


Η αξία της ταπεινοφροσύνης
Η ταπεινοφροσύνη δεν είναι άρνηση της αξίας μας, αλλά ακριβής γνώση της. Είναι η στάση εκείνη που επιτρέπει στον άνθρωπο να στέκεται όρθιος χωρίς να υψώνεται πάνω από τους άλλους. Όχι από αδυναμία, αλλά από εσωτερική πληρότητα. Ο ταπεινόφρων δεν μικραίνει τον εαυτό του· τον τοποθετεί στη σωστή του διάσταση.
Σε έναν κόσμο που επιβραβεύει τον θόρυβο, την προβολή και τη διαρκή αυτοεπιβεβαίωση, η ταπεινοφροσύνη μοιάζει παρεξηγημένη. Συχνά συγχέεται με τη δουλικότητα ή την έλλειψη φιλοδοξίας. Κι όμως, είναι ακριβώς το αντίθετο: είναι η σιωπηλή δύναμη εκείνου που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα, γιατί γνωρίζει ποιος είναι και τι μπορεί να κάνει.
Η ταπεινοφροσύνη γεννά την αληθινή σοφία. Μόνο όποιος παραδέχεται ότι δεν τα γνωρίζει όλα, μπορεί πραγματικά να μάθει. Μόνο όποιος ακούει χωρίς προκατάληψη, μπορεί να κατανοήσει. Γι’ αυτό και οι μεγάλοι δάσκαλοι της ζωής —στη φιλοσοφία, στην πίστη, στην ηγεσία— υπήρξαν άνθρωποι χαμηλών τόνων, με βλέμμα καθαρό και λόγο μετρημένο.
Στις ανθρώπινες σχέσεις, η ταπεινοφροσύνη λειτουργεί ως γέφυρα. Αφοπλίζει τον εγωισμό, θεραπεύει τις συγκρούσεις και ανοίγει χώρο για εμπιστοσύνη. Εκεί όπου η έπαρση υψώνει τείχη, η ταπεινοφροσύνη ανοίγει δρόμους. Δεν ζητά να κερδίσει· ζητά να συνυπάρξει.
Τελικά, η ταπεινοφροσύνη είναι ένδειξη εσωτερικής ωριμότητας. Είναι η ήρεμη βεβαιότητα ότι η αξία του ανθρώπου δεν μετριέται με συγκρίσεις, αλλά με το μέτρο της ανθρωπιάς του. Και αυτό το μέτρο, όσο πιο αθόρυβα το κουβαλά κανείς, τόσο πιο βαριά μιλάει μέσα στον κόσμο.
GUZEL-Beauty with purpose.
Ένα ινστιτούτο καλλωπισμού και ομορφιάς άνοιξε στον Άγιο Στέφανο !
Μπράβο στην Χριστίνα Μπέκου και κάθε επιτυχία στο χώρο του επιχειρείν !
Πλήθος κόσμου στα εγκαίνια που προμηνύει καλές δουλειές !
GUZEL – Εκεί όπου η φροντίδα γίνεται εμπειρία
Στα 30 της χρόνια, η Χριστίνα έκανε το βήμα που λίγοι τολμούν: μετέτρεψε ένα όραμα σε πράξη. Πιστεύοντας βαθιά ότι η ομορφιά δεν είναι πολυτέλεια αλλά στάση ζωής, δημιούργησε το GUZEL, ένα σύγχρονο ινστιτούτο ομορφιάς στα βόρεια προάστια, στον Άγιο Στέφανο, στη λεωφόρο Κρυονερίου.
Το GUZEL δεν είναι απλώς ένας χώρος καλλωπισμού. Είναι ένας προσεγμένος προορισμός ευεξίας, όπου η αισθητική συναντά την επιστημονική γνώση, η λεπτομέρεια τον επαγγελματισμό και η φροντίδα τον σεβασμό προς τον άνθρωπο. Κάθε υπηρεσία, από τον καλλωπισμό προσώπου και σώματος έως τις εξειδικευμένες υπηρεσίες , έχει σχεδιαστεί με στόχο όχι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και την εμπειρία.
Με καθαρή αισθητική, σύγχρονο εξοπλισμό και μια φιλοσοφία που βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο, το GUZEL έρχεται να επαναπροσδιορίσει την έννοια της ομορφιάς: αυθεντική, ισορροπημένη, προσωπική.
