Πώς να οργανώσεις ένα επιτυχημένο πραξικόπημα ( από το insiderstory)

Όσοι σχεδιάζουν να κατεβάσουν τα τανκς στους δρόμους ή να εισβάλουν σε κυβερνητικά κτίρια ίσως θα έπρεπε πρώτα να συμβουλευτούν το ξεχασμένο εγχειρίδιο του sui generis Ιταλού δημοσιογράφου και συγγραφέα Κούρτσιο Μαλαπάρτε με τον εύγλωττο τίτλο «Η τεχνική του πραξικοπήματος». 
Χρόνος ανάγνωσης: 
6

Την νύχτα της 12ης προς την 13η Μαρτίου του 1920 γερμανικά στρατεύματα από την στρατιά της Βαλτικής συγκεντρώθηκαν στο Βερολίνο κάτω από τις διαταγές του στρατηγού φον Λούτβιτζ. Από εκεί απείλησαν τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Γκούσταβ ΜπάουερΗ απόπειρα πραξικοπήματος «The Kapp Putsch» στη Wikipedia ότι αν δεν παραδώσει την εξουσία στα χέρια του Βόλφγκανγκ Καπ, σκληρού θιασώτη της επιστροφής της μοναρχίας στην Γερμανία, θα καταλάμβαναν με τη βία την πρωτεύουσα. Ο Μπάουερ, εξαιρετικά οξυδερκής για να συνειδητοποιήσει ότι μερικές δεκάδες αστυνομικών θα ήταν αδύνατον να αντισταθούν στους εμπειροπόλεμους στρατιώτες, αρνήθηκε να παραδώσει την εξουσία για την τιμή των όπλων και εγκατέλειψε την πρωτεύουσα μαζί με τους υπουργούς του. Αλλά πριν φύγει από το Ράιχστανγκ φρόντισε να θέσει εκτός λειτουργίας την κρατική μηχανή, απευθύνοντας έκκληση σε όλους τους Γερμανούς πολίτες να προχωρήσουν σε γενική απεργία. Ο πραξικοπηματίας Καπ ήταν έτοιμος για μια στρατιωτική αντιπαράθεση με τα στρατεύματα που θα έμεναν πιστά στη νόμιμη κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Δεν περίμενε όμως το χάος που έσπειρε στο Βερολίνο μία απεργία που παρέλυσε όλη τη ζωή στο Βερολίνο χωρίς καμία αναταραχή. Ο Καπ, που είχε φροντίσει να καταλάβει το Ράιχσταγκ και τα υπουργεία για να εξασφαλίσει την επιτυχία του πραξικοπήματος, ήρθε αντιμέτωπος με κάτι που δεν είχε υπολογίσει, την παθητική αντίσταση των πολιτών που εγκαταλείποντας τις δουλειές τους, μεταμόρφωσαν την πρωτεύουσα σε νεκρούπολη. Αδυνατώντας να οργανώσει ξανά τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα μέσα μαζικής μεταφοράς και αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο εξεγέρσεων λόγω της έλλειψης βασικών αγαθών σε μία πόλη χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, ο Καπ παραιτήθηκε στις 17 Μαρτίου, τέσσερις μέρες μετά τη απόπειρα πραξικοπήματος.

