, ο Πόε τόνιζε τη σημασία της απομόνωσης. Είναι «τόσο μεγάλη δυστυχία», έλεγε, «να μην μπορείς να μείνεις μόνος με τον εαυτό σου, να παγιδεύεσαι στο πλήθος, να απεμπολείς τη μοναδικότητά σου προς χάρη της αποχαυνωτικής συμμόρφωσης». Δύο δεκαετίες αργότερα, η ιδέα της απομόνωσης στοίχειωσε τη φαντασία του Ραλφ Ουάλντο Έμερσον με κάπως διαφορετικό τρόπο: παραθέτοντας τα λόγια του Πυθαγόρα, έγραψε: «Το πρωί, μόνος… η φύση μιλά στη φαντασία όπως δεν μιλά ποτέ με συντροφιά». Ο Έμερσον παρότρυνε τους πιο σοφούς δασκάλους να μεταδώσουν στους μαθητές τους τη σημασία που έχουν οι «περίοδοι και οι συνήθειες απομόνωσης», συνήθειες που έκαναν εφικτή «τη σοβαρή και αφηρημένη σκέψη».Στιν 20ό αιώνα, η ιδέα της μοναξιάς διαμόρφωσε τον πυρήνα της σκέψης της Χάνα Άρεντ. Γερμανοεβραία εμιγκρέ που ξέφυγε από τον Ναζισμό και βρήκε καταφύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Άρεντ πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της μελετώντας την σχέση ανάμεσα στο άτομο και την πόλη. Για την Άρεντ, η ελευθερία ήταν άμεσα συνδεδεμένη τόσο με την ιδιωτική σφαίρα, τον θεωρητικό βίο (vita contemplativa), όσο και με τη δημόσια, πολιτική σφαίρα, τον ενεργό βίο (vita activa). Συνειδητοποίησε ότι η ελευθερία απαιτούσε κάτι περισσότερο από την ικανότητα να λειτουργείς αυθόρμητα και δημιουργικά δημοσίως. Απαιτούσε και την ικανότητα να σκέφτεσαι και να κρίνεις ιδιωτικά, εκεί όπου η απομόνωση βοηθά το άτομο να αναλογιστεί τις πράξεις του και να αναπτύξει συνείδηση, να ξεφύγει από την κακοφωνία του πλήθους –να μπορέσει επιτέλους να ακούσει τον εαυτό του να σκέφτεται.
Το 1961, το περιοδικό The New Yorker ανέθεσε στην Άρεντ να καλύψει δημοσιογραφικά τη δίκη του Άντολφ Άιχμαν, ενός αξιωματικού των SS που συνέβαλε στην οργάνωση του Ολοκαυτώματος. Πώς μπορούσε κάποιος, αναρωτιόταν η Άρεντ, να διαπράξει τόσο μεγάλο κακό; Σίγουρα μόνο ένας σατανικός κοινωνιοπαθής μπορούσε να συμμετέχει στο Σοά. Όμως η Άρεντ εξεπλάγη από την έλλειψη φαντασίας από μέρους του Άιχμαν, την απόλυτη συμβατικότητά του. Ισχυρίστηκε ότι ενώ οι πράξεις του Άιχμαν ήταν κακές, ο ίδιος ο Άιχμαν, το άτομο, ήταν «μάλλον συνηθισμένος, κοινότοπος, καθόλου δαιμονικός ούτε τερατώδης. Δεν υπήρχαν σ’ αυτόν σημάδια ισχυρών ιδεολογικών βεβαιοτήτων». Απέδωσε την ανηθικότητα του –την ικανότητά του, ακόμη και την προθυμία του, να διαπράξει εγκλήματα– στην «απερισκεψία» του. Ήταν η ανικανότητά του να σταματήσει για ένα λεπτό και να σκεφτεί τι κάνει που επέτρεψε στον Άιχμαν να συμμετάσχει σε μια μαζική δολοφονία.
