Η Ελλάδα του 1827 και ο Καποδίστριας

“Καλως όρισες Αφέντη. Ο τόπος που ήρθες είναι καλός. Αλλά πατάς στα σκ…!”
~Με αυτά τα λόγια υποδέχτηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τον Ιωάννη Καποδίστρια~

Το ακόλουθο περιστατικό στη Νεμέα, με τον Καποδίστρια και τον Κολοκοτρώνη, δεν είναι απλώς μια ιστορία φιλοξενίας ή λογαριασμών αλλά η απόλυτη εικόνα του ανθρώπου που παρέλαβε μια χώρα στα πρόθυρα του χάους και τόλμησε να βάλει τάξη, να υπερασπιστεί το δίκαιο και να προστατέψει τον λαό από τις αδικίες και την αυθαιρεσία.

Αξίζει να το διαβάσετε όλοι για να καταλάβετε ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά από τότε:
Πλησιάζοντας τη Νεμέα, ο Καποδίστριας ρώτησε τον Κολοκοτρώνη που θα διανυκτερεύσουν και εκείνος του απάντησε ότι θα μείνουν στο σπίτι του Δεσπότη, εννοώντας τον Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου, Κύριλλο.


– Πρέπει να φροντίσω, είπε ο Κυβερνήτης μετά από ολιγόλεπτη σιωπή, να πληρωθούν όλα τα έξοδα.
– Ποια έξοδα; Τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης.
– Της τροφής μας, της τροφής των αλόγων και καθεξής, απάντησε ο Καποδίστριας.
– Και ποιος, υπερεξοχώτατε, πληρώνει τοιαύτα έξοδα; Ρώτησε ο Κολοκοτρώνης με ύφος. Ο Δεσπότης μάλιστα είναι άνθρωπος που αγαπά την καλή βούκαν και θα έχει πολλά και καλά φαγητά να μας δώσει.
Ο Δραγούμης που ήταν μέλος της συνοδείας του Καποδίστρια και ήταν παρών στο περιστατικό, διασώζει την οργισμένη αντίδραση του Κυβερνήτη:
–Δεν τα πληρώνετε εσείς, είπε στον Κολοκοτρώνη και γι’ αυτό παραπονείται εξαιτίας σας ο λαός!
–Και τι έχει να κάνει, υπερεξοχώτατε, ο λαός με το φαγητό του Δεσπότου; Ζήτησε να μάθει ο Γέρος του Μοριά.


–Τι έχει να κάμει! Φώναξε έξω φρενών ο Καποδίστριας, κοιτάζοντας βλοσυρά τον συνομιλητή του. Αύριο, του είπε, μόλις φύγουμε θα κάνουν έρανο στους χωρικούς για τα έξοδα του Κυβερνήτη και το χειρότερο είναι ότι θα πάρουν διπλά, όπως είστε συνηθισμένοι.


Ο Κολοκοτρώνης γέλασε. Εκείνο το γλυκόπικρο γέλιο του ανθρώπου που ξέρει, έχει παλέψει με το “θεριό” και γνωρίζει καλά ότι γλυτωμό δεν έχει από την αρπαγή και την ιδιοτέλεια.


– Ξέρεις πώς το πάει η υπερεξοχότης σου; Ρώτησε τον έξαλλο Καποδίστρια. Μια φορά έπεσε ένας ποντικός μέσα σ’ ένα πιθάρι λάδι και πνίγηκε, είπε. Ο νοικοκύρης τον βρήκε μετά από δυο μέρες και την ώρα που έβγαζε από το πιθάρι η νοικοκυρά του φώναξε: Πρόσεχε μη σταξ’ η ούρα του και βρωμίσει το λάδι.


– Δεν εννοώ, του απάντησε ανυπόμονα ο Καποδίστριας, ποια σχέση έχει ο μύθος σου με τα έξοδα του Δεσπότη.


– Μεγάλη, υπερεξοχώτατε, απάντησε ο Κολοκοτρώνης. Διότι, είτε πληρώσουμε είτε δεν πληρώσουμε, ο Δεσπότης θα συνάξει τα γρόσια. Τα δικά μας έξοδα είναι το λάδι της ουράς του ποντικού.


