«Πάνω από το ματωμένο πεδίο της μάχης, το διάσπαρτο από τα πτώματα των Μεξικανών, σηκώθηκε η άγρια κραυγή των Απάτσι. Έτσι όπως ήμουν βουτηγμένος στο αίμα των εχθρών μου και εξακολουθούσα να κρατάω το νικηφόρο όπλο μου, γενναίοι Απάτσι με περικύκλωσαν και με όρισαν αρχηγό του πολέμου όλων των Απάτσι».
Έτσι περιγράφει την κατάληξη της πιο αιματηρής μάχης των Απάτσι με τους Μεξικανούς στρατιώτες ο αρχηγός τους, ο φημισμένος Τζερόνιμο, στην «Αυτοβιογραφία» του που μόλις εκδόθηκε από τις εκδόσεις Άγρα. Ήταν η πιο άγρια μάχη που δόθηκε το 1859 ανάμεσα στους Απάτσι και τον μεξικάνικο στρατό και έμεινε στην ιστορία της φυλής του ως η μάχη της εκδίκησης για τη σφαγή του Κασκίγιε του προηγούμενου καλοκαιριού, όταν ο καταυλισμός που είχαν στήσει στην πόλη Κασκίγιε δέχτηκε επίθεση από τον μεξικάνικο στρατό. Εκεί οι Μεξικανοί με μία αιφνιδιαστική έφοδο, «σκότωσαν όλους τους φρουρούς, άρπαξαν τα όπλα μας, αιχμαλώτισαν τα άλογα μας, κατέστρεψαν τις προμήθειες μας και σκότωσαν πολλές γυναίκες και παιδιά. Διαπίστωσα πως η γρια μάνα μου, η νεαρή σύζυγός μου και τα τρία μικρά παιδιά μου περιλαμβάνονταν στα θύματα της σφαγής. Ο καταυλισμός δεν είχε φως, κι έτσι, χωρίς να με αντιληφθούν, ξεμάκρυνα και πήγα να σταθώ πλάι στο ποτάμι. Εκεί έφαγα λίγο και μίλησα με άλλους Ινδιάνους που είχαν χάσει τους δικούς τους στη σφαγή, όμως κανένας δεν είχε τις δικές μου απώλειες, γιατί εγώ τα έχασα όλα».
Ποιοι ήταν όμως οι
Απάτσι, μία φυλή που προτιμούσε τις ερήμους της Αριζόνας και του Νέου Μεξικού και διέφερε από τις άλλες ινδιάνικες φυλές του αμερικανικού Βορρά που ζούσαν σε πυκνά δάση και εύφορα λιβάδια; Σύμφωνα με την δική τους κοσμογονία, Απάτσι ήταν το όνομα του γενναίου παιδιού που με μία χούφτα βέλη σκότωσε τον πονηρό και μοχθηρό δράκο που καταβρόχθιζε τα βρέφη των ανθρώπων. Ο Γιουσέν, ο θεός στη γλώσσα τους, τον δίδαξε τη μάχη και το κυνήγι και τον στόλισε με τα φτερά του αετού, «σημάδι δικαιοσύνης, σοφίας και δύναμης».
Ο πρώτος λευκός που συνάντησε Απάτσι ήταν ο Ισπανός κονκισταδόρ
Φρανσίσκο Βασκέθ ντε Κορονάντο στην εκστρατεία του στα βόρεια του Μεξικού μετά
την σφαγή των Αζτέκων από τον Κορτές και την προσάρτηση του Μεξικού κάτω από τη σημαία του Βασιλιά της Ισπανίας. Σε εκείνο το ερημικό τοπίο, όπου δεν υπήρχαν ούτε επιβλητικά ανάκτορα ούτε χρυσάφι, ανακάλυψε μια φυλή αυτοχθόνων νομάδων που δεν την ένοιαζε το χρυσάφι ούτε η καλλιεργήσιμη γη, αλλά το νερό και οι κυνηγότοποι. Ήταν μία φυλή που είχε κατέβει από τα δάση του Καναδά και βρήκε καταφύγιο στα άγονα εδάφη ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Μεξικό. Εκεί οι Απάτσι έχτισαν τον μύθο τους διεξάγοντας έναν διαρκή ανταρτοπόλεμο με τους Ισπανούς κατακτητές που τελικά αποσύρθηκαν από τις περιοχές.
