Η «κούπα του Πυθαγόρα»

Η «κούπα του Πυθαγόρα» ή αλλιώς «δίκαιη κούπα» που κατασκεύασε ο Σάμιος φιλόσοφος, μαθηματικός, γεωμέτρης και θεωρητικός της μουσικής είχε ως στόχο την υπόδειξη και την τήρηση του μέτρου, «μέτρον άριστον».

Η «δίκαιη κούπα», η οποία χρονολογείται περίπου από τον 6ο αιώνα π.Χ., είναι ένα αριστούργημα της υδραυλικής τεχνολογίας των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και ένα μέσο διδαχής. Πέρα από τον περιορισμό της κατανάλωσης κρασιού μέσα από ένα «έξυπνο ποτήρι», ο Πυθαγόρας ήθελε να διδάξει στους μαθητές του την εγκράτεια και την τήρηση του μέτρου.

Όταν ξεπερνιέται το μέτρο πρόκειται για «ύβρις», η οποία έχει ως αποτέλεσμα την τιμωρία, «τίσις». Όλοι οι άνθρωποι οφείλουν να απολαμβάνουν με μέτρο όσα τους παρέχονται δίχως να επιζητούν εναγωνίως περισσότερα.

Πώς λειτουργεί: Στο εσωτερικό της υπάρχει χαραγμένη μία γραμμή, η οποία οριοθετεί την ποσότητα του κρασιού. Αν ο χρήστης δεν υπερβεί τη γραμμή, τότε μπορεί να απολαύσει το «ποτό» του. Ωστόσο, αρκεί μία παραπάνω σταγόνα για να ξεπεράσει τα όρια της γραμμής και τότε η κούπα να αδειάσει, χύνοντας όλο το κρασί από τη βάση της.

Ο μηχανισμός της: Στο κέντρο της κούπας υπάρχει μία στήλη που είναι τοποθετημένη πάνω από έναν σωλήνα που οδηγεί στο κάτω μέρος της. Όσο γεμίζει η κούπα, παράλληλα η στάθμη του κρασιού ανεβαίνει και στο εσωτερικό της κεντρικής στήλης.

Από τη στιγμή που το υγρό δεν ξεπερνά την οριοθετημένη γραμμή δεν δημιουργείται κανένα πρόβλημα. Μόλις, όμως το υγρό υπερβεί τη γραμμή, τότε τα μόριά του παρασύρουν το ένα το άλλο, έχοντας ως αποτέλεσμα το άδειασμα της κούπας. Η κατασκευή του Πυθαγόρα ακολουθεί το νόμο που ανέπτυξε ο Pascal αιώνες αργότερα για τα συγκοινωνούντα δοχεία.

ΦΕΙΔΙΑΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΓΛΥΠΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΘΛΙΒΕΡΟ ΤΕΛΟΣ

 

Ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της αρχαιότητας, ήταν αναμφίβολα ο Φειδίας. Γεννήθηκε στα τέλη του 6ου π. Χ. αιώνα ή στις αρχές του 5ου π. Χ. αιώνα. Το όνομά του είναι στενά συνδεδεμένο με εκείνο του Περικλή. Ο Περικλής του ανέθεσε τη γενική επιστασία της καλλιτεχνικής διακόσμησης των κτισμάτων της Ακρόπολης και κυρίως του Παρθενώνα. «Πάντα διείπε και πάντων επίσκοπος ήταν αυτώ» [τω Περικλεί].

Ο Φειδίας φιλοτέχνησε και το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Παρθένου Αθηνάς (438 π. Χ.). Όμως, πολιτικοί αντίπαλοι του Περικλή κατηγόρησαν τον Φειδία ότι είχε υπεξαιρέσει μέρος του ελεφαντοστού και του χρυσού του αγάλματος. Ο Φειδίας όμως, αποσπώντας χωρίς να προκαλέσει καμία ζημιά, τον χρυσό χιτώνα του αγάλματος και ζυγίζοντάς τον, απέδειξε τη συκοφαντία. Οι εχθροί του όμως, τον μήνυσαν και για ασέβεια, θεωρώντας πως απεικόνισε τον Περικλή και τον εαυτό του, ως «πρεσβύτη θαλερό» μάλιστα, στην ασπίδα της Θεάς. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, φυλακίστηκε και πέθανε στη φυλακή από ασθένεια ή από δηλητήριο που του έδωσαν ύπουλα οι εχθροί του Περικλή.

Σύμφωνα όμως με άλλη εκδοχή, δεν φυλακίστηκε αλλά φυγαδεύτηκε και πήγε στην Ηλεία, όπου κατασκεύασε το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Ολυμπίου Διός και σκοτώθηκε από τους Ηλείους αφού καταδικάστηκε σε θάνατο για δεύτερη φορά για παρόμοια αιτία.

Και πάλι δημιουργούνται προβλήματα σχετικά με το ποιο από τα δύο αγάλματα (του Δία ή της Αθηνάς) φιλοτεχνήθηκε νωρίτερα. Ο ναός του Ολυμπίου Δία, ολοκληρώθηκε το 456 π. Χ. Πιθανότατα ο Φειδίας εργάστηκε στην Ηλεία, επέστρεψε στην Αθήνα μετά από πρόσκληση του Περικλή και τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην Ηλεία. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι το άγαλμα του Ολυμπίου Διός έφερε την υπογραφή του Φειδία και οι Ηλείοι τίμησαν τους απογόνους του με το αξίωμα των Φαιδρυντών, των καθαριστών του αγάλματος του Δία.