
Σκούρτα Βοιωτίας


Η χθεσινή βροχή μας έφερε την λίμνη !
Νερό!!

Πριν 20 μέρες

Καλημέρα!



Ιντεραμέρικσν από τα παλιά
Τι αντιτάσσει η μειοψηφία όταν η εξουσία της ωμότητας είναι πλειοψηφικά εκλεγμένη;
Ένα δοκίμιο πολιτικής, ηθικής και πολιτισμικής αντίστασης.
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου η πλειοψηφία, κουρασμένη, φοβισμένη ή οργισμένη, παραδίδει την εξουσία σε ένα ύφος πολιτικής που τρέφεται από την ωμότητα. Είναι η ωμότητα που υπόσχεται απλότητα σε έναν περίπλοκο κόσμο, τάξη σε μια πραγματικότητα γεμάτη ασάφειες, δύναμη σε όσους αισθάνονται αδύναμοι. Και τότε γεννιέται το ερώτημα — επίμονο, σχεδόν υπαρξιακό: τι οφείλει να αντιτάξει η μειοψηφία όταν η εξουσία της ωμότητας είναι πλειοψηφικά εκλεγμένη;
Η πρώτη απάντηση είναι η πιο αυθόρμητη: η αντίσταση. Αλλά η αντίσταση δεν είναι πάντα κραυγή, δρόμος, ούτε συνθήματα. Μερικές φορές, η πιο βαθιά της μορφή είναι η άρνηση να υιοθετήσεις την ίδια τη γλώσσα της ωμότητας, να μην ανταποδίδεις τη χυδαιότητα, τη βία, τον κυνισμό. Η μειοψηφία τίθεται μπροστά σε ένα δίλημμα: να κατεβεί στο ίδιο επίπεδο, να μιλήσει με τα ίδια όπλα, ή να διατηρήσει έναν άλλο τρόπο — πιο δαπανηρό, πιο μοναχικό, πιο αργό.
Δεν είναι εύκολο. Γιατί όταν η ωμότητα επικρατεί πλειοψηφικά, η κοινωνία αποκτά μια νέα κανονικότητα, μια νέα ηθική. Η χυδαιότητα γίνεται πολιτική «ειλικρίνεια». Η προσβολή βαφτίζεται «παρρησία». Η ωμή ισχύς πλασάρεται ως «αποτελεσματικότητα». Τότε η μειοψηρία αισθάνεται πως μιλά μια ξένη γλώσσα μέσα στην ίδια της τη χώρα.
Η μειοψηφία, λοιπόν:
• Πρώτον: Διατηρεί την αποδοκιμασία.
Όχι υστερικά, όχι τιμωρητικά, αλλά σταθερά. Η αποδοκιμασία δεν είναι μικρή πράξη. Σε εποχές εκτροπής, είναι η πρώτη μορφή δημοκρατικής αυτοσυντήρησης. Είναι το σημάδι ότι κάποιος ακόμη κρατά το μέτρο, το ύψος του λόγου, την αξιοπρέπεια.
• Δεύτερον: Επιμένει στην Υπενθύμιση.
Την αξία των θεσμών, τη σημασία της ευγένειας, τον ρόλο της αλήθειας. Η μειοψηφία δεν έχει την πολυτέλεια να σιωπήσει· γιατί η σιωπή, όταν οι κραυγές κυριαρχούν, μετατρέπεται γρήγορα σε αποδοχή.
• Τρίτον: Οργανώνει τον Κοινωνικό της Χώρο.
Όχι απαραίτητα κομματικά, αλλά κοινωνικά. Διατηρεί δίκτυα, κοινότητες, φωνές. Η ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ από εκείνον που περίμενε να αλλάξουν οι συσχετισμοί από μόνοι τους.
• Τέταρτον: Διαφυλάσσει τον Πολιτισμό.
Η ωμότητα τρέφεται από την αμορφωσιά, τη βιασύνη, την πολιτική υποκουλτούρα. Η μειοψηφία μπορεί να γίνει φορέας ενός άλλου ήθους, όχι επειδή είναι «καλύτερη», αλλά επειδή θυμάται ότι η δημοκρατία θέλει χρόνο, κόπο, ευγένεια και μια απαραίτητη πίστη σε κάτι μεγαλύτερο από την κραυγή της στιγμής.