Ο
Τζερόνιμο γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1829 στην Αριζόνα. Εκεί δεν είχε εφαρμοστεί ακόμα η πολιτική εκτόπισης των ινδιάνικων πληθυσμών που εφάρμοζε η κυβέρνηση των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία οι Ινδιάνοι εκδιώκονταν από τα εδάφη τους προς την Δύση ώστε να μείνει η γη στα χέρια των νεόφερτων αποίκων από την Ευρώπη. Σε αυτόν τον άγονο τόπο μεγάλωσε ο κατοπινός ηγέτης των Απάτσι που τότε είχε το όνομα Goyahkla, που σημαίνει «αυτός που χασμουριέται», μάλλον ακατάλληλο για ένα πολέμαρχο. Το Τζερόνιμο ήταν το πολεμικό του παρατσούκλι. Του το έδωσαν οι Μεξικανοί που όταν αντίκριζαν ξαφνικά τους Απάτσι να εμφανίζονται μέσα από την έρημο επικαλούνταν τρομοκρατημένοι τον άγιο Ιερώνυμο να τους σώσει. Έτσι τουλάχιστον αναφέρει η καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα, Άντζι Ντέμπο στο βιβλίο «
Geronimo, The Man His Time, His Place».
Ο Τζερόνιμο διδάχθηκε τους θρύλους της φυλής από τη μητέρα του και το κυνήγι και τον πόλεμο από τον πατέρα του. Έμαθε τις τελετές της φυλής και τη δουλειά στα χωράφια όπου η φυλή καλλιεργούσε καλαμπόκι, φασόλια, πεπόνια και κολοκύθες. Μέχρι να ενηλικιωθεί δεν αντίκρισε ποτέ λευκό. Και όταν τους αντίκρισε, τους είδε να μετράνε την γη και να την μοιράζουν σε ιδιοκτησίες. Οπότε ακολούθησε το μονοπάτι του πολέμου.
Ο Τζερόνιμο πολέμησε για τριάντα χρόνια αντιμετωπίζοντας από την μία πλευρά τον μεξικάνικο στρατό και από την άλλη το αμερικάνικο ιππικό. Η τακτική του ήταν μία, ο ανταρτοπόλεμος, η ξαφνική επίθεση, η γρήγορη φυγή και η διαρκής οπισθοχώρηση μπροστά στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού. Όπως γράφει η Ντέμπο, ακόμα και ο Τσε Γκεβάρα είχε μελετήσει την στρατηγική του αρχηγού των Απάτσι, όταν ετοίμαζε το δικό του αντάρτικο στη Βολιβία. Άλλωστε δεν αντιμετώπισε απλά κάποιους καταπατητές με ελάχιστο οπλισμό. Ενώ μαίνονταν ο Εμφύλιος Πόλεμος, η Συνομοσπονδία των Νότιων Πολιτειών διέταζε τους κυβερνήτες τους «να χρησιμοποιήσετε κάθε μέσο προκειμένου να πείσετε τους Απάτσι να προσέλθουν για να συνάψουν ειρήνη, και όταν συγκεντρωθούν, πρέπει να σκοτώσετε όλους τους ενήλικες και να αιχμαλωτίσετε τα παιδιά τα οποία θα πουληθούν για να καλυφθούν τα έξοδα της εξόντωσης τους».
Αυτήν την αντιμετώπιση είχαν οι Απάτσι από τις αρχές, γι’ αυτό και οι επιδρομές τους τόσο στις νότιες πολιτείες όσο και στο Μεξικό ήταν το ίδιο λυσσαλέες. Οι Απάτσι ήταν κυνηγημένοι, δολοφονούσαν χωρίς αναστολές λευκούς και Μεξικανούς –συχνά άοπλους κτηματίες– και απέκτησαν τη φήμη τρομερών πολεμιστών. Όχι άδικα, όπως διηγείται ο Τζερόνιμο. «Κρυβόμασταν στα περάσματα των βουνών και κάθε φορά που Μεξικανοί έμποροι περνούσαν τους σκοτώναμε, παίρναμε όσα εφόδια χρειαζόμασταν και τα υπόλοιπα τα καταστρέφαμε. Αδιαφορούσαμε για την ζωή μας επειδή νιώθαμε ότι όλοι ήταν εναντίον μας. Αν επιστρέφαμε στον καταυλισμό του φυλακίου, θα μας φυλάκιζαν και θα μας σκότωναν, αν μέναμε στο Μεξικό θα συνέχιζαν να στέλνουν εναντίον μας στρατιώτες, έτσι δεν σπλαχνιζόμασταν κανέναν ούτε ζητούσαμε χάρες».
