ΟΜπιλ Σάνκλι, ο θρυλικός προπονητής της Λίβερπουλ, την περίοδο 1959-1974 αρνούνταν ότι το ποδόσφαιρο ήταν ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή. Πίστευε βαθιά ότι ήταν μακράν το σημαντικότερο. Όσοι αντιλαμβάνονται το ποδόσφαιρο ως μια μονοσήμαντη και αποστειρωμένη κοινωνικά διαδικασία, όπου 22 χρυσοπληρωμένοι παίχτες παίζουν μπάλα σε ένα αψεγάδιαστο γήπεδο γύρω από έναν χορό δισεκατομμυρίων και αστραφτερά φλας, προφανώς θα φρίξουν με αυτήν την αντίληψη. Ο Σάνκλι όμως δεν είχε αυτό στο μυαλό του. Όχι πως αυτή η πτυχή του ποδοσφαίρου δεν υπάρχει. Υπάρχει και είναι η πιο προβεβλημένη από όλες. Όχι όμως απαραίτητα και η πιο ουσιαστική.

Ένα ανθρώπινο άθλημα

Το ποδόσφαιρο γίνεται μια σημαντική υπόθεση όταν δίνει τη δυνατότητα σε αυτούς που έχασαν την παιδικότητά τους απότομα λόγω πολέμων και διώξεων να ξαναγίνουν παιδιά, όταν εμπεριέχει πολλούς, τους πιο αδύναμους και κατατρεγμένους αυτού του πλανήτη, είτε αυτοί είναι τα παιδιά των ανθρακωρύχων της Αγγλίας, ή οι έφηβοι που μεγάλωσαν στη φτώχεια και τα τραύματα της μεταπολεμικής Ελλάδας, είτε τα πιτσιρίκια στις φαβέλες της Λατινικής Αμερικής, ή στις μέρες μας οι πρόσφυγες, αυτό το νομαδικό, κατακερματισμένο και εσαεί διωκόμενο υποκείμενο που ενσαρκώνει όλον τον πόνο της μεταουμανιστικής εποχής. Στην περίπτωσή τους το ποδόσφαιρο γίνεται ξανά αυτό που ευαγγελιζόταν ο Ιταλός διανοούμενος Αντόνιο Γκράμσι, «το βασίλειο της ανθρώπινης συντροφικότητας που ασκείται σε ελεύθερο χώρο».

Η προσφυγική κρίση των τελευταίων δύο ετών ήταν αναμφισβήτητα το συγκλονιστικότερο γεγονός του καιρού μας. Η έκταση και η έντασή της μεταμόρφωσαν ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μας και την ίδια την έννοια της ζωής, αναζωπύρωσαν αναπαραστάσεις πρωτοφανούς βίας και απόλυτης δυστυχίας που ήταν απωθημένες στα πιο απάτητα βάθη της συλλογικής μνήμης και επανέφεραν καθάριο και αμείλικτο το υπαρξιακό άγχος. Η εικόνα ενός εξελισσόμενου ανθρωπιστικού δράματος που εκκινά από τις εμπόλεμες ζώνες της Συρίας, του Αφγανιστάν και του Ιράκ και εξελίσσεται στις προσφυγούπολεις της Ιορδανίας και της Τουρκίας, στα νερά της Μεσογείου, στα τείχη του Βαλκανικού Δρόμου και στα camp της Ευρώπης, διαπέρασε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής και διασάλευσε σε ένα βαθμό τα ατάραχα νερά του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Οι μεγάλοι σύλλογοι της Ευρώπης, η Μπαγερν Μονάχου και η Ρεάλ, ανακοίνωσαν πρωτοβουλίες οικονομικής ενίσχυσης των προσφύγων, η Μπαρτσελόνα μέσω τους ιδρύματός της στηρίζει την καμπάνια για την ένταξη των προσφύγων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και οι βετεράνοι της βρέθηκαν τον Νοέμβριο δίπλα στους πρόσφυγες των Ιωαννίνων. Αντίστοιχες πρωτοβουλίες έχουν πάρει και αρκετοί ελληνικοί σύλλογοι, με πιο πρόσφατη τη Λάρισα, που παρά την απαγόρευση της Super League έπαιξε με το σύνθημα «τα προσφυγόπουλα είναι παιδιά μας» στη φανέλατης.