bundesarchiv_bild_119-1983-0007_kapp-putsch_marinebrigade_erhardt_in_berlin.jpg

Eκατοντάδες χιλιάδες απεργοί ανέτρεψαν το Πραξικόπημα Kapp. H σημαία Reichskriegsflagge των στρατιωτών είναι συνυφασμένη με την Γερμανική Αυτοκρατορία. [Bundesarchiv, Wikimedia Commons]
Οι πολιτικοί αναλυτές που γράφουν για το πραξικόπημα στην Τουρκία, στην πλειονότητα τους το χαρακτηρίζουν οπερέτα, υποδηλώνοντας πόσο ανεπαρκείς και κοντόφθαλμοι υπήρξαν οι εμπνευστές του. Από την άλλη υποκλίνονται μπροστά στη διορατικότητα του Τούρκου προέδρου Έρντογαν, ο οποίος τις κρίσιμες στιγμές όπου έμοιαζε αμφίβολη η παραμονή του στην εξουσία, αποφάσισε να καλέσει τον λαό να βγει στους δρόμους. Ό,τι δηλαδή έκανε και ο Μπάουερ έναν σχεδόν αιώνα πριν. Απλώς, λόγω έλλειψης τεχνολογίας, οι πραξικοπηματίες του Βερολίνου έμειναν στον κυβερνητικό θώκο για λίγα παραπάνω εικοσιτετράωρα. Ίσως ο Τούρκος πρόεδρος είχε διαβάσει (μάλλον όχι) το ξεχασμένο βιβλίο Η τεχνική του πραξικοπήματοςΣτον ιστότοπο των εκδόσεων (εκδόσεις Ιωλκός) του Κούρτσιο Μαλαπάρτε. Σίγουρα πάντως δεν το είχαν μελετήσει οι επίδοξοι πραξικοπηματίες της Τουρκίας.
Παρά τον τίτλο που υπονοεί ότι θα διαβάσεις ένα κείμενο γεμάτο τεχνικές λεπτομέρειες για το πώς θα καταλάβεις την εξουσία μίας μηχανής που περιλαμβάνει τράπεζες, μέσα επικοινωνίας, υπουργεία, νοσοκομεία, στρατόπεδα και φυλακές, η Τεχνική του Πραξικοπήματος δεν είναι πρακτικό εγχειρίδιο. Όχι ότι δεν έχει τέτοια αποσπάσματα, όπως την περιγραφή της Οκτωβριανής Επανάστασης πραξικοπήματος και του τρόπου με τον οποίον ο Τρότσκι σχημάτισε τις ολιγομελείς ομάδες επαναστατών που κατάφεραν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και χωρίς σοβαρές απώλειες να εισβάλουν, να καταλάβουν και να κρατήσουν όλα τα νευραλγικά σημεία του κρατικού μηχανισμού στην Αγία Πετρούπολη το 1917.