fred-stein-hannah-arendt-ny-1944-c-estate-of-fred-stein.jpg

Ακριβώς όπως ο Πόε, η Άρεντ υποψιαζόταν ότι κάτι μοχθηρό ελλόχευε μέσα στον άνθρωπο του πλήθους. Συνειδητοποίησε ότι «ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει αυτήν τη σιωπηλή ενδοσκόπηση (όταν εξετάζουμε τι λέμε και τι κάνουμε), δεν θα έχει πρόβλημα να αντικρούσει τον εαυτό του και αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορέσει ποτέ, ούτε θα θελήσει, να δώσει λογαριασμό για όσα λέει ή κάνει, ούτε θα έχει πρόβλημα να διαπράξει οποιοδήποτε έγκλημα αφού μπορεί να είναι ήσυχος ότι θα ξεχαστεί το επόμενο λεπτό». Ο Άιχμαν είχε αποφύγει την σωκρατική αυτοκριτική. Απέτυχε να επιστρέψει στον εαυτό του, σε μια κατάσταση απομόνωσης. Απέρριψε την vita contemplativa, κι έτσι απέτυχε να μπει στην απαραίτητη διαδικασία της ερωταπόκρισης που θα του είχε επιτρέψει να εξετάσει τη σημασία των πραγμάτων, να κάνει τη διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό και το πλασματικό γεγονός, την αλήθεια και το ψέμα, το καλό και το κακό.
mike-kelley.jpg

«Είναι προτιμότερο να υπομένεις το κακό, παρά να κάνεις κακό», έγραψε η Άρεντ, «διότι μπορείς να μείνεις φίλος με κάποιον που υποφέρει, αλλά ποιος θα ήθελε να είναι φίλος ή να πρέπει να ζήσει με έναν δολοφόνο; Ούτε καν ένας άλλος δολοφόνος». Δεν είναι ότι οι μη σκεπτόμενοι άνθρωποι είναι τέρατα, ότι οι θλιβεροί υπνοβάτες του κόσμου θα προτιμούσαν να διαπράξουν φόνο από το να αντιμετωπίσουν τη μοναξιά. Αυτό που έδειξε ο Άιχμαν στην Άρεντ είναι ότι η κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει ελεύθερα και δημοκρατικά μόνο αν αποτελείται από άτομα που ασχολούνται με την δραστηριότητα της σκέψης –μια δραστηριότητα που απαιτεί απομόνωση. Η Άρεντ πίστευε ότι «το να ζεις μαζί με άλλους ξεκινά από το να ζεις με τον εαυτό σου».Όμως τι γίνεται, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, αν κάποιος νιώθει μοναξιά όταν είναι μόνος; Δεν υπάρχει κίνδυνος να γίνουμε μοναχικά άτομα, αποκομμένα από τις χαρές της φιλίας; Οι φιλόσοφοι έχουν από καιρό κάνει έναν προσεκτικό σημαντικό διαχωρισμό ανάμεσα στην απομόνωση και τη μοναξιά. Στην Πολιτεία (περίπου 380 π.Χ.), ο Πλάτωνας προσέφερε ένα παράδειγμα στο οποίο ο Σωκράτης εκθειάζει τον μοναχικό φιλόσοφο. Στην αλληγορία του σπηλαίου, ο φιλόσοφος ξεφεύγει από το σκότος ενός υπόγειου κρησφύγετου –και τη συντροφιά των άλλων ανθρώπων– παραδιδόμενος στο φως της στοχαστικής σκέψης. Μόνος, αλλά όχι μοναχικός, ο φιλόσοφος συντονίζεται με τον βαθύτερο εαυτό του και τον κόσμο. Στην απομόνωση, ο σιωπηλός διάλογος «που κάνει η ψυχή με τον εαυτό της» μπορεί επιτέλους να ακουστεί.