Και τέλος, η μειοψηρία δεν ξεχνά ότι η πλειοψηρία δεν είναι στατική. Είναι μια ρέουσα κατάσταση, μια ψυχολογία — όχι μια μεταφυσική εντολή. Οι λαοί μετακινούνται, οι διαθέσεις αλλάζουν, οι κρίσεις λυγίζουν βεβαιότητες. Η μειοψηφία δεν πρέπει να δει τη θέση της ως φυλακή, αλλά ως τη γέφυρα προς το αύριο.
Οι εξουσίες της ωμότητας μοιάζουν ακατάλυτες μέχρι τη στιγμή που καταρρέουν από την ίδια τους τη φύση: γιατί η ωμή δύναμη αναπόφευκτα κουράζει, φθείρει, εκθέτει, απογυμνώνει. Και τότε χρειάζεται κάποιος να έχει κρατήσει ζωντανή τη γλώσσα της δημοκρατίας, της αξιοπρέπειας και της συμπερίληψης.
Άρα η μειοψηφία τι κάνει; Κρατά το νήμα. Εκείνο που μοιάζει λεπτό, σχεδόν αόρατο, αλλά είναι το μόνο που συνδέει μια κοινωνία με τον καλύτερο εαυτό της. Η μειοψηφία δεν περιμένει την κατάρρευση της ωμότητας· προετοιμάζει τι θα μείνει όρθιο όταν αυτή καταρρεύσει.
Η μειοψηφία, όταν η ωμότητα είναι πλειοψηφικά εκλεγμένη, αρνείται να σιωπήσει και να εξαγριωθεί.
Επιμένει. Αποδοκιμάζει. Διδάσκει. Και επιβιώνει.
Γράφει:
Ο αιπόλος της Πάρνηθας
Απάντηση στο γράμμα της αγαπημένης μου καθηγήτριας
Αγαπημένη μου κυρία Ελένη Χριστοπούλου,
Τα λόγια σας με άγγιξαν βαθιά∙ όχι μόνο ως μαθητή σας, αλλά και ως άνθρωπο που κουβαλά μέσα του εκείνα τα νεανικά χρόνια στο Λιδωρίκι, τότε που ο κόσμος άνοιγε μπροστά μας και η δική σας παρουσία μάς μάθαινε να τον κοιτάμε με μάτια πιο καθαρά και πιο πλατιά.
Το μήνυμά σας ήταν για μένα ένα ανέλπιστο δώρο. Το διάβασα δύο και τρεις φορές, με χαμόγελο αλλά και με εκείνη τη γλυκιά συγκίνηση που φέρνει πίσω τον χρόνο — όχι σαν βάρος, αλλά σαν φως. Σας ευχαριστώ για την καλοσύνη, για την ευγένεια και για το μεγαλείο ψυχής που ακόμα μοιράζεστε τόσο απλόχερα.
Αν κάτι κατάφερα να γράψω και να το πείτε «δημιουργία», εσείς είστε από τους ανθρώπους που μου έδειξαν τον δρόμο. Στο εξατάξιο γυμνάσιο, μέσα στις αίθουσες με τα ξύλινα θρανία και τα μεγάλα παράθυρα του Λιδωρικίου, εσείς μάς διδάξατε ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς μάθημα — είναι τρόπος να ζούμε πιο όμορφα και να σκεφτόμαστε πιο καθαρά. Και αυτό δεν ξεχνιέται.
Το ότι κρατήσατε σήμερα στα χέρια σας το βιβλίο μου, μετά από τόσα χρόνια, είναι για μένα μια ηθική δικαίωση μεγαλύτερη από κάθε άλλη. Γιατί ένας άνθρωπος που σε διαμόρφωσε στα πρώτα σου βήματα, στέκεται τώρα και λέει «μπράβο» — και αυτό δεν συγκρίνεται με κανένα βραβείο.
Σας ευχαριστώ από καρδιάς για τα λόγια, για τη μνήμη, για την αγάπη. Θα συνεχίσω να γράφω όπως με παροτρύνετε, και κάθε φορά που πιάνω το πληκτρολόγιο , να ξέρετε ότι ένα κομμάτι της δικής σας διδασκαλίας είναι μέσα σε κάθε σελίδα.
Με βαθιά εκτίμηση, αγάπη και ευγνωμοσύνη,
ο παλιός σας μαθητής,
Κώστας Μπερτσιάς





