Γνωστοί στο Θεό
‘

Η γραφή του ονόματος στο συμβόλαιο είναι παραπλανητική. Μπορεί το όνομα να το βρεις γραμμένο και Γκρόμαν η Γρόμαν. Η οικογένεια είναι γνωστή και έχει παίξει ρόλο στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Οι Grohmann ήταν Γερμανοί που είχαν έρθει από την Ανατολική Πρωσία, που σήμερα ανήκει στην Πολωνία. Η οικογένεια άρχισε να ασχολείται με την εξόρυξη σιδηρομεταλλεύματος και το 1884 o ορυκτολόγος Αιμίλιος (Εμίλ) Γκρόμαν απέκτησε από την πτωχευμένη γαλλική εταιρεία Serifos-Spilialeza, χωρίς σχεδόν καθόλου κεφάλαιο, τα δικαιώματα εξόρυξης στο ορυχείο της Σερίφου με μόνη υποχρέωση να καταβάλει ένα συμβολικό ποσό στο ελληνικό κράτος.Οι συνθήκες στα μεταλλεία, που ήταν πλούσια σε ορυκτό πλούτο, ήταν απάνθρωπες. Οι εργάτες πέθαιναν από τις κακουχίες στις στοές (για χρόνια αργότερα ανακαλύπτονταν σκελετοί), αλλά αυτό δεν εμπόδισε πάνω από 2.000 ανθρώπους από όλη την Ελλάδα, κυρίως από τα γύρω κυκλαδίτικα νησιά, να πάνε στη Σέριφο για να εργαστούν στα ορυχεία Γκρόμαν στο Μεγάλο Λιβάδι. Μέχρι που το 1916 ο αναρχικός Κωνσταντίνος Σπέρας οργάνωσε στο νησί την πρώτη απεργία σε ελληνικό έδαφος για την καθιέρωση του οκταώρου –παράλληλα οι εργάτες απαιτούσαν τη βελτίωση των άθλιων συνθηκών εργασίας. Προκειμένου να κατασταλεί η απεργία, ο Γεώργιος Γκρόμαν, γιος του Αιμίλιου που είχε απoβιώσει το 1906, ζήτησε βοήθεια από τη Χωροφυλακή. Η απόβαση 30 χωροφυλάκων από την κοντινή Τζιά είχε ως αποτέλεσμα την αιματηρή σύρραξη της 21ης Αυγούστου και το θάνατο τεσσάρων εργατών. Η εκπομπή Μαρτυρίες της ΕΡΤ έχει κάνει αφιέρωμαΔείτε το αφιέρωμα στην ταινιοθήκη της ΕΡΤστην ιστορική για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα απεργία.
O Γεώργιος Γκρόμαν, ο οποίος είχε γεννηθεί στην Ελλάδα, απέκτησε επτά παιδιά με τη σύζυγό του, Ισμήνη Ζάννου. Τα έστειλε να σπουδάσουν στην Γερμανία και δύο από αυτά ήρθαν στην Ελλάδα κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ντυμένα με την στολή του γερμανικού στρατού –ο ένας είχε την ευθύνη του ανεφοδιασμού του γερμανικού στρατού με φρέσκα λαχανικά από την Κρήτη.Δεν ήταν όμως και τα επτά παιδιά του Γκρόμαν στο ίδιο μήκος κύματος. Ο Ροδόλφος (Ρούντι) πολέμησε ενάντια στους Ιταλούς στην Αλβανία, ενώ και τα μικρότερα αδέλφια του «πάλευαν ανάμεσα στις δύο ταυτότητες, την ελληνική και τη γερμανική» όπως εξομολογήθηκε στο inside story μέλος της οικογένειας.Όταν η Ελλάδα απελευθερώθηκε, οι περισσότεροι γιοι ακολούθησαν τον γερμανικό στρατό και τον πατέρα τους, που κατηγορήθηκε ως συνεργάτης των κατοχικών δυνάμεων, πίσω στην ανατολική Γερμανία. Όταν λίγους μήνες αργότερα αυτή καταλήφθηκε από τους Ρώσους, οι Γκρόμαν πήγαν στη Δυτική Γερμανία. Ο Ρούντι έμεινε πίσω κι έγινε Έλληνας υπήκοος, διατηρώντας έτσι κομμάτι της ιδιοκτησίας της οικογένειας στο Λεμονοδάσος του Πόρου, το οποίο είχε αγοράσει ο Γεώργιος το 1918 και όπου οι Γκρόμαν περνούσαν τα καλοκαίρια.Τον χειμώνα τον περνούσαν στην περίφημη Βίλα Γκρόμαν στο Καλαμάκι –εκεί όπου χτίστηκε αργότερα το σπίτι του φίλου μου–, η οποία μετά τον πόλεμο κηρύχθηκε εχθρική ιδιοκτησία και αρχικά φιλοξένησε ανάπηρους πολέμου. Ήταν ένα δίπατο σπίτι πνιγμένο στα δέντρα (κυρίως λεμονιές), με χωμάτινο γήπεδο τένις και ανεμπόδιστη θέα στη θάλασσα. Το κτήμα ήταν πολύ μεγαλύτερο, και περιλάμβανε την έκταση όπου σήμερα βρίσκεται το νεκροταφείο.
