…Καθώς πλησίαζε η  καταιγίδα οι αστραπές σελαγίζαν στον ουρανό, φωτίζοντας για λίγες στιγμές τις κορυφές των βουνών…

Θάμα, θάμα! ξωτικό στη βρύση!

Στο Κόκκινο, στο παλιό Λούτσοβο της ορεινής Δωρίδας, εκεί όπου το βλέμμα ακουμπά στη λίμνη του Μόρνου σαν να θέλει να θυμηθεί τον μέγα ποταμό και την όμορφη κοιλάδα — τον χαμένο παράδεισο των παιδικών μας χρόνων — οι νύχτες έχουν ακόμα ψιθύρους…

Κάποτε έλεγαν πως στις πέτρινες βρύσες ερχόντουσαν νεράιδες, από τους λόγγους και τις ρεματιές, και άφηναν σταγόνες από μυστικό φως∙ έτσι εξηγούσαν το κρυστάλλινο νερό, την ανεξήγητη γαλήνη.

Τώρα, σε μια όμορφη γωνιά δίπλα στη βρύση, εκεί που τα σκαλιά γλιστρούν μέσα στη γη, στέκει μια άλλη νεράιδα — ένα πανέμορφο ξωτικό.

Λευκή, δίχως πρόσωπο, κι όμως γεμάτη παρουσία.

Ο Οδυσσέας Τοσουνίδης την έπλασε σαν ανάμνηση από αρχαίο όνειρο, και ο ευπατρίδης Σπύρος Καραδήμας τη χάρισε στο χωριό του, σαν υπόσχεση ότι η ομορφιά δεν ξεχνά τον δρόμο της επιστροφής.

Την πρώτη νύχτα, όταν το φως του δρόμου άναψε και η πέτρα γυάλισε από τη βροχή, όσοι περνούσαν σταμάτησαν χωρίς να ξέρουν γιατί.

Ένα ρεύμα αέρα πέρασε από τις πανύψηλες λεύκες∙ κάποιοι ορκίστηκαν πως μύρισε θυμάρι και λιβάνι, άλλοι πως άκουσαν βήματα πάνω στο πλακόστρωτο.

Ίσως να ήταν απλώς η φαντασία.

Ίσως όμως, όπως γράφει ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, «οι νεράιδες πιάνουν χορό» όταν το φεγγάρι κουρνιάζει στα νερά.

Και έτσι, η βρύση του χωριού έγινε ξανά τόπος συνάντησης…

Παιδιά που γελούν, ηλικιωμένοι που θυμούνται, ταξιδιώτες που αναρωτιούνται ποια ιστορία κρύβει το άγαλμα.

Κανείς δεν έχει την ίδια απάντηση — κι αυτό είναι το δώρο.

Γιατί κάθε χωριό χρειάζεται ένα θαύμα, έστω μικρό:

ένα γλυπτό που δεν μιλά, αλλά κάνει τους ανθρώπους να μιλούν∙

μια μορφή ακίνητη, που όμως κινεί τη μνήμη∙

μια νεράιδα που δεν ήρθε για να φύγει — μα για να μείνει.

Σε ευχαριστούμε και γι’ αυτό το δώρο, Σπύρο Καραδήμα!

ΚΜ

παράδειγμα αντοχής

Ο Αβραάμ Λίνκολν, ίσως το πιο φωτεινό παράδειγμα αντοχής, μας προσφέρει ένα εξαιρετικό managerial case study:

πριν αναλάβει την Προεδρία στα 51 του, είχε περάσει περισσότερες αποτυχίες απ’ όσες συνήθως αντέχει ένας οργανισμός ή ένας άνθρωπος.

Πραγματικές «αποτυχίες» και δυσκολίες του Λίνκολν πριν τα 51

1. 1832 – Έχασε την πρώτη του πολιτική αναμέτρηση

Υποψήφιος για τη Βουλή της Πολιτείας του Ιλινόις. Απέτυχε.

2. 1832 – Αποτυχημένη επιχείρηση

Αγόρασε, μαζί με συνεταίρο, ένα μικρό κατάστημα γενικών ειδών. Πτώχευσαν.

3. 1833 – Οικονομική χρεοκοπία

Χρεώθηκε περίπου 1.000 δολάρια (πολύ μεγάλο ποσό για την εποχή). Χρειάστηκε σχεδόν 17 χρόνια να ξεχρεώσει.

4. 1835 – Θάνατος της Άν Μπατσερ (αγαπημένης του)

Ψυχολογικά κατέρρευσε για μεγάλο διάστημα. Πολλές μαρτυρίες μιλούν για βαριά θλίψη.