Ο αγώνας όμως των Απάτσι ήταν από την αρχή καταδικασμένος. Το αμερικάνικο ιππικό, αφού είχε νικήσει τους Ινδιάνους των πεδιάδων, τους Κομάντσι, τους Σιού και τις άλλες φυλές του Βορρά, στράφηκε προς τον Νότο. Μπορεί οι Απάτσι κάτω από την καθοδήγηση του Τζερόνιμο να παρέμεναν απειλητικές σκιές στην έρημο και την οροσειρά της Σιέρα Μάδρε, ξεφεύγοντας έντεχνα από τις ενέδρες που έστηνε ο αμερικανικός στρατός, όμως έπρεπε να διασχίσουν χιλιόμετρα χωρίς νερό, έτρωγαν μικρές μερίδες παστό κρέας και πολεμούσαν συχνά μόνο με τόξα, ακόντια, πέτρες και τόμαχοκ, αφού δεν διέθεταν σφαίρες για τις ελάχιστες καραμπίνες τους. Ήταν πλέον 39 πολεμιστές απέναντι σε ένα στρατό 5.000 ανδρών. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι Απάτσι δεν είχαν καμία εμπιστοσύνη στους λευκούς, ο Τζερόνιμο σύναψε συνθήκη ειρήνης με τον Στρατηγό Μάιλς στις 4 Σεπτεμβρίου του 1886. Και αποφάσισε «να αφήσει το μονοπάτι του πολέμου και να ζήσει στο εξής ειρηνικά».
Η συνθήκη ειρήνης σύμφωνα με τη ινδιάνικη παράδοση επισφραγίστηκε με μία μεγάλη πέτρα που έθεσαν ανάμεσα στους στρατούς τους. Οι δύο άνδρες ορκίστηκαν ότι η ειρήνη θα διαρκούσε μέχρι η πέτρα να γίνει σκόνη από το πέρασμα του χρόνου. Σύμφωνα με τη συνθήκη οι Απάτσι θα μπορούσαν να ζήσουν στην Αριζόνα με τις οικογένειες τους, καλλιεργώντας τη γη και εκτρέφοντας ζώα. Σύντομα οι όροι καταπατήθηκαν. Οι λευκοί φέρονταν στους Απάτσι σαν σε απολίτιστους άγριους. Για παράδειγμα, δεν τους επέτρεπαν να έχουν χρήματα, αλλά όλα τα έσοδα από την αγορά των προϊόντων τους τα κατέθεταν σε ένα Ταμείο των Απάτσι που το διαχειριζόταν ένας αξιωματικός του ιππικού. Κατά τον αμερικάνικο Τύπο που χαιρέτησε με πηχυαίους τίτλους τη συμφωνία ειρήνης, οι Απάτσι που σύρθηκαν στη συμφωνία κουρασμένοι και πεινασμένοι, είχαν νικηθεί κατά κράτος. Οι λευκοί τους κοιτούσαν απαθείς να σκαλίζουν τη λιγοστή γη που τους είχαν αφήσει και να αυτοκαταστρέφονται πίνοντας μεσκάλ και μπύρα στους καταυλισμούς.
