Αυγό και χοληστερόλη: μια μεγάλη παρεξήγηση

Το 1968 η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία συνιστούσε στους πολίτες να μην τρώνε πάνω από τρεις κρόκους την εβδομάδα καθώς υπέθετε ότι η αυξημένη κατανάλωση χοληστερόλης από τα τρόφιμα οδηγεί σε αυξημένη χοληστερόλη στο αίμα –και κατά συνέπεια σε αυξημένο ρίσκο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Τώρα η επιστημονική κοινότητα αναθεωρεί.
Χρόνος ανάγνωσης: 
7

Αρκετά συχνά διαβάζουμε άρθρα σχετικά με τη διατροφή και τα τρόφιμα τα οποία οδηγούν σε αντικρουόμενα συμπεράσματα. Αυτό συμβαίνει διότι η εκλαΐκευση των επιστημονικών ερευνών και η συνεπακόλουθη εξαγωγή συμπερασμάτων δεν γίνεται πάντα με τον κατάλληλο τρόπο ενώ οι συγγραφείς αρκετές φορές δεν είναι ειδικοί. Ωστόσο, καθώς και η επιστήμη εξελίσσεται υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες δημοσιευμένες και έγκυρες συμβουλές διατροφής επανεξετάζονται υπό το φως νεότερων επιστημονικών δεδομένων και γνώσης. Αυτό έχει ως συνέπεια την αναθεώρηση τους. Αυτή είναι και η περίπτωση της χοληστερόλης στα τρόφιμα –και ιδιαίτερα στα αυγά– και άρα και το σε ποιο βαθμό η χοληστερόλη που μετράμε στις εξετάσεις αίματος επηρεάζεται από την κατανάλωση αυγών.

Μια μεγάλη παρεξήγηση

Τις δεκαετίες του ’50 και ’60 η αύξηση σε θανάτους λόγω καρδιαγγειακών νοσημάτων πήρε διαστάσεις επιδημίας για αυτό και η επιδημιολογική έρευνα στράφηκε προς την αναζήτηση των αιτιών/παραγόντων κινδύνου που αφορούν σε αυτά. Μελέτες όπως η Framingham και η Μελέτη των Eπτά Χωρών ανέδειξαν την αυξημένη χοληστερόλη στο αίμα ως ένα παράγοντα που συμβάλλει στο αυξημένο ρίσκο εμφάνισης τους. Κατά συνέπεια, ήταν πολύ λογικό να υποτεθεί ότι αυξημένη κατανάλωση χοληστερόλης από τα τρόφιμα οδηγεί σε αυξημένη χοληστερόλη στο αίμα και κατά συνέπεια σε αυξημένο ρίσκο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Για τους επαγγελματίες υγείας αυτή η υπόθεση ήταν άκρως λογική καθώς οι αθηρωματικές πλάκες που σχηματίζονται στις αρτηρίες και αποτελούν ένα σημαντικό παράγοντα κινδύνου όσον αφορά στα καρδιαγγειακά νοσήματα, αποτελούνται από χοληστερόλη.Η χοληστερόλη συναντάται σε πολλά τρόφιμα, ωστόσο ένα αυγό περιέχει 186 mg (το σύνολο της οποίας εντοπίζεται στον κρόκο), περιεκτικότητα υψηλή σε σχέση με αυτήν σε άλλα τρόφιμα. Έτσι θεωρήθηκε σκόπιμο να συσταθεί στον ευρύ πληθυσμό ο περιορισμός της κατανάλωσης των αυγών.Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν αρκετές ελεγχόμενες μελέτες σίτισης με σκοπό να διαλευκάνουν την σχέση μεταξύ χοληστερόλης στα αυγά και χοληστερόλης στο αίμα, καθώς και πιθανούς τρόπους αντιμετώπισης της εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων στον πληθυσμό. Οι μελέτες έδειξαν ότι τα κορεσμένα λιπαρά στη διατροφή αυξάνουν τα επίπεδα της χοληστερόλης στο αίμα, ενώ τα πολυακόρεστα λιπαρά τη μειώνουν. Ακόμη, κατάληξαν ότι η κατανάλωση χοληστερόλης από τα τρόφιμα επηρέαζε τη χοληστερόλη στο αίμα αν και ο βαθμός επιρροής διέφερε μεταξύ ανθρώπων. Η εκλαΐκευση αυτών των ευρημάτων οδήγησε σε συστάσεις για μείωση των κορεσμένων λιπαρών και των τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε χοληστερόλη.

