Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα

.από το λεξικό του Β ΟΡΦΑΝΟΥ
αμπλά: η αδελφή (τκ. abla, η μεγαλύτερη αδελφή).
ασκαλντί, ασκαρντί, ασκαντί: παραλίγο (από τουρκ. az kaldi, «λίγο έμεινε»)
αχιουρές: ο ασουρές, το γνωστό πολίτικο γλυκό, αλλά και, μεταφορικά, πράγμα ή πρόσωπο που δεν έχει αξία. Και φράση: εγενήκανε αχιουρέ: καβγαδίσανε άγρια, γίνανε μαλλιά κουβάρια (επειδή ο αχιουρές είναι μίγμα πολλών υλικών).
ελίφι: φυτικό σφουγγάρι για το μπάνιο. Το γράφουν και ελείφι (παρετυμ. προς το αλείφω) αλλά όπως έχει δείξει ο Κ. Καραποτόσογλου προέρχεται από το τκ. lif (ίνες, όπως του κορμού του φοίνικα).
ζιαφεντάδικος: αυτός που δουλεύει σε άλλον αμισθί, υπό τον όρο ότι αυτός θα του κάνει ζιαφέτι, θα τον τραπεζώσει. Από το ζιαφέτι (τραπέζωμα) με παρετυμολογία προς το “αφέντης’.
κερεβίζι: το σέλινο, tk, kereviz. Και αστείο δίστιχο: Ίντα ψήνεις και μυρίζει; Κεντανέ και κερεβίζι! Κεντανές είναι τα πράσα (επίσης στο λεξικό).
κουρκουζάνης: δειλός, και ρήμα: κουρκουζανεύω: δειλιάζω (από korku = φόβος).
λαλά: η γιαγιά (και λάλος: ο παππούς). Από τουρκικό lala, που αρχικά σήμαινε παιδαγωγός. Η μετάβαση στη σημασία της γιαγιάς, μάλλον επειδή η γιαγιά αναλάμβανε παλιότερα το ρόλο αυτόν στις λαϊκές οικογένειες.
λέχι, λέσι: το ψοφίμι, όπως στην κοινή νεοελληνική, αλλά έχει ενδιαφέρον ότι έχει αναπτυχθεί και η σημ. λέχης = τεμπέλης, με παράδειγμα χρήσης «Δεν επήε σήμερο ο γιος μας στο σκολειό μόνο εκείτουντανε ολημέριως τση μέρας ωσάν τον λέχη», που δείχνει πώς έγινε η αλλαγή σημασίας και γένους. Και » με το λέχι ντου» = με το πάσο του.
μιλέτι: το έθνος, η ράτσα, η φυλή. Σε υποτιμ. φράσεις όπως «Ε, του διαόλου/του κερατά το μιλάτι! (τκ. millet)
ναφιλέ: μάταια, ανώφελα. Από τουρκ. nafile, το οποίο μπορεί να είναι αντιδάνειο (από ανωφελώς) αλλά δεν είναι βέβαιο. Υπάρχει και τύπος αναφιλέ, από επανανάλυση -μα ναφιλέ > μα αναφιλέ.
νεφέσι: ρουφηξιά καπνού (τκ. nefes) [ΝΣ: που μου θυμίζει το ρεμπέτικο “Ο λουλάς και το νεφέσι μ’ έφεραν σ’ αυτή τη θέση”]
νταμαύλησι και νταμαυλησί: μικρή αυλή (αυλιδάκι) που σχηματίζεται στη στέγη ισόγειου δωματίου. «Τα καλοκαίρια βγάνομε το τραπέζι όξω στο νταμαύλησι και τρώμε εκειά». Από το dam avlusu «αυλή στέγης». Το dam είναι τούρκικο, το avlu είναι απο την αυλή, άρα έχουμε ημιαντιδάνειο! Όπως λέει ο Ορφανός, είναι δάνειο που ξαναγύρισε πληρωμένο με… τόκο!
ντουκιάνι, ντουκάνι: καφενείο, παντοπωλείο -ιδίως στο χωριό που είναι και τα δύο. Σημειώνει ο Ορφανός ότι το ντουκιάνι πουλούσε τα είδη εκείνα που δεν μπορούσαν να παράξουν (σικ δικό μου) οι χωρικοί: ζάχαρη, καφέ, ρύζι, πετρέλαιο, σπίρτα, βελόνες για το ράψιμο, και, τη μοναδική ίσως πολυτέλεια της κουζίνας τους, διακοσμητικά χαρτιά για τα ράφια της πιατοθήκης τους.
ορτάκης: συνεταίρος, σύντροφος, ταίρι. Και ο/η σύζυγος. Και ο συζευτής, δηλ. ο καθενας απο τους συνεταίρους που φτιάχνουν ένα ζευγάρι βόδια για το όργωμα, διαθέτοντας καθένας το δικό του. Από τκ. ortak.
σαλαβα(ν)τίζω: προσεύχομαι (σκωπτ.), μιλώ γρήγορα και ακαταλαβίστικα, μουρμουρίζω μονολογώντας. Ειρωνικό από τις προσευχές των μουσουλμάνων, από salavat = προσευχές. Η λέξη ήδη στον Μπουνιαλή (Κρητικός πόλεμος), όπου και το ωραίο δίστιχο «Οι Τούρκοι παίζαν πίφερες και να λαλούν ταμπούκια / και να σαλαβατίζουνε σα νηστικά κουλούκια» (κουλούκια, που την έχει το λεξικό βέβαια, είναι τα σκυλάκια).
τσαΐλι, τσακίλι: χαλίκια, μικρά βότσαλα, το γαρμπίλι της κοινής νεοελληνικής. Από τκ. çakil, çagil. Kαι αμμοτσάιλο, το αμμοχάλικο.
τσιτσέκι, τζιτζέκι: το λουλούδι, μικρή ανθοδέσμη. Αλλά και το τσουτσέκι της κοινής. Μαντινάδα: Αγάπη μου δεν ήσουνε, εγώ θε να σε κάμω / τζιτζέκι βαρακλήδικο, στ΄αυτί μου να σε βάνω. Βαρακλήδικος, ο επιχρυσωμένος. Η λέξη λουλούδι χρησιμοποιείται στα κρητικά και με τη σημασία “λέρα’, μεταφορικά απο αντίφραση, και κάπως έτσι πρέπει να εξηγείται και το τσουτσέκι -.