Ο Καποδίστριας κατάλαβε, σιώπησε. Έφτασαν στη Νεμέα, κατέλυσαν στο σπίτι του Μητροπολίτη Κορίνθου Κύριλλου, έφαγαν, ήπιαν, ο δεσπότης τους υποδέχθηκε με χαρά και τους περιποιήθηκε. Την άλλη μέρα το πρωί, πριν φύγουν, ο Κυβερνήτης, απαίτησε πλήρη λογαριασμό των εξόδων τους.
Μάταια ο Δεσπότης προσπαθούσε να τον πείσει προσβεβλημένος που ο Κυβερνήτης δεν δεχόταν τη φιλοξενία του. Ο Καποδίστριας επέμενε και τα έξοδα πληρώθηκαν.


Αργότερα στη διαδρομή ρώτησε τον στρατηγό Τσώκρη που ήταν μαζί του, αν πληρώθηκαν όλα τα έξοδα όπως είχε δώσει εντολή.


– Μάλιστα, εξοχώτατε, του απάντησε ο στρατηγός, ο οποίος με πίκρα συμπλήρωσε, κι όμως ο Θεός ξέρει ότι μέσα σε μια ώρα θα τα ζητήσουν και με τόκο από τους χωρικούς να τα πληρώσουν…


Για όλους εκείνους που “ελαφρά τη καρδία’ κρίνουν τον Καποδίστρια ως αυταρχικό, αξίζει να θυμόμαστε ότι αυτή ήταν η Ελλάδα του 1827, και αυτός ήταν ο άνθρωπος που την παρέλαβε.

Γουόρεν Μπάφετ: λάθος που δεν επένδυσα εξαρχής στις ασφαλιστικές δραστηριότητες ….

Λίγες ημέρες πριν αποχωρήσει από τη θέση του CEO της Berkshire Hathaway, ο Γουόρεν Μπάφετ επιστρέφει στο πιο παράδοξο κεφάλαιο της καριέρας του, τη στιγμή που αποκαλεί ο ίδιος «το πιο ανόητο χρηματιστηριακό λάθος» που έκανε ποτέ: την αγορά της ίδιας της Berkshire. Ένα… λάθος που γέννησε έναν κολοσσό.

Ο Μπάφετ ανέλαβε τον έλεγχο της Berkshire Hathaway το 1965, μετατρέποντας μια προβληματική υφαντουργική εταιρεία σε έναν από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς ομίλους στον κόσμο, με χρηματιστηριακή αξία που ξεπερνά το 1 τρισ. δολάρια.

Σήμερα, σχεδόν ολόκληρη η προσωπική του περιουσία, περίπου 151 δισ. δολάρια, συνδέεται με τις μετοχές Class A της Berkshire.

Ωστόσο, όπως έχει παραδεχτεί επανειλημμένα, αν δεν είχε εμπλακεί ποτέ με τη συγκεκριμένη εταιρεία και αν είχε επενδύσει απευθείας σε ασφαλιστικές δραστηριότητες, η Berkshire θα άξιζε θεωρητικά διπλάσια σήμερα. Και ο ίδιος θα βρισκόταν πολύ ψηλότερα στη λίστα των πλουσιότερων ανθρώπων στον κόσμο.

Η αρχή της παρεξήγησης

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Μπάφετ διαχειριζόταν ένα μικρό επενδυτικό σχήμα και εντόπισε τη Berkshire ως «φθηνή» με βάση τα λογιστικά της μεγέθη. Η εταιρεία έκλεινε εργοστάσια, ρευστοποιούσε περιουσιακά στοιχεία και επαναγόραζε μετοχές, ένα κλασικό σενάριο για βραχυπρόθεσμο arbitrage.