lenin-trotsky_1920-05-20_sverdlov_square_original.jpg

O ηγέτης των Μπολσεβίκων, Βλάντιμιρ Λένιν, μιλά στο πλήθος στη Μόσχα κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Δίπλα στο βήμα στέκουν ο Λέον Τρότσκι και ο Λεβ Καμένεφ. [Grigori Goldstein/Wikimedia Commons]
Ο Μαλαπάρτε, αποφασισμένος να γράψει έναν λίβελο στο στιλ των συγγραφέων της Αναγέννησης, ένα ύφος που αργότερα μιμήθηκε η ιταλική ομάδα της Καταστασιακής Διεθνούς με πιο γνωστό βιβλίο το Περί Τρομοκρατίας και ΚράτουςΣτην Πολιτεία του Τζιανφράνκο ΣαγκουινέτιWikipedia, υιοθετεί τη μέθοδο που είχε αναπτύξει ο Μακιαβέλι. Όχι ξερές συμβουλές και εντυπωσιακές προτάσεις, αλλά ιστορικά παραδείγματα και εξαιρετικά προσεγμένα συμπεράσματα. «Προκειμένου να πετύχουμε δεν χρειάζεται ούτε να δυσπιστούμε απέναντι στις δυσμενείς περιστάσεις ούτε να εμπιστευόμαστε τις ευνοϊκές. Χρειάζεται να βασιζόμαστε στην τακτική, να δρούμε με λίγους ανθρώπους πάνω σε περιορισμένο έδαφος, να επικεντρώνουμε τις δυνάμεις μας στους κύριους στόχους μας, να καταφέρνουμε άμεσα και δυνατά πλήγματα χωρίς να κάνουμε θόρυβο. Δεν χρειαζόμαστε τον λαό. Χρειαζόμαστε μόνο μία μικρή δύναμη κρούσης ψυχρή βίαιη και εκπαιδευμένη στη επαναστατική τακτική». Αυτά τα λόγια βάζει ο Μαλαπάρτε στο στόμα του Τρότσκι σε έναν θεατρικό διάλογο όπου υποτίθεται έρχεται αντιμέτωπος με τον Λένιν. Και ταιριάζουν γάντι ως κριτική στις ενέργειες των αποτυχημένων πραξικοπηματιών της Τουρκίας που, αντίθετα με τις συμβουλές του Ρώσου επαναστάτη, έκαναν πολύ περισσότερο θόρυβο από όσο τους αναλογούσε στις δυνάμεις τους κλείνοντας για παράδειγμα τις γέφυρες στο Βόσπορο ή ρίχνοντας ρουκέτες στο Κοινοβούλιο.
Το (αμφιλεγόμενο σε ό,τι αφορά τις επιδιώξεις του συγγραφέα) βιβλίο γράφτηκε στο Παρίσι το 1931. Ήταν η εποχή που ακροδεξιά πραξικοπήματα και κομμουνιστικές εξεγέρσεις ξεσπούσαν αιφνίδια στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Ο Μαλαπάρτε αποφάσισε να μεταδώσει με το δικό του ύφος, όχι ένα εγχειρίδιο, αλλά μία ιστορική έρευνα όπου οι φιλόδοξοι πραξικοπηματίες αποκαλούνται συλλήβδην κατιλινιστές, ένας χαρακτηρισμός που παραπέμπει στη συνωμοσία του ΚατιλίναΒικιπαίδεια, του πολιτικού που συνωμότησε ενάντια στην Ρωμαϊκή Δημοκρατία και χάρη στους λόγους του αντιπάλου του, Κικέρωνα, το όνομά του έγινε συνώνυμο του προδότη. Η έρευνα δεν είναι πλήρης, αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει τον συγγραφέα. Αρκείται σε κάποιες στιγμές της ευρωπαϊκής ιστορίας όπως την 18η Μπρυμέρ του ΒοναπάρτηΣτη Βικιπαίδεια ή την επικράτηση του Στάλιν απέναντι στον Τρότσκι στην εμφύλια διαμάχη για τη ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης, τη νικηφόρα επέλαση των μελανοχιτώνων του Μουσολίνι στη ΡώμηΗ «Πορεία προς τη Ρώμη» στη Wikipedia και το αποτυχημένο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας»Wikipedia του νεαρού Χίτλερ. Δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική στάση του αρνητή της νόμιμης κυβέρνησης, αλλά η θέληση του και η ικανότητα του να καταλάβει πως «η ανατροπή της κυβέρνησης δεν είναι τέχνη, είναι μία μηχανή. Απαιτούνται τεχνικοί για να τη θέσουν σε κίνηση, αλλά τίποτα δεν μπορεί να την σταματήσει. Μόνο κάποιοι άλλοι τεχνικοί μπορούν να το καταφέρουν».

