Εισαγγελέας εναντίον Προέδρου της Δημοκρατίας για τη Siemens
‘

Κατά διαβολική σύμπτωση, μία μέρα μετά την απόφαση του Εφετείου, στις 25 Ιουλίου του 2017, ο αντιεισαγγελέας εφετών Στυλιανός Κωσταρέλλος έκανε πρόταση στο Συμβούλιο Εφετών Αθήνας, ζητώντας να παραπεμφθούν με το αδίκημα της απιστίας (ή της ηθικής αυτουργίας για απιστία) 18 άτομα, για την παραλαβή του C4I το 2009. Το σκεπτικό του είναι ότι το σύστημα είχε αστοχίες και γι΄ αυτό δεν έπρεπε ποτέ να παραληφθεί, αλλά υπήρξαν πιέσεις που το επέβαλαν.Ανάμεσα στους 18 βρίσκονται 4 πρώην υπάλληλοι της Siemens, 2 πρώην υπάλληλοι της SAIC, 5 μεσάζοντες στις ροές από τα «μαύρα ταμεία» της Siemens (η οποία ήταν υπεργολάβος της SAIC στο έργο ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων) και τα μέλη της επιτροπής παραλαβής του συστήματος.Tρία ακόμα ονόματα υπάρχουν στη λίστα του Στυλιανού Κωσταρέλλου: ανάμεσά τους βρίσκεται κι αυτό του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου, ο οποίος παρέλαβε το έργο της SAIC το 2009 ως υπουργός Εσωτερικών. Αν δηλαδή δεν είχε παραγραφεί το αδίκημα, ο ΠτΔ θα ήταν και αυτός κατηγορούμενος, μαζί με δύο ακόμα πρώην συναδέλφους του, τον Χρήστο Μαρκογιαννάκη και τον Βύρωνα Πολύδωρα, που ήταν υπουργοί σε διαφορετικές φάσεις παραλαβής του C4I.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κύριος Κωσταρέλλος καταλήγει σε παρόμοιες διαπιστώσεις. Σε προηγούμενη πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών το 2014, είχε κατηγορήσει τους κρατικούς υπαλλήλους που παρέλαβαν το σύστημα για απάτη (διαφορετική κατηγορία από την απιστία, καθώς προϋποθέτει και υλικό όφελος). Συνάντησε όμως τότε τη σφοδρή αντίδραση της ανακρίτριας που είχε τη συνολική ευθύνη για τις ανακρίσεις της Siemens, Μαρίας Νικολακέα.Ο λόγος που η ανακρίτρια αντέδρασε ήταν ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να συνδέει τη δραστηριότητα των «μαύρων ταμείων» της Siemens με την εξέλιξη της σύμβασης της SAIC για το έργο των Ολυμπιακών. Γι’ αυτόν εξάλλου το λόγο, η δίκη που γίνεται σήμερα για τη Siemens αφορά αποκλειστικά και μόνο παράνομες πληρωμές για τη σύμβαση 8002 μεταξύ Siemens και OTE.Το σκεπτικό της πρότασης Κωσταρέλλου, που από αρκετούς συναδέλφους του χαρακτηρίζεται ως ιδιόρρυθμος δικαστής, διατυπώθηκε και από έναν δικαστή που μειοψήφησε στην απόφαση του Εφετείου της προηγούμενης μέρας. Αυτός υποστήριξε χοντρικά ότι αν η Siemens δεν έκανε παράνομες πληρωμές από τα «μαύρα ταμεία», το ελληνικό δημόσιο δεν θα παραλάμβανε το σύστημα και άρα η SAIC δεν θα ήταν σε θέση να πάει στη διαιτησία και να την κερδίσει.
