Κάρλος Κάιζερ: Ο μεγαλύτερος απατεώνας στην ιστορία του ποδοσφαίρου!

Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής, που θεωρείται ως ο μεγαλύτερος «απατεώνας» στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας, καθώς προσποιούταν ότι ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής για πάνω από 20 χρόνια, χωρίς όμως να έχει παίξει ούτε ένα λεπτό.

Ο Κάρλος Ενρίκε Ραπόζο, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1963 στο Ρίο Πάρντο της Βραζιλίας. Το παρατσούκλι «Κάιζερ» του αποδόθηκε λόγω της ομοιότητάς του με τον Φραντς Μπεκενμπάουερ, τον «Κάιζερ» του γερμανικού ποδοσφαίρου.

Στη δεκαετία του ‘70 και του ‘80, όταν δεν υπήρχαν μέσα ενημέρωσης όπως τα ξέρουμε σήμερα και χωρίς τη βοήθεια του διαδικτύου, οι περισσότερες μετεγγραφές γίνονταν με συστάσεις. Γνωρίζοντας καλά τη βιομηχανία του ποδοσφαίρου, ο Κάρλος ξεκίνησε να κάνει φιλίες, με κορυφαίους άσους της μπάλας, όπως οι Ρενάτο Γκαούτσο, Ρομάριο, Αλμπέρτο Τόρες και Ρικάρντο Ρότσα, αποκτώντας έτσι «μέσο» για δοκιμές με διαφορετικές ομάδες. Ο ίδιος ο Ρότσα δήλωνε ότι «ήταν ένας μεγάλος φίλος, ένας εξαιρετικός άνθρωπος, αλλά το μεγάλο πρόβλημά του ήταν η μπάλα».

Ο τρόπος του αυτός αποδείχθηκε αλάνθαστος. Ο Κάρλος κατάφερε να υπογράψει με περισσότερες από 15 ομάδες, με το χρόνο παραμονής του σ’ αυτές να μην διαρκεί περισσότερο από έξι μήνες. Ανάμεσά τους οι Μποταφόγκο, Φλαμένγκο, Μπανγκού, Φλουμινένσε, Βάσκο ντα Γκάμα, Ελ Πάσο στις ΗΠΑ και η γαλλική Αζαξιό. Ακόμα, για να συμπληρωθεί το βιογραφικό του, είπε ότι είχε παίξει στη μεγάλη Ιντεπεντιέντε εκείνης της εποχής, με πρωταθλήματα Αργεντινής, διηπειρωτικά κύπελλα και Κόπα Λιμπερταδόρες στη συλλογή της. Μόνο που ο Κάρλος που έπαιζε εκείνη την περίοδο στην Ιντεπεντιέντε ήταν… Αργεντινός.

Δεν υπάρχουν βίντεο ή φωτογραφίες του Κάρλος να παίζει σε κάποιο παιχνίδι, αφού πάντα κατάφερνε να μην παρουσιάζεται στο γήπεδο, με ανέκδοτες ιστορίες, που υπερβαίνουν κάποιον που προσποιείται τραυματισμό. «Εκείνη την εποχή ήταν πολύ εύκολο, άγγιζα το μηρό κι έμενα εκτός προπόνησης. Δεν υπήρχε κάτι δύσκολο, ένας φίλος οδοντίατρος μου έγραφε μία γνωμάτευση και γινόταν αμέσως αποδεκτή» είπε σε μία από τις πολλές συνεντεύξεις του.

Άλλοτε πάλι, πριν από μία προπόνηση προσποιήθηκε ότι μιλούσε στο τηλέφωνο στ’ αγγλικά με έναν ξένο ατζέντη, όταν ένας προπονητής που είχε ζήσει στην Αγγλία κατάλαβε ότι έλεγε ανοησίες, πράγματα ασυνάρτητα. Αλλά και πάλι τίποτα.

Κάποια στιγμή, όμως, τα πράγματα δυσκόλεψαν. «Κάποτε ο πρόεδρος της Μπούνγκα μού ζήτησε με αυστηρό τρόπο να βγω για να παίξω. Σκέφτηκα ότι κάτι έπρεπε να κάνω. Έτσι, πιάστηκα στα χέρια με κάποιους οπαδούς που ούρλιαζαν στην εξέδρα. Αποβλήθηκα πριν από την είσοδο στον αγωνιστικό χώρο. Αργότερα, στα αποδυτήρια, είπα στον προπονητή μου ότι δεν μπορούσα να μείνω σιωπηλός, ακούγοντας τις απειλές για την ομάδα μας. Με φίλησε και την επόμενη μέρα μου ανανέωσαν για ακόμα έξι μήνες το συμβόλαιο που έληγε».

