
Επιτέλους!


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Για να είναι κάποιος αυστηρός με τους άλλους θα πρέπει πρώτα από όλα να είναι αυστηρός με τον εαυτό του, καλό θα είναι όμως να υπάρχει και ένα όριο σε αυτή την αυστηρότητα γιατί σε διαφορετική περίπτωση προκύπτουν ιστορίες σαν κι αυτή του Κόκιτσι Τσουμπουράγια, του Ιάπωνα μαραθωνοδρόμου που αυτοκτόνησε πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες 1968 επειδή δεν θα είχε τη δυνατότητα να διορθώσει το «λάθος» του σε αυτούς του 1964.
Γεννηθείς στις 13 Μαΐου 1940 ο Τσουμπουράγια είχε δείξει από μικρό παιδί την αγάπη του για τον στίβο και ειδικά για τις μεσαίες ή μεγάλες αποστάσεις, με τις επιδόσεις του να βελτιώνονται καθώς μεγάλωνε. Δεν προκάλεσε έκπληξη, επομένως, το γεγονός ότι στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1964, στο Τόκιο, ήταν ένα από τα φαβορί για το χρυσό μετάλλιο στον μαραθώνιο. Σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν το πρώτο φαβορί και κάπως έτσι το έβλεπαν και οι συμπατριώτες του, οι οποίοι περίμεναν να πανηγυρίσουν τον θρίαμβό του.
Στις 21 Οκτωβρίου 1964, επομένως, ήταν η μέρα του, ήταν η μέρα που… έπρεπε να νικήσει στον μαραθώνιο. Τα πράγματα, όμως, δεν πήγαν όπως ήθελε. Ο Αμπέλε Μπικίλα από την Αιθιοπία, ο άνθρωπος που είχε νικήσει στους Ολυμπιακούς Αγώνες 1960 τρέχοντας ξυπόλητος, θριάμβευσε και στο Τόκιο το 1964. Για τον Τσουμπουράγια, επομένως, το καλύτερο αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι η 2η θέση και όντως ήταν σε αυτή όταν μπήκε στο στάδιο για τον τερματισμό, τελικά όμως έμεινε 3ος αφού τον πέρασε ο Άγγλος Μπέιζιλ Χέιτλι για έξι κλάσματα του δευτερολέπτου.

Για οποιονδήποτε αθλητή, η 3η θέση, το χάλκινο μετάλλιο σε Ολυμπιακούς Αγώνες, είναι επιτυχία. Ή τουλάχιστον δεν είναι αποτυχία. Για τον Κόκιτσι Τσουμπουράγια, όμως, ήταν, όπως αποδείχθηκε, λόγος για να αυτοκτονήσει… Ο Ιάπωνας είναι απαρηγόρητος, τονίζει ότι έκανε ένα ασυγχώρητο λάθος και τονίζει ότι θα επανορθώσει στους Αγώνες του 1968 κάνοντας υπερήφανο τον λαό της Ιαπωνίας. Στα τέλη του 1967, όμως, θα διαγνωστεί με πρόβλημα στη μέση, με λουμπάγκο και θα υποβληθεί σε επέμβαση.
Μια επέμβαση, όμως, που θα είχε ως συνέπεια να μην είναι έτοιμος για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Για τον ίδιο, αυτό είναι το μεγαλύτερο «χτύπημα» όχι της καριέρας του αλλά της ζωής του γενικά. Έτσι, στις 9 Ιανουαρίου 1968 θα αυτοκτονήσει κάνοντας χαρακίρι και έχοντας δίπλα του το χάλκινο μετάλλιο που είχε κατακτήσει το 1964 ενώ το μήνυμα που είχε αφήσει για τους δικούς του ανθρώπους, έκλεινε με την εξής φράση…
«Αγαπητέ μου πατέρα και αγαπητή μου μητέρα, ο Κόκιτσι είναι πολύ κουρασμένος για να τρέχει πια. Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε. Οι καρδιές σας δεν πρέπει να είχαν ηρεμήσει ποτέ ανησυχώντας για μένα. Αγαπητοί μου γονείς, ο Κόκιτσι θα ήθελε να ζήσει δίπλα σας».
Πηγή:newsbeast.gr
ΟΔΗΓΩ ἕνα σαράβαλο ποὺ δὲν ἔχει καλὰ φρένα σὲ ἕναν δρόμο γεμᾶτο λακκοῦβες καὶ εἶμαι ἀπελπισμένος. Τὸ πορτμπαγκὰζ εἶναι γεμᾶτο ροῦχα καὶ βιβλία ποὺ δὲν ἔχω διαβάσει καὶ ἔχω ἔντονες ἀμφιβολίες ἂν τὸ ρεζερβουὰρ περιέχει τὴν ποσότητα βενζίνης ποὺ θὰ χρειαστῶ γιὰ νὰ φτάσω στὸν προορισμό μου. Στὴ θέση τοῦ συνοδηγοῦ εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου ἀνεμιστῆρας, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔκανε ἀπίστευτα καλὴ παρέα στὴ διάρκεια τοῦ καλοκαιρινοῦ καύσωνα. Τοῦ ρίχνω μιὰ ματιὰ εὐγνωμοσύνης. Κάθεται ἐκεῖ δίπλα μου ἤρεμος καὶ σιωπηλός. Δείχνει στενοχωρημένος.
«Δὲν θὰ πεῖς κάτι;» τοῦ λέω.