Η θεραπευτική διάσταση του ποδοσφαίρου

Πέρα από αυτό το επίπεδο, όμως, που έχει έναν αξιομνημόνευτο οικονομικό ή συμβολικό αντίκτυπο, υπάρχει ένα άλλο επίπεδο, πιο πρωτόλειο ίσως αλλά ακραιφνώς ριζοσπαστικό και αντιρατσιστικό στη φιλοσοφία του, που έγκειται στην ενεργή εμπλοκή των ίδιων των προσφύγων με το ποδόσφαιρο, ώστε αυτό να λειτουργήσει επουλωτικά ως προς την πληγή της απώλειας. Σε αυτό το πλαίσιο ιδρύθηκε στην Ελλάδα πριν λίγο καιρό η πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα που αποτελείται αποκλειστικά από πρόσφυγες. Η «Αθλητική Ελπίδα Προσφύγων» είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας της Οργάνωσης Γη με τον ΟΠΑΝ (Οργανισμός Πολιτισμού Αθλητισμού Νεολαίας Δήμου Πειραιά), το Συμβούλιο Ένταξης Μεταναστών Πειραιά και τον Σύνδεσμο Προπονητών Ποδοσφαίρου Πειραιά και τελεί υπό την αιγίδα της UEFA. Στις αρχές του φθινοπώρου έγινε μια πρόσκληση στις μεγάλες δομές της Αθήνας, στο Σκαραμαγκά, το Σχιστό, τον Ελαιώνα και σε μεμονωμένους πρόσφυγες που ζουν σε ξενώνες. Εκδήλωσαν ενδιαφέρον περίπου 150 άτομα, έγινε μια επιλογή με αθλητικά κριτήρια και συγκροτήθηκε η ομάδα με άτομα ηλικίας 18-31 ετών. Η ομάδα συμμετέχει τις Κυριακές στο πρωτάθλημα επιχειρήσεων και έχει ένα κανονικό και πλήρες πρόγραμμα που περιλαμβάνει τρεις προπονήσεις την εβδομάδα.

Σε μια τέτοια προπόνηση τους βρήκα μια βαριά και μουντή Παρασκευή, στο γήπεδο της οδού Αμοργού στα Καμίνια. Άρχισαν να καταφτάνουν λίγο πριν τις 12 σε παρέες, μπήκαν στα αποδυτήρια, φόρεσαν τις μπλούζες τους και ξεκίνησαν ζέσταμα. Παρών ήταν και τεχνικός διευθυντής της ομάδας, ένας παλιός μας γνώριμος από το «Πειρατικό» του 2004. Ο Αντώνης Νικοπολίδης, τερματοφύλακας της Εθνικής ομάδας που κατέκτησε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, δεν είχε ασχοληθεί ξανά με έναν τόσο ευάλωτο πληθυσμό. Όταν του προτάθηκε όμως, δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη: «Πρώτη φορά μπαίνω σε μια τέτοια προσπάθεια. Το κάνω όμως με μεγάλη χαρά. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν η αρχική επιλογή. Μακάρι να μπορούσαμε να κρατήσουμε και τους 150 που πέρασαν, αλλά δεν θα ήταν λειτουργική η ομάδα και καταλήξαμε σε 24», εξηγεί. Το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα απλό σπορ, είναι τρόπος ζωής. Ο ίδιος το γνωρίζει από πρώτο χέρι και αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να μετατραπεί σε εφαλτήριο για ζωή: «Οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να βρουν έναν τρόπο να συνεχίσουν τη ζωή τους. Εδώ έχουν μια τέτοια δυνατότητα, κάνοντας κάτι που αγαπούν. Η χαρά του παιχνιδιού τους δημιουργεί μια ψυχολογική ανάταση, ξεφεύγουν από τις ανησυχίες για το τι γίνεται στη χώρα τους, από το άγχος για το μέλλον τους, ακόμα και από τη δυσφορία για τις συνθήκες διαβίωσης στους καταυλισμούς», μας λέει.

