Χ Φλωράκης 
«Η δράση μου στο Δημοκρατικό Στρατό»Το απόσπασμα της έκθεσης Φλωράκη που αναφέρεται στα χρόνια του βουνού, έχει ως εξής:

«Το Νοέμβρη του 1946 βγήκα στο ΔΣΕ, ύστερα από εντολή του κόμματος. Την εντολή μού την έδωσε προσωπικά ο σ. Στέργιος Αναστασιάδης.
Συνδέθηκα με τον σ. Γούσια που και κείνος πήγαινε σαν επικεφαλής στη Ρούμελη. Για μένα καθορίστηκε να βγω ένοπλα από την Αθήνα στην Πάρνηθα. Στην Πάρνηθα θα συναντούσαμε μια ομάδα καταδιωκομένων και από κει θα συνεχίζαμε το δρόμο για τη Ρούμελη. Με τη βοήθεια της οργάνωσης της Αθήνας σχηματίσαμε μια ομάδα από 9 με επικεφαλής εμένα. 

Η ομάδα στην Πάρνηθα δεν υπήρχε, επρόκειτο για κάτι καταδιωκόμενους αντάρτες του ΕΛΑΣ που ζούσαν παράνομα στην Αθήνα, που είχαν όπλα κρυμμένα στο καλύβι της Χασιάς και ετοιμάζονταν να βγουν έξω. Παρά το γεγονός αυτό αποφασίστηκε να βγούμε δίχως την ομάδα της Πάρνηθας, χωρίς να έχουμε καμία πληροφορία ακόμα για κατάσταση στην περιοχή κ.λπ. Στην ομάδα μας ήρθαν και 4 από τους καταδιωκόμενους, έτσι βγήκαμε 13 από την Αθήνα στην Πάρνηθα οπλισμένοι με πιστόλια, περνώντας από τα καλύβια της Χασιάς πήραμε και ατομικά ντουφέκια. Από την Πάρνηθα περάσαμε στον Κιθαιρώνα (…).Η πορεία μας προς τον Κιθαιρώνα δεν ήταν ομαλή (…). Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής ήταν να κοπούνε τρεις από την περιφέρεια της Αττικής, να πέσουν σε ενέδρα χωροφυλάκων και μάυδων και να σαστίσουν. Με τους υπόλοιπους επιχειρήσαμε 4 βραδιές συνέχεια να περάσουμε δίχως οδηγό από Κιθαιρώνα στον Ελικώνα. 

Με την κακοκαιρία όμως που είχε ξεσπάσει (χιόνι και συνεχής ομίχλη) δεν τα καταφέραμε να περάσουμε και γυρίζαμε πάλι στον Κιθαιρώνα. Εν τω μεταξύ άρχισε σοβαρή εξάντληση από την πείνα, την αϋπνία (…)
Αρρωστοι από τις ταλαιπωρίες, είχαμε 10-12 μέρες. Ολοι τους βάλανε το ζήτημα ότι κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορούν να προχωρήσουν (πρωτοστατούντος του Γαλανού). Ετσι αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε στην Αθήνα και να φύγουμε με άλλο τρόπο, γυρίσαμε μέχρι την Κάζα, εκεί χωρίσαμε για να τραβήξουμε για την Αθήνα και να μπούμε μεμονωμένα (…). 

Εγώ είχα πάθει ελαφριά κρυοπαγήματα. Υστερα από δυο μέρες συνήντησα τον σ. Κώστα Φαρμάκη και Στέργιο Αναστασιάδη και αποφασίστηκε να φύγω μέσω Θεσσαλίας. Ετσι έφυγα από τον Πειραιά – Βόλο – Σοφάδες και από τους Σοφάδες στο Θραψίμι όπου βρήκα Φρουραρχείο του Αρχηγείου Αγράφων, από κει κατέβηκα στη Ρούμελη όπου συνάντησα το σ. Γούσια. Για την υπόθεση αυτή εγώ βρίσκω ευθύνες στον εαυτό μου γιατί δεν αντιμετώπισα από την πρώτη μέρα της πορείας την κατάσταση αποφασιστικά ενάντια στους βραδυπορούντες, ακόμα λάθος βρίσκω και το γεγονός ότι δεν είπα τη γνώμη μου στο κόμμα όταν διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει ομάδα στην Πάρνηθα και καμιά απολύτως πληροφορία δεν υπήρχε. Μέχρι τον Μάρτη 1946 ήμουνα στη Ρούμελη, δούλεψα στην αρχή με τον σ. Διαμαντή στις διεισδύσεις Παρνασσού και Λοκρίδας. Αργότερα στη Δυτική Στερεά σαν διοικητής του αρχηγείου, πήρα μέρος στις επιχειρήσεις Ρούμελης, στη διείσδυση και ελιγμό Βάλτου – Τζουμέρκα για τη μεταφορά του Γ.Α. από Ρούμελη – Μακεδονία. Από τον Απρίλη του 1948 μέχρι το πέρασμά μου στην Αλβανία ήμουνα διοικητής της 1ης Μεραρχίας. Με την πρώτη ονομασία των αξιωματικών του ΔΣΕ Δεκέμβρης του 1947, ονομάστηκα αντισυνταγματάρχης, τον Απρίλη του 1948 Συνταγματάρχης και τον Σεπτέμβρη του 1949 υποστράτηγος. Μου δόθηκε μετάλλιο στρατιωτικής αξίας Β’, τραυματίστηκα ελαφρά στο κεφάλι και χέρι στις επιχειρήσεις Νότιας Ηπείρου στο Ξεροβούνι το 1948. Από την Αλβανία πήγα στην Τασκέντ και τον Οκτώβρη του 1950 βρίσκομαι σε σχολή».