5. 1838 – Αποτυχία να εκλεγεί Speaker στη Βουλή του Ιλινόις

Διεκδίκησε τη θέση Προέδρου της Βουλής, αλλά δεν τα κατάφερε.

6. 1842 – Προσωπικά προβλήματα και πολιτικές συγκρούσεις

Εχθρότητα μέσα στο ίδιο του το κόμμα, σκάνδαλο με πολιτικό αντίπαλο (James Shields) που έφτασε μέχρι πρόκληση σε μονομαχία!

7. 1843 – Αποτυχία για το Κογκρέσο (1η φορά)

Ζήτησε να πάρει το χρίσμα του κόμματος για το Κογκρέσο και το έχασε.

8. 1846 – Εκλέχθηκε τελικά στο Κογκρέσο

Επιτυχία – αλλά για μία μόνο θητεία.

9. 1848 – Απέτυχε να ξαναεκλεγεί στο Κογκρέσο

Το κόμμα δεν τον στήριξε για δεύτερη θητεία.

10. 1849 – Αποτυχία να διοριστεί Επίτροπος Γης (Land Office)

Ζήτησε σημαντική κρατική θέση, δεν την πήρε.

11. 1854 – Μεγάλες ενδοκομματικές δυσκολίες

Ενώ εκλέχθηκε στη Βουλή της Πολιτείας, παραιτήθηκε για να κυνηγήσει θέση στη Γερουσία – αλλά δεν εξελέγη.

12. 1856 – Δεν πήρε το χρίσμα για Αντιπρόεδρος των Ρεπουμπλικανών

Πήρε λίγες μόνο ψήφους στο συνέδριο του κόμματος.

13. 1858 – Ήττα στη μάχη για τη Γερουσία από τον Stephen Douglas

Έχασε μία από τις πιο γνωστές εκλογικές αναμετρήσεις του 19ου αιώνα.

Συνολικά:

Πριν γίνει Πρόεδρος στα 51 του, ο Λίνκολν είχε:

1 χρεοκοπία 1 μεγάλη προσωπική τραγωδία 4–5 σημαντικές πολιτικές ήττες Πολλές μικρότερες αποτυχίες Μόνο μία επιτυχημένη εκλογή στο Κογκρέσο (1846–48)

Τι δείχνει το παράδειγμά του

Ο Λίνκολν δεν έγινε Πρόεδρος επειδή είχε συνεχόμενες επιτυχίες, αλλά επειδή άντεξε συνεχόμενες αποτυχίες χωρίς να εγκαταλείψει.

Το αλογάκια της Παναγίας

Αυτό που βλέπεις είναι ένα αλογάκια της Παναγίας του γένους Empusa — συχνά το λέμε και αλογάκι–διάβολος ή κωνοκέφαλη Μάντις.

Χαρακτηριστικά του:

✅πολύ λεπτό, «ξερό» σώμα σαν κλαδάκι

✅ τριγωνικό, μυτερό κεφάλι

✅ μακριά αγκαθωτά πόδια

✅ εξαιρετικό καμουφλάζ στα χόρτα

Ζει συχνά σε ξηρές περιοχές της Ελλάδας, είναι εντελώς ακίνδυνο για τον άνθρωπο και μάλιστα ωφέλιμο, γιατί τρώει άλλα έντομα.

Φωτογραφήθηκε σε ελαιώνα στη θέση Ντουσκαριά στο Κλειδί Βοιωτίας

Μια καρότσα λάχανα και τα καντήλια αναμμένα! (Διήγημα)

«Βρε τι παλιόκαιρος που μας βρήκε! Έχω κλείσει τα πενήντα κι είναι η πρώτη φορά, από όσο θυμάμαι, που έχουμε είκοσι μέρες χιόνι. Δεν λέει να λιώσει, να κατέβει έστω λίγο, παρόλο που εδώ και μια βδομάδα έχουμε λιακάδα όλη μέρα — αλλά τη νύχτα πάει στο μείον δέκα!»

«Αγαπητέ Γιώργο, δεν θυμάσαι καλά…» τον διακόπτει ο μπάρμπα-Γιάννης, που πλησιάζει τα ενενήντα, και συνεχίζει:

«Πριν δέκα χρόνια είχαμε για ένα μήνα δυο μέτρα χιόνι. Δεν θυμάσαι που με τα φτυάρια είχαμε κάνει διαδρόμους για να επικοινωνούμε μεταξύ μας; Ήταν τότε που πέθανε η Μυγδάλω κι ούτε να τη θάψουμε δεν μπορούσαμε — ήταν αδύνατο να φτάσουμε στο νεκροταφείο!»

