ο κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλοςθυμάται… Όταν τελούσαμε μέσα στηνκαθημερινότητα το μυστήριο της ”Θείας Ευχαριστίας” Η προς μητρός μάμμη μου, αρχόντισσα κτηματίας στη Λοκρίδα, κάθε φθινόπωρο μετά τη συγκομιδή, άνοιγε το μυστικό προσωπικό τηςσεντούκι, έβγαζε το νυφικό της και το σιδέρωνε.Ήταν αυτό που κατ’ επιθυμίαν της θα τηνκάλυπτε και νεκρή. Μέσα στο σεντούκι είχε και δύο μικρά μπουκαλάκια. Το ένα με λάδι, το άλλομε κρασί. Τα άδειαζε στο νεροχύτη και τα γέμιζεμε προϊόντα της νέας σοδειάς. Ήταν οιμέλλουσες χοές της. Οι προσφορές κατά τηνώρα της ταφής.
Αυτή η ίδια μακάρια γριούλα μας είχε μάθει να μην πετάμε τη φέτα, το ψωμί με λάδι ή μεζάχαρη που μας έδινε, όταν βγαίναμε στο δρόμογια παιχνίδι. Έπρεπε, όταν χορταίναμε και δενθέλαμε άλλο, να ανεβαίνουμε με προσοχή στημάντρα ή στα κεραμίδια της αποθήκης και να αφήνουμε το κομμάτι το ψωμί για να το φάνε τα πετεινά του ουρανού. Πριν το ακουμπήσουμεστη μάντρα έπρεπε να το ασπαστούμε.
Αυτές οι μικρές τελετές ευσέβειας μεακολουθούν έως σήμερα και με παρηγορούνμέσα στο χαώδη κόσμο, τον σκόρπιο, τονανερμάτιστο που ζούμε.Αυτές οι δύοσυνταρακτικές στη σοφία τους και στηναπλότητά τους τελετές ερμηνεύουν το ήθοςμιας άλλης γενιάς, αλλά ταυτόχρονα αποτελούνπρότυπα βίου στον απορφανεμένο κόσμο μας.
Ο κόσμος που ζούμε προσβάλλει τη δημιουργία, καταστρατηγεί τους βασικούς νόμους της ζωήςκαι της φύσης και συνεχώς παρεμβαίνειανατρέποντας την ισορροπία.Κι αυτό γιατί έχεικαταληφθεί από το δαίμονα της αδηφαγίας, τηςλαιμαργίας. Ο κόσμος μας είναι ένας κόσμοςηδονής, χωρίς αγάπη. Ένας κόσμος λαγνείας, χωρίς έρωτα. Ένας κόσμος που εξαντλεί τηνευφυΐα του για να φτιάνει μηχανέςσπατάλης.Έλειψε το λειτουργικό ήθος, η εκκλησιαστική ενοριακή αγαπητική σχέση, η μέθεξη, η συγγνώμη και η μετάνοια.
Δεν υπάρχει ευχαριστία.
Όταν ασπαζόμαστε το κομμάτι του ψωμιού και το αφήναμε στα πουλιά, αυτό κάναμε∙ τελούσαμε μέσα στην καθημερινότητα τομυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Τιμούσαμε τονδημιουργό μέσα στα αγαθά που μας δώρισε.Αισθανόμαστε πως η ύλη είναι δώροζωής και την ευλαβούμαστε.
Ο κόσμος σήμερα φοβάται το θάνατο. Τρέχει, ιδρώνει, διαγκωνίζεται, αλληλοϋπονομεύεται, σκοτώνει γιατί φοβάται το θάνατο.Θανατώνοντας τον άλλο, έστω και ψυχικά ή συμβολικά, έχει την ψευδαίσθηση ότι ξεφεύγειαπό το μοιραίο. Αισθάνεται το θάνατο ωςτείχος, ως εμπόδιο αξεπέραστο. Θαρρεί πως ο θάνατος είναι το τέρμα.Δεν μπορεί να συνηθίσειστην ιδέα του μηδενός, γιατί νομίζει πως η ζωήοδηγείται στο μηδέν και παλεύει να αποφύγειτην εκμηδένιση.
Η μακάρια γριούλα ήξερε την αλήθεια. Είχεσυμβιβαστεί με το θάνατο, γιατί πίστευε στηνανάσταση. Ετοιμαζόταν για την αποδημία γιορτάζοντας και προσέφερε ως θυσία αινέσεωςτην προκοπή του οίκου της.
Όταν ο κόσμος δεν σέβεται τη δημιουργία και τησπαταλά, όταν δεν αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει για τη φύση που μας δωρήθηκε, όταν φοβάται το θάνατο και τοναποφεύγει λερώνοντας τη ζωή, εξαγοράζοντάςτη με φθηνά μέσα, η ανθρωπότητα ακυρώνει τολόγο υπάρξεώς της.
Ζούμε σε μιαν εποχή ματαιώσεων, ακυρώσεων, προδοσιών, συνωμοσιών, αχαριστίας και φόβουθανάτου.Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίδα;Ότανπερισσεύει τόση απελπισία, τόσος υπαρξιακόςπανικός, τόσος καταναλωτικός θάνατος, φαίνεται να απέλιπε η ελπίδα.Αλλά δεν είναι αλήθεια. Η ελπίδα δεν είναι ούτε ο ορθολογισμός της αλαζονικής επιστήμης, ούτετα κηρύγματα των ηθικολόγων, ούτε τα συστήματα της φιλοζοφίας.
Η ελπίδα είναι το ήθος της γριούλας μάμμηςμου. Είναι η ορθόδοξη ευσέβεια, η αδογμάτιστη, η απέριττη, η ταπεινή, τα μικρά θαύματα τηςκαθημερινότητας, τα τρυφερά αγγίγματα τηςανοχής, οι ώρες της αγάπης, της πλησμονής, της ευχαριστίας.
Και ξέρουμε ότι υπάρχουν τέτοιες ανθρώπινεςστιγμές όπου επικρατεί η χάρις και η χαρά, όπου ο θάνατος αποτάσσεται και μας πλημμυρίζει το χαροποιό πένθος. Όταν τιμάμετη δημιουργία και προσδοκώμεν την άλλη ζωήως αυτονόητο δώρο και έρωτα επιστροφής, ωςνοσταλγία παραδείσου.
Άσωτοι είμαστε, πλάνητες και φυγάδες θεόθεν, η ατραπός της επιστροφής στο αιώνιο είναι εδώστην άκρη της ματιάς μας. Εκζητούντες τονΚύριον ουκ έλαττωθησόμεθα παντός αγαθού.Κώστας Γεωργουσόπουλος