000_arp2495199.jpg

Ο Δρόμος προς τη Ρώμη του Μπενίτο Μουσολίνι το 1922. [PUBLIFOTO / AFP]
«Μισώ αυτό το βιβλίο μου. Το μισώ με όλη μου την ψυχή» γράφει στον πρόλογο της ιταλικής έκδοσης του 1948 ο ίδιος ο Μαλαπάρτε. «Μου πρόσφερε δόξα, αυτό το φτωχό πράγμα που ονομάζεται δόξα, αλλά και τόσες λύπες. Εξαιτίας αυτού του βιβλίου γνώρισα τη φυλακή και την εξορία, την προδοσία των φίλων, την κακοπιστία των εχθρών, τον εγωισμό και την κακία των ανθρώπων». Όχι άδικα, αφού ο –γεννημένος στο Πράτο από Γερμανό πατέρα και Ιταλίδα μητέρα– Κούρτσιο ΜαλαπάρτεWikipedia, του οποίου το αληθινό όνομα ήταν Κουρτ Έριχ Ζούκερτβ και του οποίου η βίλα στο Κάπρι, η Casa MalaparteΣτο Architectural Digest, είναι ίσως πιο γνωστή από τον ίδιο, έμοιαζε με επιτομή του μποέμ τυχοδιώκτη του Μεσοπολέμου. Βετεράνος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έγινε η «πιο μαχητική πένα του ιταλικού φασισμού», εγκατέλειψε τον Μουσολίνι όταν αυτός ανέβηκε στη εξουσία, εξορίστηκε, φυλακίστηκε, επέστρεψε ως πολεμικός ανταποκριτής χάρη στη φιλία του με τον γαμπρό του δικτάτορα, Τσιάνο, περιπλανήθηκε σε όλα τα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου, επέστρεψε στην Ιταλία ως αξιωματικός-σύνδεσμος με τους Συμμάχους και απέκτησε παγκόσμια φήμη γράφοντας δύο συγκλονιστικά βιβλία για τον πόλεμο: το ΚαπούτΣτα ελληνικά από το Μεταίχμιο και Το Δέρμα.Στα ελληνικά από το Μεταίχμιο Με άλλα λόγια, ήταν όπως τον περιέγραψε ο Ιταλός στοχαστής Αντόνιο Γκράμσι: «Ένας άμετρα ματαιόδοξος και εστέτ οπορτουνιστής». O δικός μας Γιώργος Σεφέρης κάνει λόγο στα Ημερολόγια για έναν τύπο που σχολίαζε τον βομβαρδισμό του Λονδίνου από τη Λουτβάφε με τα λόγια «κρίμα γιατί έπεσε βόμβα στο κατάστημα που αγόραζα τα καπέλα μου».
Για το συγκεκριμένο βιβλίο ο Μαλαπάρτε μπορούσε να επαίρεται ότι εξόργισε όλες τις πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης του ’30. Οι Ναζί έκαψαν το βιβλίο, ο Μουσολίνι τον εξόρισε, ο Τρότσκι εξαπέλυσε ένα υβριστικό λόγο εναντίον του και οι σταλινικοί τον στηλίτευσαν επειδή ηρωποιούσε τον Τρότσκι. Πάντως από όλα αυτά έμεινε η κλασική ρήση του για χρήση από κάθε επίδοξο ανατροπέα της νόμιμης κυβέρνησης: «Το πρόβλημα της κατάκτησης του κράτους δεν είναι πολιτικό, αλλά τεχνικό, οι ευνοϊκές για ένα πραξικόπημα περιστάσεις δεν έχουν αναγκαστικά πολιτική ή κοινωνική υφή και δεν εξαρτώνται από τις γενικότερες συνθήκες που επικρατούν στη χώρα. Όμως οι ίδιες αρχές που διέπουν την επιτυχία ενός πραξικοπήματος διέπουν και την υπεράσπιση της νόμιμης κυβέρνησης ενάντια στους σφετεριστές της εξουσίας». 
Aυτό είναι το συγκλονιστικό σπίτι του Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι, όπου γυρίστηκε η εμβληματική «Περιφρόνηση» του Γκοντάρ με την Μπριζίτ Μπαρντό και τον Μισέλ Πικολί. Το σπίτι συνέλαβε γύρω στο 1937 ο γνωστός αρχιτέκτονας Adalberto LiberaAdalberto Libera,  όμως ο Μαλαπάρτε απέρριψε τα σχέδιά του και το έχτισε ο ίδιος με την βοήθεια ενός τοπικού εργάτη της πέτρας:
Γράφει κυρίως για μουσική, βιβλία και κοινωνικά κινήματα, μέχρι πρότινος στην Ελευθεροτυπίa