Γιατί η ομορφιά δεν είναι πρότυπο.
Είναι αίσθηση.
Και στο GUZEL, αυτή η αίσθηση μόλις ξεκινά.
GUZEL – Beauty with purpose.














Ὁ γέρος στή γέφυρα
(The Old Man at the Bridge)
ΝΑΣ ΓΕΡΟΣ πού φοροῦσε γυαλιά μέ μεταλλικό σκελετό καί πολύ σκονισμένα ροῦχα καθόταν στήν ἄκρη τοῦ δρόμου. Ὑπῆρχε μιά πλωτή γέφυρα κατά μῆκος τοῦ ποταμοῦ, πού τήν διέσχιζαν κάρα, φορτηγά, ἄντρες, γυναῖκες καί παιδιά. Τά κάρα τά ὁποῖα ἔσερναν μουλάρια ἀνέβαιναν παραπατώντας ἀπό τή γέφυρα στήν ἀπότομη ὄχθη μέ στρατιῶτες νά βοηθοῦν σπρώχνοντας τίς ἀκτίνες τῶν τροχῶν. Τά φορτηγά βρυχῶνταν στόν ἀνήφορο κι ἀπομακρύνονταν ἀπ’ ὅλο αὐτό, ἐνῶ οἱ χωρικοί προχωροῦσαν ἀργά, βυθισμένοι στή σκόνη ὥς τούς ἀστραγάλους. Ὅμως ὁ γέρος καθόταν ἐκεῖ ἀκίνητος. Ἦταν πολύ κουρασμένος γιά νά πάει ὁπουδήποτε πιό μακριά.
Ἡ δουλειά μου ἦταν νά περάσω τή γέφυρα, νά ἐξερευνήσω πέρα ἀπό τό προγεφύρωμα καί ν’ ἀνακαλύψω μέχρι ποιό σημεῖο εἶχε ἀναπτυχθεῖ ὁ ἐχθρός. Τό ἔκανα κι ἐπέστρεψα πίσω. Τά κάρα ἦσαν λίγα καί οἱ πεζοί ἐλάχιστοι, ἀλλά ὁ γέρος παρέμενε ἐκεῖ.
«Ἀπό ποῦ ἔρχεστε;» τόν ρώτησα.
«Ἀπό τό Σάν Κάρλος», εἶπε καί χαμογέλασε.
Ἦταν ἡ πόλη πού γεννήθηκε καί τόν εὐχαριστοῦσε νά τήν ἀναφέρει, χαμογέλασε.
«Φρόντιζα ζῶα», ἑξήγησε.
«Ὤ», εἶπα, χωρίς κι ἀκριβῶς νά καταλαβαίνω.
«Ναί», εἶπε, «Ἔμεινα, βλέπετε, γιά νά φροντίσω τά ζῶα. Ἤμουν ὁ τελευταῖος πού ἔφυγε ἀπό τήν πόλη τοῦ Σάν Κάρλος.»
Δέν ἔμοιαζε μέ βοσκό ἤ κτηνοτρόφο καί κοίταξα τά μαῦρα σκονισμένα ροῦχα του καί τό γκρίζο σκονισμένο πρόσωπό του καί τά γυαλιά μέ τό μεταλλικό σκελετό καί εἶπα, «Τί ζῶα ἦσαν αὐτά;»
«Διάφορα ζῶα», εἶπε, καί κούνησε τό κεφάλι του. «Ἔπρεπε νά τ’ ἀφήσω.»
Παρατηροῦσα τή γέφυρα καί τήν περιοχή στό Δέλτα τοῦ Ἔβρου(1) πού ἔμοιαζε Ἀφρικανική κι ἀναρωτιόμουν πόσος καιρός θά περνοῦσε ὥσπου νά δοῦμε τόν ἐχθρό, κι εἶχα στήσει αὐτί στό μεταξύ γιά τόν πρῶτο θόρυβο πού θά σήμαινε ἐκεῖνο τό μυστηριῶδες γεγονός πού λέγεται ἐπαφή, κι ὁ γέρος ἐξακολουθοῦσε νά κάθεται ἐκεῖ.