Θα περάσουν έξι χρόνια έως ότου παραχωρηθούν –στις 30 Ιουνίου του 1952 με απόφαση του βασιλιά, του υφυπουργού Οικονομικών Γεωργίου Γρηγορίου και του υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου Αβέρωφ– στην Αυτοκρατορική Επιτροπή Πολεμικών Τάφων «εν Καλαμακίω 39.510 μέτρα» (κάπου 40 στρέμματα), δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της δημευμένης «εχθρικής περιουσίας», για τη δημιουργία νεκροταφείου για όλους τους στρατιώτες της Κοινοπολιτείας που έπεσαν κατά τον Β΄ΠΠ. O Γαλλοκαναδός Louis de Soissons σχεδίασε το κοιμητήριο κοντά στην εκβολή του ρέματος της Πικροδάφνης, με πρόσοψη στη λεωφόρο Ποσειδώνος. Εκεί μεταφέρθηκαν τα οστά στρατιωτών των χωρών της πρώην βρετανικής αυτοκρατορίας από πεδία των μαχών και νεκροταφεία όλης της Ελλάδας.O Μανώλης Τσούλος είναι ο άνθρωπος που έχει σήμερα την ευθύνη για την έκταση των 35 στρεμμάτων με τους 2.029 τάφους. «Πρόκειται στην ουσία για τέσσερα νεκροταφεία» λέει στο inside story. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένα μικρό συγκρότημα τάφων από τον Κριμαϊκό πόλεμο του 1853-6, όταν η Ελλάδα είχε πάρει το μέρος της Ρωσίας και οι αντίπαλοι Άγγλοι απέκλεισαν τον Πειραιά. Οι υπήκοοί τους που σκοτώθηκαν εκεί μεταφέρθηκαν στο συμμαχικό νεκροταφείο το 1966.Στο χώρο υπάρχει κι ένα κενοτάφιο για τους 74 υπηκόους της ενιαίας Ινδίας (Ινδοί και Πακιστανοί είναι θαμμένοι πλάι-πλάι) που πολέμησαν μαζί με τους στρατιώτες από άλλες έξι χώρες της Κοινοπολιτείας που συντηρούν εδώ τάφους. Στο κενοτάφιο υπάρχουν μόνο στάχτες, σε μικρά μπετονένια κουτιά κάτω από επιτύμβιες στήλες.Συγκινητικοί είναι οι 596 τάφοι των άγνωστων νεκρών –«known unto God», γνωστών στο Θεό, όπως είναι χαραγμένο στις μαρμάρινες πλάκες. Οι στρατιώτες αυτοί βρέθηκαν χωρίς ταυτότητες και κατά περιπτώσεις ενταφιάστηκαν μαζί με άλλους σε πολλά μέρη της Ελλάδας πριν μεταφερθούν τα οστά τους εδώ. «Θυμάμαι όταν ο πατέρας μου ήταν αρχικηπουρός κι εγώ κηπουρός, την περίοδο 1994-95, όταν μετέφεραν τα οστά ενός Νεοζηλανδού από την Κρήτη» λέει ο Τσούλος.
Πλάι σε όλους αυτούς υπάρχουν και οι επώνυμοι νεκροί, οι «επιφανείς» που θα έλεγε ο Θουκυδίδης, οι συγγενείς και φίλοι των οποίων μπορούν να συνδεθούν με την ανάμνηση των δικών τους πιο άμεσα και ανεμπόδιστα, αφού τα υπολείμματα είναι ταυτισμένα με τα πρόσωπα. Η ανάμνηση για κάποιον που έχει σκοτωθεί στον πόλεμο –αυτό μαθαίνεις σε αυτούς εδώ τους τάφους– είναι ένα περίεργο πράγμα. Έτσι, οι συγγενείς του οδηγού GE Isaac που υπηρέτησε στις διαβιβάσεις (signals) και έπεσε στα 21 του χρόνια στην Αθήνα των Δεκεμβριανών, στις 28 Δεκεμβρίου 1944, γράφουν στην επιτύμβια στήλη του: «A foreign grave/ is a painful thing/ where loving hands/ no flowers can bring» («Ένας τάφος στα ξένα/ είναι επώδυνο πράγμα/ εκεί τα χέρια που αγαπούν/ δεν μπορούν να φέρουν λουλούδια»).Η γυναίκα και τα παιδιά του μηχανικού EC Green, που σκοτώθηκε στα 47 του στις 6 Μαρτίου 1947, γράφουν: «A day to remember/ sad to recall/ without farewell/ he left us» («Μια μέρα να θυμόμαστε/ λυπηρή η ανάκλησή της/ χωρίς αντίο/ μας άφησε»).
