Καρβουνιάρηδες Μια εργασία σκληρή και επίπονη με την οποία ασχολήθηκαν πολλές οικογένειες Δερβενοχωριτών ήταν η παραγωγή Ξυλανθράκων- κάρβουνου . Σε αυτήν την εργασία δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός καθώς θα μπορούσαν να δουλεύουν σχεδόν όλο τον χρόνο , πλην των χειμερινών μηνών ακόμη και επικουρικά, όσοι είχαν και άλλες εργασίες . Αρχικά οι καρβουνιάρηδες επέλεγαν το μέρος όπου θα έκαναν το καμίνι , δηλαδή το σημείο όπου θα έκαιγαν τα ξύλα και θα έβγαζαν το κάρβουνο . Αυτό συνήθως βρισκόταν μέσα στο δάσος και συγκεκριμένα σε κάποια περιοχή που πρώτα είχαν εκχερσώσει σε αρκετή απόσταση , η οποία δεν είχε βράχια η πέτρες και προστατευόταν από τους ανέμους Σε αυτό το σημείο μάζευαν ξύλα επί το πλείστων από πουρνάρι , κουμαριά ή φιλίκη , τις ρίζες και τα χονδρά κλαδιά τους μήκους έως 2 μέτρα , στην συνέχεια τοποθετούσαν αυτά σταυρωτά μέσα στο καμίνι , το οποίο συνήθως ήταν σκαμένο σε βάθους ενός μέτρου , δημιουργώντας μία μικρή πυραμίδα ύψους περίπου δύο μέτρων και διαμέτρου δύο ή τριών μέτρων οι μεγαλύτερες . Τα ο κέντρο αυτής της πυραμίδας με διάμετρο περίπου πενήντα πόντων , έμενε ανοικτό για να ριχθούν οι εύφλεκτες ύλες και για να αναπνέει το καμίνι . Αφού είχαν τοποθετήσει τα ξύλα , τα σκέπαζαν στην συνέχεια με άχυρο, η κλαδιά πεύκων και άχυρα και μετά όλα αυτά , τα σκέπαζαν με χώμα ως την κορυφή . Από την κορυφή της πυραμίδας έριχναν στην βάση τις εύφλεκτες ύλες όπως το ρετσίνι και αφού το άναβαν , άφηναν να καούν τα ξύλα για πέντε η έξι ώρες έωςότου η βάση έπιανε θράκα . Αμέσως μετά έκλειναν την τρύπα στην κορυφή με χώμακαι περίμεναν για μία εβδομάδα γύρω από το καμίνι το οποίο σιγόκαιγε , αναπνέοντας από δύο τρείς μικρές τρύπες ή ΄΄ πίπες ΄΄ που είχαν δημιουργήσει στο πλάι , ώστε να αερίζεται μερικώς . Κατά τη διάρκεια του καψίματος, με ένα ξύλο ανάλογα με τις συνθήκες καύσης και τον όγκο του καμινιού ανοιγαν και άλλες μικρές και άβαθες τρύπες στο χωματένιο λόφο, για να βγαίνει ο καπνός , αλλά να μην μπαίνει μέσα ο αέρας. Όλο το διάστημα της εβδομάδας παρακολουθούσαν το καμίνη μην ΄΄πέσει΄΄ και μην ανοίξουν τυχόν άλλες τρύπες στο πλαι και καταστραφεί , , δηλαδή γίνει στάχτη . Όσο τα ξύλα γινόντουσαν κάρβουνα, ο λοφίσκος χαμήλωνε και δεν έβγαινε ο πυκνός μαυρος καπνός που έβγαινε τις πρώτες μέρες. Τότε έριχναν τις ξύλινες σκάλες πάνω στο καμίνι και σκαρφάλωναν στην κορυφή του και με ένα φτυάρι καθάριζαν την επιφάνεια και έριχναν νερό, περίπου 20 βαρέλια. Στη συνέχεια το σκέπααν πάλι με χώμα και το άφηναν ακόμη μια μέρα πριν το καθαρίσουν από το χώμα. Όταν το καθάριζαν , τα κάρβουνα ήταν έτοιμα. Τα κομμάτιαζαν και τα τσουβάλιαζαν . Τα κάρβουνα που δεν είχαν ψηθεί καλά και είχαν μείνει ξύλα, τα κρατούσαν για να τα ψήσουν όταν θα έστηναν το καινούριο καμίνι. Η παραγωγή κάρβουνου ήταν περίπου 100 κιλά στα 300 κιλά Ξύλα και η επιτυχία του εξαρτιόταν στον τρόπο τοποθέτησης των Ξύλων , από την επιλογή αυτών , από συγκεκριμένους τύπους δέντρων από το μέγεθός τους , από το σκέπασμα τους και τον αερισμό του , ώστε να μη γίνει πλήρης καύση – στάχτη , αλλά μερική ώστε να έχουμε κάρβουνο . Με το κάρβουνο αυτό εφοδίαζαν νοικοκυριά και ταβέρνες στην περιοχή της Ελευσίνας και Ασπροπύργου Μενιδίου κλπ , ανταλλάσσοντας αυτό , με άλλα προϊόντα τα οποία δεν είχαν και σπάνια αντί χρηματικού ποσού . Η τιμή του το 1960 ήταν περίπου δέκα λεπτά το κιλό , η μέση παραγωγή 100 τόνοι ανά έτος και ασχολούνταν περίπου το 10% των νοικοκυριών Χρήστος Ε Μίχας