Την ίδια μέρα στα διεθνή μέσα έπαιζε ως πρώτη είδηση η ανηλεής σύγκρουση στο Χαλέπι. Η πόλη-σύμβολο του αιματηρού συριακού εμφυλίου μετατρεπόταν σταδιακά σε σκιά του εαυτού της, γεμάτη πένθιμα κουφάρια κτιρίων και καραβάνια ξεκληρισμένων που έψαχναν οδό διαφυγής. Σκεφτόμουν ότι ενδεχομένως κάποιοι από τους παίχτες της ομάδας να ήταν από εκει, να είχαν συγγενείς ή φίλους στο Χαλέπι, να είχαν ταξιδέψει στην πάλαι ποτέ μεγαλύτερη πόλη του συριακού κράτους ή ακόμα να ένιωθαν μια εγγύτητα σε σχέση με τα δικά τους βιώματα. Εδώ όμως είχαν μια ευκαιρία να μπουν σε μια ιδιάζουσα μηχανή του χρόνου και να μεταφερθούν νοητά στα αμόλυντα από τον πόλεμο παιδικά τους χρόνια. «Στη Συρία παίζαμε πολύ ποδόσφαιρο, εγώ έπαιζα σε μια ομάδα της Β’ Εθνικής. Ήθελα να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής αλλά ο πόλεμος διέλυσε τα όνειρά μας», λέει ο Γιουσέφ. Ταξίδεψε στην Ελλάδα μόνος του, με τη γνωστή επικίνδυνη διαδρομή του Αιγαίου. Έφτασε στη Χίο και τώρα ζει στο camp του Σκαραμαγκά. Παρόμοια ιστορία έχει και ο Ιμπραήμ, Σύρος κουρδικής καταγωγής που στα 23 του βιώνει την αποστέρηση της οικογένειάς του και τη νοσταλγία του παρελθόντος: «Οι γονείς μου είναι στη Συρία και ο αδερφός μου στη Γερμανία. Έχω κάνει αίτηση για μετεγκατάσταση για να πάω να τον βρω. Μου λείπουν πολύ όλοι, ελπίζω κάποια στιγμή να ξαναγίνουμε οικογένεια και να βρεθούμε στο ίδιο μέρος του κόσμου». Ο Ιμπραήμ είναι οπαδός της Μπαρτσελόνα και του Λιονέλ Μέσι, παίζει στη μεσαία γραμμή της ομάδας, αν και σήμερα είναι τραυματισμένος. Κάθεται στον πάγκο και σχολιάζει με κέφι τους υπόλοιπους. «Εδώ ξεχνιέμαι. Μ’ αρέσει να παίζω. Έχουμε γίνει φίλοι μεταξύ μας, έτσι νιώθω ότι δεν είμαι μόνος», μου λέει.

«Στην αρχή υπήρχε αμηχανία, τώρα όμως περιμένουν πώς και πώς να έρθει η ώρα της προπόνησης»