Σε όλα τα στρατιωτικά νεκροταφεία της Κοινοπολιτείας ανά τον κόσμο (στην Ελλάδα βρίσκονται 22) είναι χαραγμένο ένα σύνθημα, που φέρει την σφραγίδα ενός διάσημου Βρετανού και κρύβει μια από τις χιλιάδες λυπηρές ιστορίες του πολέμου. Όταν ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έχασε το 1915 στη μάχη του Λόος στη βόρεια Γαλλία τον μοναχογιό του, ΤζακΟ πόνος του Κίπλινγκ για το γιο του έχει γίνει ταινία με τίτλο “My Boy, Jack”, κατηγόρησε τον εαυτό του για την απώλεια. Μάλιστα, στο ποίημα Epitaphs of the War έγραψε:«If any question why we diedTell them, because our fathers lied»(«Αν απορεί κανείς γιατί πεθάναμεΠείτε τους, επειδή οι πατεράδες μας είπαν ψέματα»)
Τα λουλούδια ήταν προσεκτικά κλαδεμένα, το γκαζόν κουρεμένο, τα παρτέρια πεντακάθαρα χάρη στον Τσούλο και την ομάδα του και όταν κατέθεσε και ο τελευταίος επίσημος το δικό του στεφάνι, η Αυστραλή στρατιωτική ακόλουθος για τη Νότια Ευρώπη κάλεσε όσους πολίτες ήθελαν να τιμήσουν κάποιον δικό τους να πλησιάσουν στο μνημείο με την επιγραφή «Their name liveth for evermore». Τότε, τέσσερις γυναίκες από την Αυστραλία πλησίασαν το μνημείο με δύο στεφάνια, πολύ πιο συγκινημένες από όλους τους επισήμους.
Τις βρήκα μετά και τις ρώτησα τι τις έφερε στη χώρα μας και σε αυτήν τη γωνιά της παραλιακής. Άρχισαν να μου αραδιάζουν ονόματα ελληνικών τοποθεσιών: Βεύη, Φλώρινα, Μπράλος, Μέγαρα, Κρήτη. Οι πατεράδες τους ήρθαν στις αρχές Απριλίου του 1941 για να μας βοηθήσουν να σταματήσουμε τη γερμανική προέλαση. Ήταν μια μάχη άνιση. Η Λόρελ Μπάση είναι θυγατέρα του Τσαρλς Μπάρνετ που συνελήφθη από τους Γερμανούς στη Βεύη και κρατήθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Αυστρία «έως το τέλος του πολέμου» όπως μας λέει. «Αιχμαλωτίσθηκε πριν 75 ακριβώς χρόνια. Ήρθα εδώ, είμαι τρεις εβδομάδες εδώ για να ακολουθήσω τα ίχνη του». Ο πατέρας της επέστρεψε ταλαιπωρημένος αλλά ζωντανός από τον πόλεμο. Τη ρωτάμε αν βρήκε κάτι μετά από 75 χρόνια και απαντάει με μια βεβαιότητα που δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης: «Βρήκα τη θέση από την οποία πολεμούσε στη Βεύη». Η Ρόξον Σκοτ, κόρη του πυροβολητή Γκλεν Σκοτ, λέει ότι βρήκε το μέρος στα Μέγαρα από το οποίο ο πατέρας της σάλπαρε για την Κρήτη.
_dm73404.jpg
Την ώρα που μιλάμε με τις δύο γυναίκες, μια τρίτη πετάγεται: «Εμένα δεν θα με ρωτήσετε γιατί είμαι εδώ;» Η Τζιλ Ρόουζ και ο αδελφός της Ντον Πρίτσαρντ ήρθαν στην Ελλάδα για να τιμήσουν την μνήμη του πατέρα τους, Νιλ Πρίτσαρντ, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε στην Κρήτη από τους Γερμανούς και βρέθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Πολωνία. «Βρήκαμε την παραλία κάτω από τα Σφακιά όπου αιχμαλωτίστηκε» λένε.Δεν έχει σημασία πόσο μικρή η μεγάλη είναι η ιστορία του καθενός από εκείνους που βρέθηκαν εδώ αυτήν την ανοιξιάτικη μέρα. Ούτε αν οι δικές τους αναμνήσεις συνδέονται με τα ίχνη εκείνων που βρίσκονται μέσα στα μικρά μπετονένια κιβώτια, κάτω από τις επιτύμβιες πλάκες. Σημασία έχει ότι η μνήμη μπορεί να κινητοποιεί σε τέτοιο βαθμό τους ανθρώπους 75 χρόνια μετά, να ορμάει στις ζωές τους και με έναν τρόπο να τις καθορίζει. Ακόμα.