Πηγές στους δικηγορικούς κύκλους έχουν μία μόνο εξήγηση για την πρόταση του Κωσταρέλλου: από τη στιγμή που ελήφθη απόφαση ότι το ελληνικό δημόσιο πρέπει να πληρώσει 40 εκατομμύρια, ο μόνος τρόπος να το αποφύγει και να καθυστερήσει τουλάχιστον την πληρωμή είναι η εκκίνηση μίας ποινικής διαδικασίας, με την οποία το δημόσιο θα δείξει ότι ποινικά αδικήματα εκτροχίασαν τη σύμβαση από το πλαίσιο που είχε συμφωνηθεί.
greekconsulateny.jpg
«Η λύση για το δημόσιο ήταν μια ποινική δικογραφία, την οποία θα επικαλείται όταν προσπαθήσει να κάνει εκ νέου αναίρεση σε Εφετείο για να μην εκτελεσθεί η απόφαση της διαιτησίας. Το αργότερο στο χρονικό αυτό σημείο όμως, οι Αμερικάνοι θα μας πάρουν κάποιο κτίριο προξενείου», λέει δικαστική πηγή με άμεση εμπλοκή στο θέμα, στο inside story. Στο σημείο αυτό μπαίνει στο κάδρο ο κ. Κωσταρέλλος.Προτού συνεχίσουμε πρέπει να κάνουμε μία διευκρίνιση: στην πραγματικότητα, στη γερμανική δικογραφία για τα «μαύρα ταμεία» της Siemens υπήρχαν αρκετά στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία για μία έρευνα στην Ελλάδα σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία αξιωματούχων, οι οποίοι έπαιξαν ρόλο στην προσωρινή παραλαβή του συστήματος ασφαλείας των Ολυμπιακών, που έγινε το 2004.Τόσο η κυρία Νικολακέα όμως, όσο και ο κύριος Κωσταρέλλος, επέλεξαν να επικεντρωθούν σε άλλες χρονικές περιόδους της εκτέλεσης της σύμβασης, πιο κοντά στην οριστική παραλαβή της, το 2009. Χωρίς να ελέγξουν τους ανθρώπους που έπαιξαν ρόλο στην υλοποίηση της σύμβασης λίγο πριν και λίγο μετά το 2004.
Η πρόταση των 233 σελίδων πρέπει να δώσει φαινομενικά πειστικές απαντήσεις, εκεί που ο Κωσταρέλλος απέτυχε το 2014 να πείσει την Νικολακέα. Αφού οι δωροδοκίες της Siemens για το C4I δεν αποδεικνύονται, σε αντίθεση με τις συμβάσεις του ΟΤΕ, δεν εμφανίζονται δηλαδή από την δικογραφία πληρωμές σε μέλη της επιτροπή παραλαβής ή σε υπουργούς, πρέπει να τεκμηριωθεί κάποιο άλλο αδίκημα.Ο Κωσταρέλλος επιλέγει την απιστία, δηλαδή τη συμπεριφορά εκείνη που οδηγεί στην ελάττωση της περιουσίας που το δημόσιο έχει εμπιστευθεί στους υπαλλήλους του. Και την ηθική αυτουργία σε απιστία για τους υπαλλήλους της Siemens, που σημαίνει ότι πίεσαν τους κρατικούς υπαλλήλους να παραλάβουν ένα σύστημα που δεν θα έπρεπε, για το συμφέρον του ελληνικού δημοσίου, να είχαν παραλάβει.Υπάρχουν ωστόσο κάποιες δυσκολίες στο να συνδεθεί τυχόν αξιόποινη συμπεριφορά των υπαλλήλων της Siemens (υπεργολάβου της SAIC) με την παραλαβή του C4I. Η πρώτη από αυτές είναι η εξής:Σύμφωνα με το πόρισμα του κ Κωσταρέλλου –που βρίσκεται στην κατοχή του inside story– ο Μιχάλης Χριστοφοράκος, που παραιτήθηκε από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Siemens το Δεκέμβριο του 2007, συνεργάσθηκε με τη Siemens για ενάμιση τουλάχιστον χρόνο ακόμα, επιδιώκοντας να γίνει αποδεκτό το C4I από την ελληνική κυβέρνηση. Αποδείξεις όμως γι’ αυτή τη συνεργασία δεν προσκομίζει ο εισαγγελικός λειτουργός. Και το σύστημα παρελήφθη το 2009 από το ελληνικό δημόσιο, όταν ο Μιχάλης Χριστοφοράκος και ένας συνεργάτης του είχαν αποχωρήσει από την Siemens 14 μήνες νωρίτερα. Πώς συνδέονται λοιπόν με την πίεση που φέρονται ότι άσκησαν στα μέλη της επιτροπής παραλαβής να το αποδεχθούν;