Το σχέδιο ήταν απλό: αγορά μετοχών, συμμετοχή σε δημόσια πρόταση εξαγοράς και μικρό κέρδος. Όταν όμως η διοίκηση προσέφερε τιμή ελαφρώς χαμηλότερη από αυτή που είχε προφορικά συμφωνηθεί, ο Μπάφετ αντέδρασε συναισθηματικά. Αντί να πουλήσει, αγόρασε περισσότερες μετοχές, πήρε τον έλεγχο της εταιρείας και απέλυσε τη διοίκηση.

Το «βαρίδι» της προβληματικης επιχείρησης

Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν επενδυτική ιδιοφυΐα, αλλά μια μακρόχρονη παγίδα. Η Berkshire εξελίχθηκε σε όχημα επενδύσεων, όμως για δεκαετίες κουβαλούσε το βάρος μιας ζημιογόνου και διαρθρωτικά προβληματικής δραστηριότητας: της υφαντουργίας.

Για σχεδόν 20 χρόνια, ο Μπάφετ προσπάθησε να σώσει έναν κλάδο που, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε μέλλον στις ΗΠΑ. Επενδύσεις σε εξοπλισμό, εξαγορές άλλων υφαντουργιών και προσπάθειες «συνεργειών» δεν απέδωσαν ποτέ. Τα κεφάλαια που διοχετεύτηκαν εκεί παρήγαγαν μηδενικές αποδόσεις, λειτουργώντας ως μόνιμο φρένο στην ανάπτυξη του ομίλου.

Το κρίσιμο μάθημα

Η εμπειρία αυτή διαμόρφωσε τη φιλοσοφία που έκανε τον Μπάφετ θρύλο. Το βασικό συμπέρασμα ήταν απλό αλλά αμείλικτο:

Δεν έχει σημασία πόσο ικανός είναι ένας μάνατζερ, αν η επιχείρηση στην οποία δραστηριοποιείται έχει κακά οικονομικά θεμέλια

Στον επιχειρηματικό κόσμο δεν υπάρχουν «πόντοι δυσκολίας». Το να αναλαμβάνεις κάτι δύσκολο δεν ανταμείβεται από την αγορά.

Αντίθετα, οι καλύτερες αποδόσεις προκύπτουν από καλές επιχειρήσεις σε λογικές τιμές, όχι από προβληματικές εταιρείες σε «ευκαιριακή» αποτίμηση.

Γιατί το λάθος μετρά ακόμα

Η ειρωνεία είναι ότι αυτό το λάθος αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε η Berkshire Hathaway. Όμως, όπως παραδέχεται ο ίδιος, αν είχε ξεκινήσει από την αρχή με μια καθαρή ασφαλιστική πλατφόρμα, χωρίς το «άγκιστρο» της υφαντουργίας, το αποτέλεσμα πιθανότατα θα ήταν πολύ πιο αποδοτικό.

Η ιστορία της Berkshire δεν είναι απλώς μια αφήγηση επιτυχίας, αλλά ένα σπάνιο μάθημα για το κόστος της εμμονής, τη σημασία της αποδέσμευσης από κακές επενδύσεις και τον ρόλο που παίζει η ψυχολογία στις οικονομικές αποφάσεις.

Ένα αντίο με αυτοκριτική

Καθώς ο Γουόρεν Μπάφετ ετοιμάζεται να αποχωρήσει από τη διοίκηση της εταιρείας που ταυτίστηκε με το όνομά του, το μεγαλύτερο μάθημα που αφήνει πίσω του δεν είναι οι αποδόσεις, αλλά η ειλικρινής παραδοχή του λάθους.

Γιατί, όπως έχει δείξει η πορεία του, η πραγματική επενδυτική σοφία δεν βρίσκεται στην αποφυγή των λαθών, αλλά στην ικανότητα να τα αναγνωρίζεις και να αλλάζεις πορεία.

Βλέποντας βέβαια τη θέση της Berkshire Hathaway τώρα και την περιουσία του ίδιου του Γουόρεν Μπάφετ, το “λάθος” αυτό δεν τα πήγε και τόσο άσχημα… Και δεν ξέρουμε ποιά θα ήταν η πορεία και η εξέλιξή του εάν δεν το είχε κάνει.