Η ομάδα αναπτύσσεται σαν μια μικρή κοινότητα, όπως όλες οι ποδοσφαιρικές ομάδες. Οι παίχτες γνωρίζονται και δένονται μεταξύ τους, φτιάχνουν δικούς τους κώδικες επικοινωνίας, αναπτύσσουν ένα αίσθημα συνεργασίας και αλληλοβοήθειας, μαθαίνουν να κερδίζουν και να χάνουν, παθιάζονται πάνω στον αγώνα, κάνουν καλαμπούρια στα αποδυτήρια. Παίζουν χωρίς ανταγωνισμό, μόνο για τη χαρά του σώματος και την ψυχολογική αποφόρτιση. Πηγαινοέρχονται σε παρέες και αν δεν κάτσουν όλοι στο τραπέζι, δεν ξεκινάει κανείς να τρώει. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους που αποποιήθηκαν βίαια και ακούσια την ταυτότητά τους και βρίσκονται μόνοι και μετέωροι σε μια παγωμένη σκηνή ή ένα άχρωμο κοντέινερ, αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Γίνονται ξανά μέλη ενός συνόλου και ανακτούν μιαν υποτυπώδη κανονικότητα που ξεφεύγει από την αφόρητη ανία των καταυλισμών. Σε αυτό το καινούργιο ξεκίνημα έχουν έναν άγρυπνο καθοδηγητή, τον προπονητή τους, που τον ακούνε με σεβασμό και ψάχνουν το νεύμα του στο χορτάρι. «Πρώτη φορά ασχολούμαι με πρόσφυγες, σταμάτησα κάποια άλλα προγράμματα που έκανα για να ασχοληθώ μ’ αυτό. Μ’ αρέσει πολύ. Αποφεύγω να τους ρωτάω πολλά πράγματα για τις προσωπικές τους ιστορίες. Δεν θέλω να αναμοχλεύσω τις δυσκολίες που έχουν περάσει. Ο στόχος είναι αυτές τις ώρες να ξεφεύγουν. Στα ματς τους βάζουμε όλους να παίζουν, δεν μας ενδιαφέρει η νίκη ή η ήττα. Μας ενδιαφέρει η συμμετοχή και η εμπειρία, γι’ αυτό φροντίζουμε να μοιράζουμε το χρόνο, ώστε να μπουν όλοι», δηλώνει ο Ανδρέας Σαμπάνης. Βέβαια πρόκειται για έναν ρευστό πληθυσμό με διαρκείς ανακατατάξεις. Για παράδειγμα, ο βασικός τερματοφύλακας της ομάδας πρόσφατα έφυγε για τη Γερμανία, με τη διαδικασία του relocation. Ωστόσο παρά τις αναμενόμενες δυσκολίες η ομάδα βρίσκει τα πατήματά της. Στα δύο επίσημα ματς που έδωσε έχασε από την ομάδα των Δικηγόρων Αθήνας και κέρδισε την ομάδα της Ernst&Young.

Ο Πέτρος Κόκκαλης, μέσω της Οργάνωσης Γη, είναι ο άνθρωπος που συνέλαβε την ιδέα και δούλεψε στην κατεύθυνση της υλοποίησής της. «Σκεφτήκαμε ότι ένας από τους τρόπους για να έρθουν σε επαφή οι πρόσφυγες με τους Έλληνες είναι το ποδόσφαιρο. Η αντίδραση μέχρι στιγμής στο Πρωτάθλημα Επιχειρήσεων όπου αγωνίζεται η Ελπίδα είναι πολύ ενθαρρυντική. Ενδεικτικά, η ομάδα Δικηγόρων Αθήνας μετά τον πρώτο αγώνα με την ομάδα προσφύγων προσφέρθηκε να αναλάβει τη νομική τους υποστήριξη για ζητήματα ασύλου. Στην πραγματικότητα και πέρα από όλα τα άλλα, η ομάδα αυτή είναι μια ευκαιρία για σχέση. Ούτε οι πρόσφυγες μπορούν συχνά να αλληλεπιδρούν με Έλληνες, ούτε οι πολίτες της χώρας να βλέπουν πρόσφυγες έξω από το στερεότυπο της απόγνωσης. Εδώ λοιπόν διαμορφώνεται μια τέτοια προοπτική», σημειώνει. Το project εκτός από την ομάδα περιλαμβάνει και δυο ακαδημίες ποδοσφαίρου που λειτουργούν ήδη από το καλοκαίρι στις δομές του Σκαραμαγκά και του Λαυρίου αντίστοιχα και αφορούν σε μικρά παιδιά και εφήβους που ζουν μέσα στα camp. «Η δράση τους είναι πολύ θετική. Αυτά τα παιδιά δεν έχουν πολλά πράγματα να κάνουν και μέσω της ακαδημίας παίρνουν ένα κίνητρο, απασχολούνται κάποιες ώρες δημιουργικά και χτίζουν μια καθημερινότητα πιο κοντά στις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Στην αρχή υπήρχε αμηχανία, τώρα όμως περιμένουν πώς και πώς να έρθει η ώρα της προπόνησης. Ο στόχος είναι να ιδρυθεί και μια τρίτη ακαδημία εκτός καταυλισμών, που θα απευθύνεται στα προσφυγόπουλα που ζουν σε ξενοδοχεία και ξενώνες», συμπληρώνει ο Πέτρος Κόκκαλης. Ο ίδιος εξηγεί πως δεν μπορούν αυτή τη στιγμή οι πρόσφυγες να ενταχθούν σε κανονικές-μικτές ομάδες, γιατί δεν διαθέτουν τα απαραίτητα έγγραφα για να βγάλουν ατομικό δελτίο. Υπάρχουν παρεμβάσεις στο χώρο της ΕΠΟ και της UEFA για να λυθεί το ζήτημα, ώστε κάποιοι από τους παίχτες, όσοι μείνουν στην Ελλάδα και το επιθυμούν, να απασχοληθούν επαγγελματικά στο ποδόσφαιρο. «Το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο οι ομάδες που παίζουν στο Champions League, είναι οι χιλιάδες άνθρωποι που συσπειρώνονται σε τοπικά σωματεία και μπαίνουν σε μια διαδικασία εκπαίδευσης και κοινωνικοποίησης», καταλήγει.