hristoforakos_skitso.jpg
Γράφει ο αντιεισαγγελέας: «…και μετά την αποχώρηση αυτή, ο Μιχ. Χριστοφοράκος συνέχισε “παρασκηνιακά” πλέον και όχι ως εκπρόσωπος της Siemens AE να “προωθεί” (σ.σ. τι νόημα έχουν τα εισαγωγικά σε ένα νομικό κείμενο που όλα εννοούνται κυριολεκτικά, όταν πρόκειται για γεγονότα;) την υπόθεση της παραλαβής του C4I μέχρι και της 16/2/2009, όταν έγινε η έγκριση της παραλαβής των υποσυστημάτων 1-7, εκμεταλλευόμενος τις σχέσεις που είχε αναπτύξει με υψηλόβαθμα στελέχη των ανωτέρω κομμάτων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ λόγω των παράνομων χρηματοδοτήσεων προς αυτά, στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας 2% (σ.σ. επί του τζίρου της Siemens για τα κόμματα) και τις δωροδοκίες που είχε διαπράξει ως διευθύνων σύμβουλος της Siemens AE…» (σελ. 61 της πρότασης προς το συμβούλιο).Από όσα γράφει ο αντιεισαγγελέας, δεν έχει αποδειχθεί το παραμικρό. Ο Χριστοφοράκος εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση από τον νούμερο 2 της Siemens, Πέτερ Σόλεμσεν, όταν στις 14/12/2007 αρνήθηκε να καταγγείλει δύο προϊσταμένους του για γνώση της δραστηριότητας των «μαύρων ταμείων». Το πρώτο δημοσίευμα για την υπόθεση αυτή στην Ελλάδα έγινε έναν μήνα αργότερα. Στη συνέχεια η Siemens τον αντιμετώπισε εχθρικά. Το ζήτημα της παραλαβής των συστημάτων το χειρίσθηκε κυρίως η αμερικανική πλευρά.O Χριστοφοράκος, επιμένει ο Κωσταρέλλος, μαζί με έναν ακόμα συνεργάτη του «πιέσαν με φορτικότητα» και με τη συνδρομή δύο υπαλλήλων της SAIC τους υπαλλήλους της επιτροπής παραλαβής, που με την σειρά τους πίεσαν τους πολιτικούς τους προϊσταμένους ώστε να παραλάβουν το σύστημα, παρόλο που:
- Δεν είχε προηγηθεί η εκπαίδευση του προσωπικού.
- Δεν είχε διασφαλισθεί η διασύνδεση του συστήματος ώστε να είναι όπως προέβλεπε η σύμβαση του 2002 «ετοιμοπαράδοτο με το κλειδί στο χέρι».
Έτσι διέπραξαν το αδίκημα της απιστίας, ελαττώνοντας την περιουσία του ελληνικού δημοσίου.
Ο εισαγγελικός λειτουργός υποστηρίζει έτσι, σε αντίθεση με τα συμπεράσματα που έβγαλε η συνάδελφός του Μαρία Νικολακέα, ότι οι πληρωμές που έκανε ο Χριστοφοράκος μετά το 2003 αφορούσαν την παραλαβή του συστήματος ασφάλειας C4I και όχι τις παραγγελίες του ΟΤΕ, παρά το γεγονός ότι ο Χριστοφοράκος και άλλοι δικάζονται στην κυρίως δίκη της Siemens για την καταβολή των ποσών αυτών (μέσω του Π. Μαυρίδη) σε αξιωματούχους του ΟΤΕ ή ανθρώπους που είχαν αποφασιστική γνώμη στη σύμβαση του ΟΤΕ.Το περίεργο είναι ότι στο διαφορετικό αυτό συμπέρασμα καταλήγει αξιοποιώντας το ίδιο ανακριτικό υλικό με τους συναδέλφους του, καθώς δεν προέκυψαν νέα στοιχεία εντωμεταξύ.Ενώ λοιπόν οι συνάδελφοι του Κωσταρέλλου έχουν υπολογίσει ότι τα χρήματα για εκείνο που χαρακτηρίζεται «σκάνδαλο Siemens» δίνονταν για άλλη σύμβαση, τώρα από το Συμβούλιο Εφετών ζητάται να δεχθεί ότι είχαν δοθεί για το έργο ασφαλείας των Ολυμπιακών αγώνων.