«Μπάρμπα-Γιάννη, ξεχνάς νομίζω το χειρότερο!» ακούγεται η φωνή του Βρασίδα, του καφετζή, που βρίσκεται πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού του. Έχει κι αυτός τα χρονάκια του, πρέπει να ’χει καβατζάρει τα ενενήντα, μα φαίνεται εβδομηντάρης. Συνεχίζει:

«Πρέπει να ’ταν λίγο πριν το ’55, τότε που σωριάστηκε τόσο χιόνι που κανείς από τους γέρους μας δεν το είχε ξαναδεί. Τρία μέτρα, εδώ στην πλατεία, έξω από το μαγαζί! Και σαν να μην έφτανε αυτό, μετά το χιόνι για μια βδομάδα έβρεχε καρεκλοπόδαρα. Έλιωσε το χιόνι, το νερό δεν έβρισκε διέξοδο στην καταβόθρα και παραλίγο να πνιγεί το χωριό!»

«Έχεις δίκιο, το είχα ξεχάσει. Το ίδιο μυαλό, χειμώνα-καλοκαίρι… τι να πρωτοθυμηθεί!» απαντά ο μπάρμπα-Γιάννης.

«Ενώ το δικό μου είναι πιο φρέσκο!» αποκρίνεται γελώντας ο Βρασίδας, ευχαριστημένος που του «βγήκε» του σχεδόν συνομήλικού του, και συνεχίζει:

«Θα θυμάσαι τους λοκατζήδες που είχαν έρθει να ξεβουλώσουν την τρύπα στην καταβόθρα, να αδειάσει το οροπέδιο που είχε γίνει λίμνη και είχε σκεπάσει τις αυλές των πρώτων σπιτιών προς τον κάμπο!»

«Βρε παιδιά,» συνεχίζει ο πενηντάχρονος Γιώργος, «το παράξενο με μας είναι ότι είμαστε χωριό ούτε πενήντα χιλιόμετρα απ’ την πρωτεύουσα κι όμως τόσο απομονωμένοι, λες και βρισκόμαστε στα ελληνοαλβανικά σύνορα! Προχτές είδα στην τηλεόραση έναν δημοσιογράφο που είχε έρθει εδώ να μας δείξει ως αξιοθέατο. Και ξέρετε πώς είπε τα χωριά μας; Τα απομονωμένα μεθοριακά χωριά της πρωτεύουσας! Είπε ακόμη ότι είμαστε το “βορινό μπαλκόνι της Αθήνας”. Τώρα τι σόι μπαλκόνι είμαστε που δεν μπορούμε να πάμε στο σαλόνι… είναι άλλη συζήτηση!»

Όλη η παρέα —καμιά δεκαπενταριά άτομα— περνά την ώρα της καθισμένη γύρω από μια μεγάλη ξυλόσομπα, ιδιοκατασκευή του Βρασίδα, που εύκολα τροφοδοτείται με μεγάλα ξύλα και χαρίζει ζέστη σε όλο τον χώρο, δεν ξεπερνά τα εκατό τετραγωνικά. Κάποιοι παίζουν χαρτιά, άλλοι πίνουν αργά το τσίπουρό τους με τα μεζεκλίκια που ετοιμάζει η γυναίκα του Βρασίδα, κι άλλοι έχουν ανοίξει κουβέντες για τα παλιά ή τους καημούς που ο καθένας θέλει να βγάλει στη φόρα.

Το καφενείο, εκείνα τα χρόνια —πριν εμφανιστούν τα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα— ήταν ο κατεξοχήν στατικός κοινωνικός ιστότοπος, όπου ο καθένας έβρισκε τη θέση του στη μικρή κοινωνία. Ο άνθρωπος, έλεγε ο Αριστοτέλης, είναι πολιτικόν ον: θρέφεται και λειτουργεί με την κοινωνική όσμωση. Αυτό δεν άλλαξε ποτέ· μόνο τα μέσα αλλάζουν. Τα καφενεία τότε, τα δίκτυα σήμερα, υπηρετούν την ίδια διαχρονική και πανανθρώπινη ανάγκη.

