Από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη……….
Την αγάπη στα άρματα περιγράφει και ο Μακρυγιάννης *, με το απαράμιλλο ύφος του όταν ζητάει από τον Αγιάννη, να του δώσει άρματα καλά που εδώ θα είχαν και την ευλογία του Αγίου. 
Έτσι δένει ο Μακρυγιάννης την επιθυμία του, με την πανάρχαιη τών Ελλήνων αντίληψη για τα άρματα, τα ευλογημένα από τους θεούς ( όπλα του Αχιλλέως κλπ ) 
Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη Καραβίας 1957. «…Έγινα ώς δεκατεσσέρων χρονών και πήγα είς πατριώτη μου εις Ντεσφίνα. Ήταν ο αδελφός του με τον Αλήπασια και ήταν ζαμπίτης αυτός είς την Ντεσφίναν. Στάθηκα με εκείνον μιάν ημέρα. Ήταν γιορτή και παγγύρι τ’ Αγιαννιού. Πήγαμεν εις το παγγύρι μόδωσε το ντουφέκι του να το βαστώ. Εγώ θέλησα να το ρίξω, ετζακίστη. 
Τότε μ’ έπιασε σε όλον τον κόσμον ομπρός και με πέθανε εις το ξύλο. Δεν μ’ έβλαβε το ξύλο τόσο, περισσότερον η ντροπή τού κόσμου. Τότε όλοι τρώγαν και πίναν και εγώ έκλαιγα. 
Αυτό το παράπονον δεν ηύρα άλλον κριτή να το ειπώ να με δικιώση, έκρινα εύλογον να προστρέξω είς τον Αι – Γιάννη, ότι είς το σπίτι του μόγινε αυτήνη η ζημία και η ατιμία
 Μπαίνω την νύχτα μέσα εις την εκκλησιά του και κλειώ την πόρτα κι’ αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες: « τ’ είναι αυτό οπούγινε σ’ εμέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν ». 
Και τον περικαλώ να μού δώση άρματα καλά κι’ ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα τού φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. 
Με τις πολλές φωνές κάναμεν τις συμφωνίες με τον άγιον ». Η απίστευτη σχεδόν, για τα σημερινά δεδομένα, αυτή σκηνή, ενός εφήβου, να προσφύγει στον προστάτη Άγιό του «… ότι στο σπίτι του μόγινε αυτή η ζημιά…». Με πολλές φωνές, να κάμη την συμφωνία με τον Άγιο αξίζει να την διαβάσει κανείς πολλές φορές. 
Θυμίζει τα Ομηρικά χρόνια, πού οι θνητοί, μιλούσαν με τους θεούς, ακόμη και διαφωνούσαν, δείχνει δε πόσο βαθειά είναι η ελληνική ρίζα, αυτό το παράξενο μείγμα πατρίδας και θρησκείας, πού μόνον ένας αφηγητής, γνήσιος λαϊκός, σαν τον Μακρυγιάννη, μπορεί να περιγράψει.