Κάπως έτσι ο εισαγγελικός λειτουργός καταλήγει να κατηγορήσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλο ότι συνέβαλε στο να ελαττωθεί η περιουσία του ελληνικού δημοσίου κατά 147 εκατομμύρια ευρώ, αποδεχόμενος μαζί με τους συναδέλφους του κ. Βύρωνα Πολύδωρα και κ. Χρήστο Μαρκογιαννάκη την παραλαβή του συστήματος ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων C4I.Η αξιολόγησή του είναι βέβαια χωρίς αντίκρισμα, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος, ακόμα και αν διαπράχθηκαν τα αδικήματα, έχουν παραγραφεί. Στην πρότασή του ο Κωσταρέλλος απορρίπτει προηγούμενη ερμηνεία των στοιχείων της ίδιας δικογραφίας που είχε κάνει η ειδική εφέτης ανακρίτρια, η οποία είχε διαφωνήσει με την γνώμη του Κωσταρέλλου ότι υπάρχει ανάγκη «περαιτέρω κυρίως ανάκρισης», επικαλούμενη την εξεταστική επιτροπή της Βουλής, σύμφωνα με την οποία δεν προέκυψε ενδεχόμενη ποινική ή άλλη ευθύνη «στα πρόσωπα των διατελεσάντων υπουργών Βύρωνα Πολύδωρα, Προκοπίου Παυλόπουλου και Χρήστου Μαρκογιαννάκη».Γράφει στη σελίδα 46 της πρότασής του ο αντιεισαγγελέας εφετών «…οι Υπουργοί Δημόσιας Τάξης Βύρωνας Πολύδωρας και Προκόπης Παυλόπουλος, οι οποίοι υπέγραψαν την 5η και 7η τροποποίηση της σύμβασης (σ.σ. με τις οποίες έγινε δυνατή η “κομματιαστή” παραλαβή του συστήματος) και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Χρήστος Μαρκογιαννάκης, ο οποίος ενέκρινε την παραλαβή των υποσυστημάτων 1-7 είναι υπάλληλοι, αφού τους έχει ανατεθεί προσωρινά η άσκηση δημόσιας εξουσίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η διαχείριση δημόσιας περιουσίας […] ελάττωσαν την περιουσία του ελληνικού λαού […] Την απόφαση να τελέσουν τις ανωτέρω πράξεις απιστίας κατά τα αντικειμενικά τους στοιχεία οι τρεις ανωτέρω υπουργοί, τους την προκάλεσαν με πειθώ και φορτικότητα και χρησιμοποιώντας την πράξη της δωροδοκίας κρατικών λειτουργών που δεν προσδιορίσθηκαν (!!!) αλλά και της αθέμιτης κρυφής χρηματοδότησης των ανωτέρω κομμάτων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ […] οι υπάλληλοι τόσον της SAIC όσο και της Siemens (σ.σ. σελίδες 46-47)».Πιο πριν ο εισαγγελικός λειτουργός ομολογεί ότι δεν μπορεί να αξιολογήσει τα υποκειμενικά στοιχεία στην πράξη αυτή (δηλαδή οι υπουργοί παρουσιάζονται ότι συνήργησαν, αλλά μπορεί να το έκαναν και χωρίς τη θέλησή τους) αλλά κατά τα άλλα θεωρεί ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση αξιόποινης πράξης. Μικρό το πταίσμα μπροστά στα άλλα απίθανα που συνέβησαν και συμβαίνουν στην προσπάθεια του ελληνικού δημοσίου να ξεμπλέξει από προβλήματα που το ίδιο δημιούργησε, σε ό,τι αφορά το σύστημα ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων και τη δικαστική του κληρονομιά.