Απάντηση σε ένα πιστό ανάγνωση του ορεινού για ένα απόφθεγμα που έστειλε
Ο Πυροσβέστης των Ήσυχων Λόφων
Στο χωριό των Ήσυχων Λόφων ζούσε ένας άνθρωπος παράξενος. Δεν είχε περιουσίες, ούτε αξιώματα∙ είχε όμως ένα κουβά νερό πάντα γεμάτο και ένα παλιό τσεκούρι κρεμασμένο στον ώμο.
Τον έλεγαν απλώς Πυροσβέστη.
Οι κάτοικοι τον θεωρούσαν δεδομένο.
Όταν ξέφευγε μια σπίθα από το τζάκι, φώναζαν το όνομά του.
Όταν ο αέρας λύγιζε τα πεύκα και έσπαγε κλαδιά πάνω σε αποθήκες, πάλι εκείνον καλούσαν.
Και όταν μάλωναν μεταξύ τους και άναβαν φωτιές που δεν έβλεπες με το μάτι, αλλά έκαιγαν χειρότερα—θυμό, ζήλια, μικρότητα—πάλι εκείνον περίμεναν να τις σβήσει.
Ο Πυροσβέστης δεν μιλούσε πολύ.
Έτρεχε, έσβηνε, καθάριζε, βοηθούσε.
Και κάθε φορά που έφτανε, οι χωριανοί αναστέναζαν με ανακούφιση:
«Ευτυχώς που σε έχουμε…»
Μόνο που μια μέρα αποφάσισε να φύγει.
Δεν το ανακοίνωσε. Απλώς πήρε τον κουβά του και το τσεκούρι, και χάθηκε στα μονοπάτια που οδηγούσαν στο απέναντι βουνό.
Κανείς δεν ανησύχησε.
«Θα γυρίσει. Πάντα γυρίζει.»
Αλλά δεν γύρισε.
Η πρώτη σπίθα που ξέφυγε από το τζάκι έκανε έναν ολόκληρο στάβλο παρανάλωμα.
Η δεύτερη έκαψε τα καλάμια, η τρίτη άπλωσε στη ρεματιά.
Τα σπίτια σώθηκαν τυχαία, αλλά οι καρδιές τους όχι∙ άρχισαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον, να ζητούν ευθύνες από παντού εκτός από εκεί όπου κατοικούσε η αλήθεια: μέσα τους.
Όταν πια έφτασαν μπροστά σε στάχτες, ένας γέρος είπε τη φράση που όλοι σκέφτονταν αλλά κανείς δεν τολμούσε να ξεστομίσει:
«Η ευθύνη δεν ήταν ποτέ στον Πυροσβέστη… αλλά σε εμάς που νομίζαμε ότι θα είναι πάντα εδώ.»
Τότε μόνο κατάλαβαν ότι ο Πυροσβέστης δεν ήταν άνθρωπος.
Ήταν η ίδια η ευθύνη που τους εγκατέλειψε, κουρασμένη από την αμέλεια.
Ήταν η φωνή που έλεγε «πρόσεχε», η διάθεση να προνοήσουν, η σκέψη να τακτοποιήσουν πριν γίνει ζημιά.
Και το χωριό έμεινε να λογαριάζει όχι τις φωτιές, αλλά το λάθος:
ότι πίστεψαν πως κάποιος άλλος, κάπου, θα σβήνει για πάντα αυτά που αυτοί άφηναν να καίγονται.
Creator AI*
*με μικροδιορθώσεις από ένα ζωντανό γραφιά