Ο Τζερόνιμο πέθανε ως αιχμάλωτος πολέμου από πνευμονία στις 17 Φεβρουαρίου του 1909 σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο του Φορτ Σιλ. Την προηγούμενη μέρα είχε επισκεφτεί τον καταυλισμό στο γειτονικό Λότον για να πουλήσει ένα από τα τόξα που έφτιαχνε. Πήρε τα χρήματα, μέθυσε και στο δρόμο του γυρισμού έπεσε από το κάρο του και έμεινε αναίσθητος όλη τη νύχτα κάτω από την παγωμένη βροχή. Έτσι περιγράφει το τέλος του θρυλικού αρχηγού των Απάτσι ο ιστορικός Φρέντερικ Τέρνερ, ο οποίος υπογράφει τον πρόλογο της αυτοβιογραφίας. Το πρωί τoν βρήκαν και τον μετάφεραν στο νοσοκομείο όπου ξεψύχησε. Ήταν ογδόντα ετών και είχε ζήσει την τελευταία εικοσαετία περιορισμένος στα εδάφη που του παραχώρησε η αμερικάνικη κυβέρνηση. Στη νεκρική κλίνη εξομολογήθηκε στον ανιψιό του ότι «μετάνιωσε που παραδόθηκε και ότι έπρεπε να είχε πολεμήσει μέχρι να σκοτωθεί και ο τελευταίος Απάτσι».
Αλλά όπως διατείνεται ο Τέρνερ, ο Τζερόνιμο σε αντίθεση με τους υπόλοιπους της φυλής του έδειξε εκπληκτικές ικανότητες προσαρμογής στις νέες συνθήκες διαβίωσης του. «Έγινε γεωργός, μέλος της Ολλανδικής Εκκλησίας των Μεταρρυθμιστών, δάσκαλος του κατηχητικού και ακούραστος πλασιέ του εαυτού του πουλώντας φωτογραφίες τόξα και βέλη σε πανηγύρια και εκθέσεις». Όπως και ο
Καθιστός Ταύρος, ο πολέμαρχος των Σιου που κατάντησε να περιοδεύει με το τσίρκο του Μπούφαλο Μπιλ, έτσι και ο Τζερόνιμο, ο ανίκητος Απάτσι, είχε μεταβληθεί σε μία καρικατούρα του παλιού του εαυτού.
Ο Τζερόνιμο δεν ήξερε να γράφει και πέρα από τη διάλεκτο της φυλής του μιλούσε λίγα ισπανικά. Διηγήθηκε αποσπασματικά τα γεγονότα της ζωής του, τους θρύλους και τις παραδόσεις των Απάτσι και την στρατηγική που ακολουθούσε στις μάχες με τους ισχυρότερους εχθρούς του στον Έισα Νταγκλούτζι, έναν νεαρό Απάτσι που γνώριζε αγγλικά. Αυτός ήταν που μετέφερε τα λεγόμενα του στον συνταγματάρχη Σ.M. Μπάρετ, τον οποίο γνώρισε το 1901. O Μπάρετ εντυπωσιάστηκε από την οξυδέρκεια του Τζερόνιμο και με την άδεια του προέδρου Τίοντορ Ρούζβελτ, συνέγραψε και εξέδωσε το ντοκουμέντο. Σκοπός του ήταν «να δοθεί στο αναγνωστικό κοινό μία αυθεντική καταγραφή της ζωής των Ινδιάνων Απάτσι, και να αντιμετωπιστεί ο αιχμάλωτος πολέμου Τζερόνιμο με την οφειλόμενη προς όλους τους αιχμαλώτους γενναιοφροσύνη, τουτέστιν, να του δοθεί το δικαίωμα να εκθέσει τις αιτίες που το ώθησαν να αντιταχθεί στον πολιτισμό μας και στους νόμους μας».
Η «Αυτοβιογραφία» του όμως παραμένει μία από τις πιο σημαντικές μαρτυρίες για την μοίρα των Ινδιάνων μετά την εισβολή των λευκών αποίκων στα εδάφη τους. Και είναι επίκαιρη σε μία εποχή που οι Σιου στο Στάντιγκ Ροκ της Βόρειας Ντακότα, βγήκαν στο προσκήνιο έδωσαν αγώνα και κατάφεραν να σταματήσουν, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, την κατασκευή του αγωγού πετρελαίου που θα μολύνει τη γη των προγόνων τους.
Το βιβλίο «Τζερόνιμο: Η Αυτοβιογραφία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου.
Γράφει κυρίως για μουσική, βιβλία και κοινωνικά κινήματα, μέχρι πρότινος στην Ελευθεροτυπία.