Η Αθλητική Ελπίδα Προσφύγων είναι το πιο συγκροτημένο σχέδιο που εντάσσει το ποδόσφαιρο σε μια θεραπευτική πολυπρισματική διαδικασία ως προς τους πρόσφυγες. Τους δίνει ένα χώρο να φροντίσουν ξανά τους εαυτούς τους και να διασκεδάσουν, προωθεί την αλληλεπίδραση του ντόπιου πληθυσμού με τους πρόσφυγες και στέλνει ένα μήνυμα ενάντια στην ξενοφοβία και το ρατσισμό. Παρόμοια εγχειρήματα ενδεχομένως πιο αποσπασματικά και υβριδικά αναπτύσσονται σε διάφορες περιοχές της χώρας. Πέρσι το Πάσχα, με πρωτοβουλία ενός εθελοντή αγρότη από την Ημαθία στήθηκε ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα στον Μέγα Αλέξανδρο Τρικάλων και την ομάδα προσφύγων που φιλοξενούνταν σε παρακείμενο στρατόπεδο. Η Εθνική Αστέγων τον Οκτώβρη έπαιξε μπάλα στη Θεσσαλονίκη με τους πρόσφυγες που φιλοξενούνται στη Softex. Ο κοινωνικός χώρος Micropolis στη Θεσσαλονίκη διοργανώνει αυθόρμητα παιχνίδια στο αυτοσχέδιο γηπεδάκι που έχουν φτιάξει οι πρόσφυγες στο hot spot στο Δερβένι, με σύνθημα «Παίζουμε μαζί, ζούμε μαζί». Στο Βόλο λειτουργεί σε πρώιμο επίπεδο μια ομάδα προσφύγων με απώτερο στόχο να συγκροτηθεί ένα μικρό εσωτερικό πρωτάθλημα. Στη Λέσβο δραστηριοποιείται η ιρλανδική οργάνωση  που συνέβαλε στη δημιουργία της ομάδας προσφυγόπουλων Kara Tepe United και διοργανώνει στις αρχές Ιανουαρίου το δεύτερο τουρνουά ποδοσφαίρου στο νησί, στο οποίο υπολογίζεται ότι θα συμμετάσχουν 70 ασυνόδευτοι ανήλικοι πρόσφυγες. «Τα παιδιά που ζουν σε καταυλισμούς όπως το Καρά Τεπέ, κουβαλάνε πολλά τραύματα, έχουν περάσει μια επώδυνη διαδικασία για να δραπετεύσουν από τον πόλεμο κι ένα επικίνδυνο ταξίδι για να φτάσουν εδώ. Ο αθλητισμός ενώνει τους ανθρώπους και τους μπολιάζει με αυτοπεποίθηση. Είδαμε με πόσο μεγάλο ενθουσιασμό παίζουν αυτά τα παιδιά μπάλα και αποφασίσαμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους το εξασφαλίσουμε αυτό», λέει ο Barry Lysaght από την οργάνωση.