Ο Γιώργος, ωστόσο, είχε μια ακόμη μεγαλύτερη έγνοια. Στο αγρόκτημά του, σ’ ένα μικρό οροπέδιο ανατολικά του χωριού, είχε καλλιεργήσει με περισσή φροντίδα λάχανα. Από τα μέσα Ιουλίου είχε ξεκινήσει: δύο βαθιές αρόσεις, δύο φρεζαρίσματα και πολλή κοπριά ανακατεμένη στο καλά δουλεμένο χώμα. Το αποτέλεσμα; Μια σοδειά που δεν είχε ξαναδεί: κάθε λάχανο πάνω από πέντε κιλά! Ήταν περήφανος για τη δουλειά του και στο καφενείο συχνά μιλούσε με κάποια έπαρση για το κατόρθωμά του.

Μα ο παλιόκαιρος τον πρόλαβε, κι ο χιονιάς σκέπασε τα λάχανα. Ο Γιώργος είχε στηρίξει πολλά πάνω τους: με τα χρήματα θα ξεχρέωνε ένα μικρό δάνειο απ’ την Αγροτική και θα κάλυπτε τα έξοδα των δύο παιδιών του, που φοιτούσαν στο λύκειο της διπλανής κωμόπολης.

Πίνοντας ξεροσφύρι το τσίπουρό του, με την πλάτη στη σόμπα, μονολογούσε δυνατά:

«Καταστροφή! Την πάτησα σαν άμαθος… Έπρεπε να τα ’χα μαζέψει στην Αγία Παρασκευή. Λες και δεν ήξερα ότι θα χιονίσει!»

«Τι πρόβλημα έχεις, κύριε Γιώργο;» ρωτά ο νεαρός Πελοπίδας που κάθεται δίπλα του.

«Τον πόνο μου λέω, ρε Πελοπίδα … Πρέπει να μαζέψω και να πουλήσω τα λάχανα στο κτήμα, δίπλα στην Αγία Παρασκευή. Το πώς και το πού είναι το πρόβλημα. Βλέπεις, κι η γειτόνισσά μου η Αγία Παρασκευή δεν βοηθά! Βέβαια, για να λέμε την αλήθεια, κι εγώ δεν είμαι εντάξει απέναντί της. Κάποια καντήλια τα ανάβω, μα πιο συχνά… τα κατεβάζω!»

«Μην στενοχωριέσαι, κύριε Γιώργο. Εγώ θα σου βρω πού θα τα πουλήσεις. Εσύ βρες πώς θα τα μαζέψεις και πώς θα τα πας στην αγορά. Θα μιλήσω με τον αδερφό μου τον Λεό — είναι μεγαλέμπορας στην Κεντρική Αγορά.»

«Βρε Πελοπίδα, τι μου είπες τώρα! Έχω χρόνια να δω τον Λεο και δεν ήξερα με τι ασχολείται. Σε ευχαριστώ, βρε Πελοπίδα ! Από την Αγία Παρασκευή περίμενα τη σωτηρία μου, απ’ τον Άγιο Πελοπίδα τη βρήκα! Μίλα με τον Λεο , και για τα υπόλοιπα θα βρω τη λύση!»

Ήταν τα τελευταία λόγια του Γιώργου προτού φύγει χαρούμενος απ’ το καφενείο.

Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, ένα μεγάλο κόκκινο Στάγερ με μια πελώρια καρότσα, οδηγός ο Γιώργος κι η γυναίκα του συνοδηγός, πήρε τον δρόμο για την Αγία Παρασκευή. Για μια απόσταση τριών χιλιομέτρων χρειάστηκαν δυο ώρες να φτάσουν στο κτήμα — λάχανα δεν φαίνονταν, τα ’χε σκεπάσει το χιόνι. Ρίχτηκαν στη δουλειά και, ύστερα από τέσσερις ώρες κουραστικής προσπάθειας, τα λάχανα είχαν κοπεί και στοιβαχτεί με τάξη στην καρότσα. Κουρασμένοι αλλά χαρούμενοι, πήραν τον δρόμο της επιστροφής.

Στη μέση της διαδρομής, σε μια μεγάλη ανηφόρα, το Στάγερ βάλτωσε στα λασπόνερα.

«Γυναίκα, πήγαινε στο χωριό και φώναξε τον Σπύρο να φέρει το δικό του τρακτέρ να μας ξεκολλήσει. Εγώ θα περιμένω εδώ. Κάνε γρήγορα πριν νυχτώσει. Και βρες και τον Πελοπίδα να μάθεις τι συνεννοήθηκε με τον Λεό!»

Όλα πήγαν καλά, και το επόμενο πρωί, σχεδόν χαράματα, το κόκκινο Στάγερ με την καρότσα γεμάτη λάχανα και τον ευτυχισμένο οδηγό του περνούσε την πύλη της Κεντρικής Αγοράς.