«Τί ζῶα ἦσαν αὐτά;» ρώτησα
«Ὅλα μαζί ἦσαν τρία», ἑξήγησε. «Δυό κατσίκες καί μιά γάτα καί μετά ἦσαν καί τέσσερα ζεύγη περιστέρια.»
«Κι ἔπρεπε νά τ’ ἀφήσετε;» ρώτησα.
«Ναί, ἐξ αἰτίας τοῦ πυροβολικοῦ. Ὁ λοχαγός μοῦ εἶπε νά φύγω ἐξ αἰτίας τοῦ πυροβολικοῦ.»
«Καί δέν ἔχετε οἰκογένεια;» ρώτησα, παρατηρώντας τήν ἄκρη τῆς γέφυρας ὅπου κάποια λίγα κάρα κατηφόριζαν βιαστικά τήν ὄχθη.
«Ὄχι», εἶπε, «μόνο τά ζῶα πού ἀνέφερα. Ἡ γάτα, φυσικά, θά εἶναι ἐντάξει. Μιά γάτα ξέρει νά φροντίζει τόν ἑαυτό της, ἀλλά δέν μπορῶ νά σκεφτῶ τί θά γίνουν τά ὑπόλοιπα.»
«Τί πολιτικές πεποιθήσεις ἔχετε;» ρώτησα.
«Δέν ἔχω», ἀπάντησε. «Εἶμαι ἑβδομήντα ἕξι ἐτῶν. Ἔχω περπατήσει δώδεκα χιλιόμετρα καί νομίζω πώς δέν μπορῶ νά πάω παραπέρα.»
«Ἐδῶ δέν εἶναι καλό μέρος νά σταματήσετε», εἶπα. «Ἄν μπορεῖτε, ὑπάρχουν φορτηγά στό δρόμο πιό πάνω, ἐκεῖ , στή διασταύρωση πρός τήν Τορτόζα.»
«Θά περιμένω λίγο», εἶπε, «καί μετά θά φύγω. Ποῦ πᾶνε τά φορτηγά;»
«Πρός Βαρκελώνη», τοῦ εἶπα.
«Δέν ξέρω κανέναν πρός τά ‘κεῖ», εἶπε, «ἀλλά σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.»
Μέ κοίταξε μέ βλέμμα ἀνέκφραστο καί κουρασμένο, μετά εἶπε, νιώθοντας τήν ἀνάγκη νά μοιραστεῖ τήν ἀνησυχία του μέ κάποιον, «Ἡ γάτα θά εἶναι ἐντάξει, εἶμαι βέβαιος. Δέν ὑπάρχει λόγος ἀνησυχίας γιά τή γάτα. Ὅμως τά ἄλλα. Ἐσεῖς τί νομίζεται γιά τά ἄλλα;»
«Πιθανόν θά τά καταφέρουν.»
«Νομίζετε;»
«Γιατί ὄχι;» εἶπα παρατηρώντας τήν ἀπέναντι ὄχθη ὅπου δέν ὑπῆρχαν πλέον κάρα.
«Ἀλλά τί θά κάνουν κάτω ἀπό τά πυρά τοῦ πυροβολικοῦ, ἀφοῦ μοῦ εἶπαν νά φύγω ἐξ’ αἰτίας του;»
«Ἀφήσατε τό κλουβί τῶν περιστεριῶν ἀνοιχτό;» ρώτησα.
«Ναί.»
«Τότε θά πετάξουν.»
«Ναί, ὁπωσδήποτε θά πετάξουν. Ὅμως τ’ ἄλλα. Εἶναι καλλίτερα νά μή σκέφτομαι τά ἄλλα», εἶπε.
«Ἄν ξεκουραστήκατε, καλλίτερα νά φύγετε», τόν παρότρυνα. «Σηκωθεῖτε καί προσπαθήστε νά περπατήσετε τώρα.»
«Εὐχαριστῶ», εἶπε καί στάθηκε στά πόδια του, παραπατώντας δῶθε-κεῖθε καί μετά ξανακάθισε πάνω στή σκόνη.
«Φρόντιζα τά ζῶα», εἶπε ἄτονα, ἀλλά ὄχι πιά σ’ ἐμένα. «Μονάχα φρόντιζα τά ζῶα.»