Μία πανευρωπαϊκή κίνηση

Στην Ευρώπη που δοκιμάζει τα δημοκρατικά της όρια με το προσφυγικό και συχνά φαίνεται πολύ λίγη για το μέγεθος του δράματος που συντελείται στις πύλες της, κόντρα στο νέο μισανθρωπισμό που στοχοποιεί τους πρόσφυγες και επιδιώκει να διαβρώσει με μίσος τις ψυχές των ανθρώπων, το ποδόσφαιρο αποδεικνύεται πολύτιμο και ανέλπιστο εργαλείο στα χέρια εκείνων που υπερασπίζονται την αλληλεγγύη. Στη Γερμανία που δέχτηκε το μεγαλύτερο όγκο προσφύγων, υπολογίζεται ότι το 2015 μόνο έφτασαν και 10.000 πρόσφυγες ποδοσφαιριστές. Η Γερμανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία απηύθυνε έκκληση στους συλλόγους να εντάξουν τους πρόσφυγες στις ομάδες τους. Το Αμβούργο ενσωμάτωσε στους κόλπους του στον 18χρονο Μπακερί Ζάτα και η Βέρντερ Βρέμης τον 19χρονο Ουσμάν Μανέ.Παράλληλα ξεπηδούν και αυτόνομες ποδοσφαιρικές ομάδες προσφύγων. Η πιο γνωστή περίπτωση είναι η FC Lampedusa που δημιουργήθηκε με τη βοήθεια της γνωστής για την αντιρατσιστική και αντιφασιστική της φυσιογνωμία St Pauli. Αποτελείται κυρίως από πρόσφυγες προερχόμενους από τη Δυτική Αφρική, που πέρασαν από το κέντρο κράτησης της ιταλικής Λαμπεντούζα πριν φτάσουν στο Αμβούργο. Το καλοκαίρι του 2014 η διοίκηση της SV Babelsberg –μιας μικρής ποδοσφαιρικής ομάδας που αγωνίζεται στη Βορειοανατολική Λίγκα της Γερμανίας και συχνά αποκαλείται «St Pauli της Ανατολής» εξαιτίας της ευαισθησίας της σε κοινωνικά ζητήματα– αποφάσισε να δημιουργήσει μια θυγατρική ομάδα που θα αποτελείται αποκλειστικά από πρόσφυγες σε όλες τις βαθμίδες, από τη διοίκηση μέχρι τους φροντιστές. Έτσι πρόεκυψε η Welcome United 03. Στη Φρανκφούρτη επίσης υπάρχει η FSV Bischofsheim. Στο Γκετεμποργκ της Σουηδίας συστάθηκε η Sandara Team C που απαρτίζεται από παίχτες από τη μεγάλη δεξαμενή των περίπου 35.000 ασυνόδευτων ανήλικων προσφύγων που υποδέχτηκε η χώρα, με προπονήτρια και εμπνεύστρια της ιδέας μια κοινωνική λειτουργό, την Matilda Brinck Larsen. Παρόμοιες προσπάθειες συνιστούν η Athletico de Pinto στην Ισπανία, η Liberi Nantes στην Ιταλία, η United Glasgow FC στη Σκοτία, η Young Caritas Kafig League στην Αυστρία. Η UEFA, εκτός από τα προγράμματα που στηρίζει στην Ευρώπη, τρέχει ένα μεγάλο πρόγραμμα στο Zaatari Camp, αυτόν τον απέραντο καταυλισμό που έχει εξελιχθεί στην τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Ιορδανίας, με πάνω από 80.000 πρόσφυγες να ζουν σε άθλιες και ντροπιαστικές για τον ανθρώπινο πολιτισμό συνθήκες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, στο πρόγραμμα ποδοσφαίρου έχουν εμπλακεί περίπου 3.000 νέοι και νέες από τη Συρία (2.140 αγόρια και 839 κορίτσια), έχουν διοργανωθεί 15 τουρνουά ποδοσφαίρου, έχουν δημιουργηθεί 32 ομάδες αγοριών και 10 ομάδες κοριτσιών και έχουν εκπαιδευτεί 128 πρόσφυγες ως προπονητές.