Η συνάντηση με τονΛεό, όμως, ήταν ψυχρολουσία. Ο Λεό ούτε που είχε ενημερωθεί από τον Πελοπίδα — κι ακόμη χειρότερα, έκανε πως δεν θυμόταν καν τον χωριανό του.

«Ξέρεις», του είπε ξερά, «τζάμπα τα κουβάλησες. Χτες είχαμε μεγάλες εισαγωγές σε πολύ φθηνές τιμές και δεν έχουμε ανάγκη τα δικά σου. Επειδή λυπάμαι τον κόπο σου, άσ’ τα εδώ, κι αν τα πουλήσω, θα σου δώσω κάτι. Μην περιμένεις πολλά — τα εισαγόμενα είναι σχεδόν τζάμπα.»

Περίλυπος, ο Γιώργος ανέβηκε στο τρακτέρ. Έγειρε μπροστά, ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι, έκλεισε τα μάτια· μια σκοτοδίνη τού θόλωσε το μυαλό. Είδε μπροστά του τη γειτόνισσά του, την Αγία Παρασκευή, να του λέει:

«Πίστεψες πως η σωτηρία σου θα ’ρθει απ’ τον Πελοπίδα κι εμένα με ξέχασες. Όταν μάζεψες τα λάχανα, δεν βρήκες δυο λεπτά να έρθεις να ανάψεις τα καντήλια. Με αγνόησες — κι εγώ σε αγνόησα, αγαπητέ Γεώργιε. Είμαστε πάτσι!»

«Εμποδίζει το Στάγερ! Θέλουμε να ξεφορτώσουμε το φορτηγό· πάρ’ το γρήγορα από ’δώ!»

Η αγριοφωνάρα του εργάτη τον ξύπνησε απ’ τον λήθαργο.

Στον δρόμο της επιστροφής αποφάσισε να περάσει απ’ την κωμόπολη όπου ζούσαν τα παιδιά του. Μπαίνοντας στην πόλη, βλέπει μπροστά του ένα τεράστιο φρουτεμπορικό.

«Λες η γειτόνισσά μου να κάνει το θαύμα της;» σκέφτεται.

«Βοήθα με, Αγία μου, κι εγώ θα σου ανάβω κάθε απόγευμα όλα τα καντήλια! Σου υπόσχομαι πως θα ’μαι πιστός σου και δεν θα ξανακατεβάσω καντήλια!» μονολογεί, και διαβαίνει την πόρτα.

Ο μαγαζάτορας τον υποδέχεται φιλικά και του υπόσχεται να πάρει όλο το φορτίο, μάλιστα σε καλή τιμή. Το οδηγεί στο πίσω μέρος, όπου το ζυγίζουν και το ξεφορτώνουν.

Με το ζυγολόγιο στο χέρι, ο Γιώργος μπαίνει στο γραφείο του μαγαζάτορα. Εκείνος κάνει τον πολλαπλασιασμό και του λέει το ποσό που θα εισπράξει σε δεκαπέντε μέρες.

Ο Γιώργος ψελλίζει κάτι για προκαταβολή, μα η στομφώδης φωνή του εμπόρου τον κόβει:

«Αρχή της επιχείρησης, κύριε Γιώργο: κάθε δεκαπέντε και τριάντα πληρώνουμε, και μάλιστα απολύτως μετρητοίς!»

«Έστω κι έτσι, δεν πήγε χαμένος ο κόπος μου…» σκέφτεται και ετοιμάζεται να φύγει. Πριν φτάσει στην πόρτα, τον φωνάζει ο κύριος Περιβολάρης —έτσι του είχε συστηθεί— και του ζητά το ζυγολόγιο.

«Το χρειάζομαι για να το περάσω στα βιβλία», του λέει.

Έκτοτε πέρασαν πολλές δεκαπενταριές και τριανταριές, μα καμία δεν στάθηκε τυχερή για τον Γιώργο απ’ το ορεινό κι απομονωμένο χωριό, στην παραμεθόριο της πρωτεύουσας.

Σήμερα, ο κύριος Γιώργος, που έχει καβαλήσει τα ογδόντα, συχνά προσεύχεται στην Αγία Γειτόνισσά του. Μα τα καντήλια δεν της τα ανάβει.

«Δεν με βοήθησες, δεν σου χρωστώ τίποτα», μονολογεί, κάθε φορά που περνά μπροστά από την εκκλησία της..

Από την συλλογή διηγημάτων του Κ Μπερτσιά με τίτλο: μικρές ανθρώπινες ιστορίες