Δέν ὑπῆρχε τίποτα νά κάνεις γι’ αὐτόν. Ἦταν Κυριακή τοῦ Πάσχα κι οἱ Φασίστες προήλαυναν πρός τόν Ἔβρο. Ἦταν μιά γκρίζα συννεφιασμένη μέρα μέ χαμηλή νέφωση κι ἔτσι τά ἀεροπλάνα τους δέν πετοῦσαν. Αὐτό ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι οἱ γάτες ξέρουν νά φροντίζουν τόν ἑαυτό τους ἦταν ὅλη ἡ καλοτυχία πού θἄχε ποτέ αὐτός ὁ γέρος.
Σημ.τ.μ.:
(1) Ὁ πoταμὸς Ἔβρος (στὰ ἰσπανικὰ Ἔβρο καὶ στὰ καταλανικά Ἔβρε) τῆς Ἰσπανίας, εἶναι ὁ σημαντικότερος ποταμὸς τῆς βορειοανατολικῆς Ἰβηρικῆς χερσονήσου.
ἜΡΝΕΣΤ ΧΈΜΙΝΓΟΥΈΪ (ERNEST HEMINGWAY, 1899-1961): Ὁ ἜΡΝΕΣΤ ΧΈΜΙΝΓΟΥΈΪ ὙΠΗ͂ΡΞΕ ἝΝΑΣ ἈΠΌ ΤΟΎΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΌΤΕΡΟΥΣ ΠΕΖΟΓΡΆΦΟΥΣ ΤΟΥ͂ 20ΟΥ͂



«Οι γονείς είναι το κόκαλο πάνω στο οποίο τα παιδιά ακονίζουν τα δόντια τους» Πήτερ Ουστίνοφ
Η φράση του Πήτερ Ουστίνοφ, ειρωνική και ωμή μαζί, συμπυκνώνει μια βαθιά αλήθεια για τη σχέση γονιών και παιδιών. Δεν πρόκειται για ασέβεια ούτε για κατηγορία· πρόκειται για μια υπαρξιακή διαπίστωση. Οι γονείς δεν είναι απλώς οι φορείς της ζωής, αλλά και το πρώτο «αντίπαλο δέος» απέναντι στο οποίο το παιδί δοκιμάζει τις δυνάμεις του.
Το παιδί ακονίζει τα «δόντια» του πάνω στους γονείς γιατί εκεί βρίσκει το ασφαλές πεδίο της σύγκρουσης. Εκεί θα αντιμιλήσει, θα αμφισβητήσει, θα θυμώσει, θα επαναστατήσει χωρίς τον απόλυτο φόβο της απόρριψης. Η οικογένεια λειτουργεί ως το πρώτο εργαστήριο ελευθερίας: ο χώρος όπου το παιδί μαθαίνει να λέει «όχι», να ορίζει όρια, να δοκιμάζει την αυτονομία του.
Για τον γονιό, αυτή η διαδικασία συχνά πονά. Η αχαριστία, η απόρριψη, η απόσταση μοιάζουν άδικες, ιδίως όταν συνοδεύονται από χρόνια φροντίδας και θυσίας. Όμως αυτή η «φθορά» είναι, στην ουσία της, δημιουργική. Ο γονιός που αντέχει να γίνει το κόκαλο χωρίς να σπάσει, επιτελεί έναν από τους πιο δύσκολους ρόλους: να επιτρέψει στο παιδί να τον ξεπεράσει.
Η ωριμότητα, τελικά, φαίνεται και από τις δύο πλευρές. Το παιδί ωριμάζει όταν, κάποια στιγμή, συνειδητοποιεί ότι τα δόντια του σχηματίστηκαν χάρη σε εκείνο το κόκαλο. Και ο γονιός ωριμάζει όταν αποδέχεται πως η αποστολή του δεν ήταν να λατρευτεί, αλλά να χρησιμεύσει.
Ο Ουστίνοφ μας θυμίζει με χιούμορ ότι η αγάπη δεν είναι πάντα τρυφερή. Κάποιες φορές είναι σκληρή, αθόρυβη και φθαρτή. Και ίσως τότε είναι που γίνεται πιο ουσιαστική.