Σήμερα, ο Κάρλος Ενρίκε Ραπόζο ασκεί το επάγγελμα του προσωπικού γυμναστή κι εξακολουθεί να διηγείται τη μεγάλη ποδοσφαιρική του ιστορία, όπου κι αν τον καλούν.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Πάστα Ντίβα και άλλες ιστορίες

Posted by L’apprendista

*

Πάστα Ντίβα

Τρελαινόταν για γλυκά. «Από τον ουρανίσκο στον έβδομο ουρανό», έλεγε στους συναδέλφους της, όταν στα καμαρίνια έτρωγε με λαιμαργία τις πάστες, που με περισσή προσοχή έβγαζε από το κουτί του γλυκοπωλείου που είχε στη τσάντα της. Λυρική σοπράνο με μεγάλη καριέρα σε όλα τα λυρικά θέατρα της χώρας. Κλίμακες, τρίλιες, ατελείωτες μελωδίες των Ιταλών συνθετών της όπερας ήταν για εκείνη a piece of cake. Δεν φοβόταν ούτε τις ψηλές νότες, ούτε τους δύσκολους ρόλους, ούτε τη ζάχαρη. «Όταν μπαίνεις στη μάχη, δεν πρέπει να περιμένεις το χειρότερο», είχε πει στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε στο Μιλάνο. Μια βδομάδα μετά την συνέντευξη, την βρήκαν νεκρή στο καμαρίνι της. Δίπλα της βρέθηκε μια μισοφαγωμένη σοκολατίνα.

~.~

Το κλειδί

Έκλεινε για χρόνια τα μάτια και τ’ αφτιά της ορμητικά. Όταν το απαίτησε ο χρόνος κλείδωσε. Σπούδασε, ταξίδεψε πολύ, ερωτεύτηκε παράφορα, παντρεύτηκε. Γέννησε τρία παιδιά, στο τρίτο κόντεψε να πεθάνει. Εκείνη έζησε, ο γάμος της αιμορραγούσε όμως χρόνια. Κάποιος έπρεπε να μεγαλώσει τα παιδιά. Κάποιος έπρεπε να σηκώνει τα βάρη της καθημερινότητας, τα χρέη της τράπεζας και της Ιστορίας. Στεκόταν όρθια σαν δέντρο σε ξερότοπο. Άποτη καλοκαίρια και χειμώνες. Άνθιζε, κάρπιζε, γυμνωνόταν ξανά και ξανά, μα στεκόταν όρθια σε μια αμετάκλητη φθορά.Τι να κάνει τώρα πια το κλειδί; Έπρεπε κάπως να ορίσει τι αφήνει ανοιχτό, τι ελέγχει, ποιος μπαίνει μέσα, ποιος μένει έξω και ποιος φεύγει. Το πέταξε στο ποτάμι. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα.

~.~

Κατηχητικό

Της είπαν πως στο κατηχητικό θα άκουγε για τις αλήθειες της πίστεως, τα ήθη και τα έθιμα των χριστιανικών εορτών, για την προσευχή και τη νηστεία. Τα άκουγε στο μάθημα των Θρησκευτικών, ποιος ο λόγος να χάνει τα μεσημέρια του Σαββάτου για έξτρα δόση πίστεως; Η μάνα της όμως επέμενε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Στην έκτη τάξη του Δημοτικού ξεκίνησε η Σαββατιάτικη κατήχηση για να γίνει μια καλή χριστιανή. Ευτυχώς πήγαινε με την κολλητή της. Όση ώρα μιλούσαν εκεί για τις αλήθειες της πίστεως, εκείνη σκεφτόταν τις πάστες στο συνοικιακό ζαχαροπλαστείο και τα πολύχρωμα μολύβια στο χαρτοπωλείο του κυρ-Θέμη. Πάντα κρυφά και γρήγορα. Η μια κράταγε τσίλιες κι άλλη τ’ άρπαζε. Γεύσεις και χρώματα του απαγορευμένου.

ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΑΟΥΡΗ ΧΙΛΜΕΡ

Πηγή:Neoplanodio.gr