Στην περιοχη των Σκούρτων και κυρίως σε κάποιες περιοχές του οροπεδίου Τσιγκουρατίου  φύεται ο Νάρκισσος ο κυπελλοφόρος, γνωστότερο με τα ονόματα ζαμπάκι, τσαμπάκι, μανουσάκι ή βούτσινο . Είναι ο κατ΄ εξοχήν Νάρκισσος των αρχαίων Ελλήνων από το οποίο και κατασκεύαζαν το «ναρκίσσινο μύρο». Αυτό το είδος φθάνει ύψος τα 40 εκατοστά ο δε ανθοφόρος κλώνος του φέρει δέσμη 8-10 άνθη λευκά με το ανώτερο σημείο της στεφάνης κιτρινωπό.
Το όνομα του το πήρε από το Βοιωτό μυθικό πρόσωπο τον Νάρκισσο.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πρόσωπα στην Ελληνική 
Μυθολογία ήταν και ο Νάρκισσος. Ένας ωραίος νέος της 
Βοιωτίας, γιος της Νύμφης Λειριώπης και του ποταμού 
Κηφισού.Ο μύθος αναφέρει ότι κάποια μέρα καθισμένος ο 
ωραίος Νάρκισσος κοντά σε μια πηγή είδε το πρόσωπό 
του στα νερά της πηγής. Στη θέα αυτή λέγεται πως τόσο 
πολύ θέλχθηκε, που θέλησε βυθίζοντας το βραχίωνα του 
στο νερό να τη συλλάβει. Επειδή όμως παρά τις προσπά-
θειές του δεν το κατόρθωνε παρέμεινε στη θέση αυτή 
αυτοθαυμαζόμενος μέχρι που υπέστει μαρασμό και πέθανε. 
Στη θέση εκείνη μετά από λίγο φύτρωσε το ομώνυμο άνθος 
ως σύμβολο της φθοράς και των χθόνιων θεοτήτων.Ενας 
άλλος μύθος (σύμφωνα με τον Οβίδιο)αναφέρει ότι ο ωραίος 
Βοιωτός νέος, απασχολημένος να θαυμάζει την καθ΄ όλα 
άριστη σωματική του διάπλαση από τις όχθες ποταμού, 
στα νερά αυτού, δεν έδωσε καμία προσοχή ή δεν ανταπο-
κρίθηκε στον εκδηλούμενο έρωτα της Νύμφης Ηχούς η 
οποία και συνεχώς τον καλούσε. Αποτέλεσμα ήταν η μεν 
φωνή της Ηχούς να εξασθενεί συνέχεια σε τρόπο ώστε ν΄ 
ακούγονται μόνο οι τελευταίες συλλαβές και να σβήνει,
ο δε Νάρκισσος να πεθαίνει αυτοθαυμαζόμενος στο νερό 
του ποταμού που το χρησιμοποιούσε ως κάτοπτρο.