ralph_steiner_ham_and_eggs_1930_gelatin_silver_print_norton_museum_of_art.jpg

Ralph Steiner, Ham and Eggs, 1930, gelatin silver print. [Norton Museum of Art, Florida]

Μάλιστα, το 1968 η Καρδιολογική Εταιρεία των ΗΠΑ, σε μια από τις πιο γνωστές διατροφικές συστάσεις που πραγματοποιήθηκαν έως σήμερα, συνιστούσε η εβδομαδιαία κατανάλωση κρόκων αυγού να μην ξεπερνά τους τρεις. Ήταν μια από τις λίγες φορές που διατροφική σύσταση προς το ευρύ κοινό αφορούσε αποκλειστικά ένα συγκεκριμένο τρόφιμο και όχι κάποιο θρεπτικό συστατικό, όπως για παράδειγμα η χοληστερόλη. Αυτός ήταν και ο λόγος που το αυγό αποτέλεσε έναν εύκολο «στόχο» και να παρουσιαστεί από τα μέσα ενημέρωσης ως η αιτία του κακού όσον αφορά στους κινδύνους που εμπεριείχε το διατροφικό μοτίβο της εποχής και το οποίο ευθυνόταν για την αυξανόμενη εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων. Οι συνέπειες της σύστασης ήταν πραγματικά πολύ μεγάλες για τη βιομηχανία παραγωγής αυγού η οποία τα επόμενα χρόνια βίωσε δραματική μείωση των πωλήσεων της.Ένα από τα ερωτήματα που τέθηκαν από τους επιστήμονες της εποχής ήταν το κατά πόσο οι συστάσεις αυτές θα οδηγούσαν σε πραγματική μείωση στην εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων. Ωστόσο, όπως και σε άλλες διατροφικές συστάσεις, συχνά υπάρχει η γενικότερη αντίληψη ότι δεν μπορούν να κάνουν ζημιά. Μακροπρόθεσμα όμως έγινε αντιληπτό ότι οι συστάσεις όχι μόνο βασίστηκαν σε δεδομένα τα οποία δεν κατανοήθηκαν επαρκώς, αλλά και ότι προκλήθηκε ζημιά στη δημόσια υγεία όσον αφορά στην πρόσληψη θρεπτικών συστατικών από το σύνολο του πληθυσμού.

Η βιομηχανία αντεπιτίθεται

Η βιομηχανία παραγωγής αυγού βρισκόταν πλέον μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Να ξεκινήσει «αγώνα» και να κατηγορηθεί ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για τα κέρδη της παρά για τη δημόσια υγεία ή να «παραδοθεί». Αναρωτήθηκε κατά πόσο ήταν θεμιτό να επενδύσει σε έρευνες μήπως υπάρχει κάποια πιθανότητα να είναι λιγότερο ένοχο το αυγό καθώς μελέτες που χρηματοδοτούνται από τη βιομηχανία συνήθως δέχονται κριτική για την αξιοπιστία των ευρημάτων τους όπως κριτική δέχονται και οι ερευνητές που συμμετέχουν σε αυτές. Όμως οι επιθέσεις από θεσμούς και ΜΜΕ στο κρέας, τα γαλακτοκομικά και τα αυγά εξαιτίας της περιεκτικότητας τους σε λίπος και χοληστερόλη συνεχίζονταν. Παράλληλα, κάποιοι μη κυβερνητικοί οργανισμοί, προκειμένου να βρουν χρηματοδότηση, ακολούθησαν τη νέα τάση δαιμονοποίησης του αυγού και κυκλοφόρησαν στην αγορά μια σειρά από προϊόντα με λίγη ή καθόλου χοληστερόλη.Η βιομηχανία αποφάσισε να αντιδράσει. Και αντέδρασε μέσω της επιστήμης. Σύντομα δημιουργήθηκε το Egg Nutrition Centre (ENC) προκειμένου να προάγει την έρευνα καθώς και το κρατικό Εθνικό Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα για τη Χολεστορόλη του Heart, Lung and Blood Institute.

magritte_variante_de_la_tristesse_1957.jpg

René Magritte, Variante de la tristesse, 1957. [Centre Pompidou, Paris]