Απηχώντας τον Πλάτωνα, η Άρεντ παρατήρησε: «Η σκέψη, υπαρξιακά μιλώντας, είναι μια υπόθεση μονήρης, αλλά όχι μοναχική. Η απομόνωση είναι αυτή η ανθρώπινη κατάσταση στην οποία κάνεις παρέα στον εαυτό σου. Η μοναξιά έρχεται… όταν είμαι μόνη και χωρίς παρέα» αλλά την επιθυμώ και δεν μπορώ να την βρω. Στην απομόνωση, η Άρεντ ποτέ δεν αναζήτησε τη συντροφικότητα, δεν πόθησε την camaraderie γιατί δεν ήταν ποτέ πραγματικά μόνη». Ο εσώτερος εαυτός της ήταν ένας φίλος με τον οποίο μπορούσε να συζητήσει, η σιωπηλή φωνή που κάνει την καίρια σωκρατική ερώτηση: «Τι εννοείς όταν λες…;». Ο εαυτός μας, υποστήριξε η Άρεντ, «είναι ο μόνος από τον οποίο δεν μπορείς ποτέ να ξεφύγεις –εκτός κι αν πάψεις να σκέφτεσαι».Η προειδοποίηση της Άρεντ είναι τρομερά επίκαιρη στους καιρούς μας. Στον υπερ-συνδεδεμένο μας κόσμο, έναν κόσμο όπου μπορούμε να επικοινωνούμε συνεχώς και αστραπιαία μέσω του ίντερνετ, σπάνια θυμόμαστε να βρίσκουμε χώρους για μοναχικό διαλογισμό. Τσεκάρουμε τα email μας εκατοντάδες φορές την ημέρα, στέλνουμε χιλιάδες μηνύματα το μήνα, εμμονικά σερφάρουμε στο Twitter, το Facebook και το Instagram, λαχταρώντας να συνδεθούμε ανά πάσα στιγμή είτε με στενούς φίλους είτε με απλώς γνωστούς. Αναζητάμε φίλους φίλων, πρώην εραστές, ανθρώπους που μετά βίας γνωρίζουμε, ανθρώπους που δεν έχουμε καμία δουλειά/δεν υπάρχει κανένας λόγος να γνωρίζουμε. Ποθούμε τη συνεχή συντροφιά.
tracey-emin-more-solitude-.jpg
![Tracey Emin, More Solitude, 2014. [Courtesy Tracey Emin Studio © Bildrecht, Wien 2015]](https://insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-img/public/tracey-emin-more-solitude-.jpg?itok=nGQ9x-JU)
Όμως η Άρεντ μας θυμίζει ότι αν χάσουμε την ικανότητά μας να μένουμε μόνοι με τον εαυτό μας, χάνουμε την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε. Κινδυνεύουμε να γίνουμε ένα με το πλήθος. Κινδυνεύουμε να «παρασυρθούμε», όπως το διατύπωσε «από οτιδήποτε άλλο σκέφτονται και πράττουν όλοι οι άλλοι», χάνοντας την ικανότητα, εγκλωβισμένοι στην απερίσκεπτη συμμόρφωση, να ξεχωρίσουμε «το σωστό από το λάθος, το όμορφο από το άσχημο». Η απομόνωση δεν είναι μόνο ένα συναίσθημα βασικό για την ανάπτυξη της ατομικής επίγνωσης –και συνείδησης– αλλά και μια εξάσκηση που μας προετοιμάζει για τη συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Πριν μπορέσουμε να κάνουμε παρέα με άλλους, πρέπει να μάθουμε να κάνουμε παρέα στον εαυτό μας. Η Jennifer Stitt κάνει μεταπτυχιακό στην Ιστορία της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Wisconsin-Madison. To κείμενο δημοσιεύτηκε στις 11 Ιουλίου 2017 στο aeon. Aναδημοσιεύεται στα πλαίσια του Creative Commons Attribution-No Derivatives.![]()

![René Magritte, La condition humaine (The Human Condition), 1933, Oil on canvas. [National Gallery of Art, Washington © Charly Herscovici /ADAGP / ARS, 2013]](https://insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-img/public/rene-magritte.jpg?itok=W8_1US_b)