Η UEFA δίνει μεγάλη έμφαση στην ανάπτυξη και του γυναικείου ποδοσφαίρου εντός του καταυλισμού, για να παρέχει εργαλεία ψυχολογικής υποστήριξης σε αυτά τα κορίτσια που είναι διαρκώς εκτεθειμένα στους κινδύνους της έμφυλης καταπίεσης, της σεξουαλικής κακοποίησης και των πρόωρων γάμων. «Υπάρχει μια έντονη κινητικότητα αυτήν τη στιγμή. Στη Fare (σ.σ. την οργάνωση για την καταπολέμηση των διακρίσεων της UEFA) προσπαθούμε να εντοπίσουμε τις ενέργειες που γίνονται διεθνώς για να βοηθηθούν οι πρόσφυγες μέσω του ποδοσφαίρου και να τις ενδυναμώσουμε. Τα μεγάλα ευρωπαϊκά club έκαναν χειρονομίες υποστήριξης, αλλά αυτό δεν αρκεί. Τα περιθώρια δράσης σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος είναι πολύ μεγαλύτερα. Η τάση δημιουργίας ποδοσφαιρικών ομάδων προσφύγων αργά ή γρήγορα θα ταρακουνήσει τα νερά. Εμείς θέλουμε να εξελιχθεί σ’ ένα κίνημα που θα αναδείξει το θεραπευτικό ρόλο του ποδοσφαίρου, τη συμβολή του στη λύτρωση της ψυχής», επισημαίνει ο Αντώνης Δαλούκας, εκπρόσωπος της Fare στην Ελλάδα. Το ποδόσφαιρο έχει μιαν απαράγραπτη κοινωνική διάσταση. Μπορεί όσοι ασχολούνται στο κορυφαίο επίπεδο να θέλουν να την εξοστρακίσουν, μετατρέποντάς το σε ένα άψυχο και ρομποτικό υπερθέαμα, αποκομμένο από τους καημούς και τα πάθη των απλών ανθρώπων, να ξεριζώσουν τη σύμφυτη λαϊκότητά του και να το απογυμνώσουν από το συναισθηματικό του φορτίο. Ωστόσο, αυτά πάντα θα επανέρχονται πεισματικά.Όπως την περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία έφτιαξαν με τα χέρια τους τα γήπεδα τους και οργανώθηκαν σε προσφυγικά σωματεία γιατί είχαν μιαν ανάγκη να διατρανώσουν την ύπαρξη τους ως ισότιμη, άξια προσοχής και σεβασμού, έτσι και τώρα οι πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική αρχίζουν δειλά να σκιαγραφούν τις δικές τους ποδοσφαιρικές τυπολογίες, θεμελιωμένες όχι στο κέρδος και τον ανταγωνισμό, αλλά στην άδολη παιδική φαντασίωση του παιχνιδιού, την ανάγκη για ορατότητα, συνεργασία και χαρά. Σε αυτά τα πειράματα το ποδόσφαιρο αποκτά ξανά την ποίηση που είδε ο Παζολίνι και την ηθική που έμαθε ο Καμί. Είναι το ποδόσφαιρο που συνθέτει, δεν χωρίζει. Το ποδόσφαιρο που αγαπάμε.

Γεννήθηκε (1977) στην Ελευσίνα. Σπούδασε φωτογραφία στη Focus. Οι φωτογραφίες του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικές και διεθνείς εκδόσεις (Spiegel, Die Zeit, Rolling Stones Magazine, Le Monde, Washington Post, International NY Times). Έχει κάνει αποστολές σε πολλές χώρες.