Το ENC δημιούργησε μια επιστημονική επιτροπή από ερευνητές σε πανεπιστήμια και κλινικές με σκοπό τη δημιουργία μακροπρόθεσμου ερευνητικού πλάνου καθώς και για την εκπροσώπηση της βιομηχανίας στα μέσα ενημέρωσης. Δεν ήταν όλοι οι διατροφολόγοι πεπεισμένοι ότι μια διατροφή χαμηλή σε λιπαρά και χοληστερόλη πραγματικά προστάτευε από τα καρδιαγγειακά νοσήματα, κυρίως λόγω κάποιων ευρημάτων που οδηγούσαν σε αντίθετα συμπεράσματα.Η επιστημονική βάση για τη δραστική μείωση της πρόσληψης χοληστερόλης από τα τρόφιμα βασιζόταν σε τρία είδη μελετών:

  • Μελέτες σε ζώα που έδειχναν ότι η χοληστερόλη από τα τρόφιμα αυξάνει τα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα και την ανάπτυξη αθηρωματικής πλάκας,
  • επιδημιολογικά ευρήματα ότι αυξημένη πρόσληψη χοληστερόλης σχετιζόταν με αυξημένη εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων και
  • κλινικά ευρήματα που έδειχναν ότι υψηλή διατροφική πρόσληψη χοληστερόλης αύξανε τα επίπεδα της χοληστερόλης στο αίμα.

Αν και τα παραπάνω φαίνεται να αποτελούν αρχικά ισχυρές αποδείξεις ενάντια στην κατανάλωση χοληστερόλης, η κριτική ήταν σημαντική και είχε ως εξής:

  • Οι μελέτες σε ζώα είχαν συνήθως ως αντικείμενο φυτοφάγα ζώα, τα οποία είναι υπερευαίσθητα στη διατροφική χοληστερόλη σε σχέση με τα σαρκοφάγα. Μελέτες σε “κατάλληλα” προς μελέτη ζώα συνήθως απαιτούν χορήγηση χοληστερόλης φαρμακευτικού επιπέδου.
  • Τα επιδημιολογικά στοιχεία της εποχής βασίζονταν σε απλή συσχέτιση και δεν λάμβαναν υπόψη τη συνύπαρξη θρεπτικών συστατικών σε ένα τρόφιμο, όπως π.χ. κορεσμένων λιπαρών. Πιο σύγχρονες μελέτες με διαφορετικό σχεδιασμό και ανάλυση δεδομένων (multivariate analysis) έδειξαν πως η χοληστερόλη δεν αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου.
  • Οι κλινικές μελέτες είχαν δύο περιορισμούς: τη χρήση μεγάλων φαρμακολογικών δόσεων χοληστερόλης (π.χ. 6 αυγά την ημέρα για 6 εβδομάδες) καθώς και το γεγονός ότι οι μετρήσεις βασίζονταν στη μέτρηση της συνολικής χοληστερόλης στο αίμα και όχι της κατανομής σε HDL(High-density lipoprotein, γνωστή στο κοινό ως «καλή» χοληστερόλη) και LDL (Low-density lipoprotein, γνωστή στο κοινό ως «κακή» χοληστερόλη).
Η δικαίωση

Το 1999 δημοσιεύτηκε από τους Hu και συνεργάτες μια από τις πρώτες επιδημιολογικές μελέτες στην οποία συμμετείχε πολύ μεγάλος αριθμός εθελοντών (117.000) στην οποία μελετήθηκε η σχέση μεταξύ της κατανάλωσης αυγών και καρδιαγγειακών νοσημάτων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Εύρημά της ήταν πως δεν υπάρχει διαφορά στο ρίσκο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων μεταξύ των εθελοντών που κατανάλωναν ένα αυγό την εβδομάδα σε σύγκριση με εκείνους που κατανάλωναν ένα αυγό την ημέρα. Μελέτες που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν αυτά τα ευρήματα.

Το 2002 Καρδιολογική Εταιρεία των ΗΠΑ πήρε πίσω την σύσταση για περιορισμό της κατανάλωσης αυγών σε 3-4 την εβδομάδα ενώ κράτησε τα 300mg/ημέρα ως όριο για την πρόσληψη χοληστερόλης από τα τρόφιμα. Μια σειρά από χώρες αφαίρεσαν τελείως τον περιορισμό της χοληστερόλης από τις διατροφικές συστάσεις προς τους πολίτες τους. Το 2015, έπειτα από 47 χρόνια, ο περιορισμός των αυγών αφαιρέθηκε και από τις αμερικανικές συστάσεις διατροφής.

Πόσα αυγά πρέπει τελικά να τρώμε;

Βέβαια, αν και πλέον βλέπουμε ότι το αυγό πρέπει έως έναν βαθμό να απενοχοποιηθεί, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αθωωθεί εξολοκλήρου και να οδηγηθούμε σε υπερκατανάλωση του καθώς φαίνεται πως εκείνοι που καταναλώνουν περισσότερα του ενός την ημέρα έχουν αυξημένο ρίσκοσυγκοπής μετέπειτα στη ζωή τους. Γενικά, θα ήταν καλύτερο να ξεφύγουμε από τη λογική «καλό» ή «κακό» όταν συζητάμε για τη διατροφή και τα τρόφιμα, αλλά να στοχεύουμε στο βέλτιστο σύμφωνα με την τρέχουσα επιστημονική γνώση.Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά στα αυγά, σε ανθρώπους που έχουν διαβήτη παρατηρείται αυξημένο ρίσκο καρδιαγγειακών νοσημάτων όταν έχουν και αυξημένη πρόσληψη αυγών και για αυτό η κατανάλωση αυγών σε αυτή την ομάδα του πληθυσμού θα πρέπει να περιοριστεί σε τρεις κρόκους την εβδομάδα, ενώ υπάρχουν και κάποια ευρήματα ότι η αυξημένη πρόσληψη αυγών σχετίζεται και με αυξημένο ρίσκο εμφάνισης διαβήτη.Σε υγιείς ανθρώπους η μέτρια κατανάλωση αυγού (έως ένα αυγό την ημέρα) δεν αυξάνει το ρίσκο καρδιαγγειακών νοσημάτων. Αυτό δεν ισχύει για ανθρώπους που έχουν αυξημένη ολική ή «κακή» (LDL) χοληστερόλη στο αίμα και οι οποίοι θα ήταν καλύτερο να περιορίσουν την κατανάλωση κρόκων αυγού και να επιλέξουν να καταναλώνουν μόνο το ασπράδι του.

Γεγονός παραμένει ότι ο κρόκος του αυγού έχει αυξημένη περιεκτικότητα σε χοληστερόλη και κατά συνέπεια μπορεί να επηρεάσει έως έναν βαθμό τα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα. Ωστόσο, τα αυγά περιέχουν και άλλα σημαντικά θρεπτικά συστατικά, όπως για παράδειγμα βιταμίνη Β12 και βιταμίνη D, πρωτεΐνη, ριβοφλαβίνη, φυλλικό οξύ. Επιπρόσθετα, αρκετές και καλά σχεδιασμένες μελέτες δείχνουν ότι η χοληστερόλη στα τρόφιμα επηρεάζει λιγότερο τα επίπεδα της συνολικής αλλά και της «κακής» χοληστερόλης (LDL) στο αίμα σε σύγκριση με τα τρανς και τα κορεσμένα λιπαρά οξέα που εισπράττουμε μέσα από τη διατροφή μας.Ακόμη, αν επιθυμούμε να αποκτήσουμε μια σφαιρική αντίληψη γύρω από το θέμα της διατροφής και της υγείας θα πρέπει να αναλογιστούμε και ποια άλλα τρόφιμα συνοδεύουν την κατανάλωση αυγού καθώς υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ μιας ομελέτας με λαχανικά σε αντικολλητικό τηγάνι και μιας ομελέτας με λουκάνικο, πατάτες τηγανητές και αρκετό τυρί. Δηλαδή, θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και την επιρροή που ασκεί στην υγεία μας το σύνολο των τροφίμων που καταναλώνουμε και ο τρόπος μαγειρέματος τους –και όχι μόνο το ένα τρόφιμο ή το άλλο σε απομόνωση.

Κλινικός Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, πτυχιούχος του University of Surrey. Έχει μετεκπαιδευτεί στην κλινική διαιτολογία στο King’s College London. Συμμετέχει ως υποψήφιος Διδάκτορας στην ΠΑΜΕΔΥ, που υλοποιείται από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. www.dimakopoulosi.gr