«Τί νὰ πῶ…» μοῦ ἀπαντᾶ. «Χωρὶς ρεῦμα; Ἐμένα ὁ ἠλεκτρισμὸς εἶναι ἡ μάνα μου. Χωρὶς αὐτὸν δὲν εἶμαι παρὰ ἕνα ἄχρηστο σκουπίδι.»
Ἄχρηστο σκουπίδι! Ὁ φίλος μου ὁ ἀνεμιστῆρας πέτυχε τὴ σωστὴ διατύπωση: ἄχρηστο σκουπίδι! Ἔτσι ἀκριβῶς νιώθω κι ἐγὼ μετὰ τὸν χωρισμό μου μὲ τὴν Ἄννα. Ὁ νοῦς μου ἐπικεντρώθηκε στὴν ὁδήγηση. Στροφές, δέντρα, βουνὰ στὸν ὀπτικό μου ὁρίζοντα. Δύο γλάροι καὶ ἕνα ἀερόστατο ψηλὰ στὸν οὐρανὸ κοροϊδεύουν τὸν Νεύτωνα. Ἔχουμε ἤδη μπεῖ στὸ φθινόπωρο, ἀλλὰ ἡ ζέστη ζέστη.
«Δῶσε μου τοὐλάχιστον ἕνα περιθώριο μερικῶν ἡμερῶν», τῆς εἶχα πεῖ. «Νὰ βρῶ τοὐλάχιστον ἕνα σπίτι νὰ νοικιάσω.»
Ἡ Ἄννα ἦταν ἀνένδοτη.
«Δὲν μὲ νοιάζει. Νὰ βρεῖς μιὰ σπηλιὰ νὰ μείνεις. Εἶναι τὸ μόνο σπίτι ποὺ σοῦ ταιριάζει!»
Ἔτσι ἀκριβῶς τὸ εἶπε. Καὶ νά ’μαι τώρα στὸ δρόμο μὲ τὸν φίλο μου τὸν ἀνεμιστῆρα, ποὺ γιὰ νὰ τοῦ πάρεις κουβέντα χρειάζεσαι κανονικὸ συμβόλαιο μὲ τὴ ΔΕΗ. Νόμιζα ὅτι θὰ περάσει ὅλη ἡ διαδρομὴ στὰ μουγκά, ὅταν ξαφνικὰ ἄκουσα πάλι τὴ γνώριμη φωνή του.
«Ἔπρεπε νὰ μὲ ἀφήσεις στὴν Ἄννα» εἶπε.
«Καὶ γιατί παρακαλῶ; Μὴν ξεχνᾶς ὅτι μὲ τὶς οἰκονομίες μου σὲ ἀγόρασα, καὶ μάλιστα ἔβαλα δόσεις. Τὴν ἑπόμενη βδομάδα πρέπει νὰ πληρώσω τὴν τελευταία.»
«Στὴν Ἄννα ἔχει ρεῦμα, ἐνῷ στὴ σπηλιά…»
Εἶχε πάρει τοῖς μετρητοῖς τὰ λόγια τῆς Ἄννας ὅτι θὰ μείνω σὲ σπηλιά. Ἠλίθια μηχανήματα!
«Εἶναι λίγο πιὸ ἀκριβός, ἀλλὰ διαθέτει τεχνητὴ νοημοσύνη» μοῦ εἶχε πεῖ ἡ ὑπάλληλος.
«Δηλαδή;» τὴν εἶχα ρωτήσει.
«Δηλαδὴ τοῦ μιλᾶτε καὶ σᾶς ἀπαντᾶ ἢ ἐκτελεῖ τὶς ἐντολὲς ποὺ τοῦ δίνετε.»
Ἀλήθεια ἦταν.
«Ἀνεμιστῆρα, ἀέρα» τοῦ ἔλεγα, καὶ αὐτομάτως ἔμπαινε σὲ λειτουργία.
«Μάλιστα κύριε» ἀπαντοῦσε. «Σὲ ποιά σκάλα θέλετε;»
«Στὴ Σκάλα τοῦ Μιλάνου» τοῦ ἀπαντοῦσα γιὰ νὰ τὸν μπερδέψω.
Σπάνια μπερδευόταν.
«Δὲν ὑπάρχει τέτοια σκάλα, κύριε.»
Στὴν ἀρχὴ ἤξερε μόνο μερικὲς συγκεκριμένες ἐντολές. Μὲ τὸν καιρὸ ὅμως ἔμαθε κι ἄλλες φράσεις. Κάναμε καλὴ παρέα, ὅταν ἡ Ἄννα ἔλειπε στὸ γραφεῖο. Μέχρι συζητήσεις γιὰ γεωτρήσεις στὸ φεγγάρι.
«Σεληνοτρήσεις», μὲ διόρθωνε.
Ἐκεῖνος πίστευε ὅτι ὑπῆρχε ἄφθονο πλουτώνιο στὸ φεγγάρι. Εἶχε ἀποδείξεις. Τὸ εἶπα στὴν Ἄννα καὶ μὲ κοίταξε σὰν οὖφο.
«Τρελάθηκες τελείως;» μοῦ εἶπε. «Μιλᾶς μὲ τὸν ἀνεμιστῆρα τώρα;»
«Ἐκεῖνος ἄρχισε πρῶτος», δικαιολογήθηκα.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ ἀνεμιστῆρας ποτὲ δὲν μιλοῦσε στὴν Ἄννα. Ἀπὸ τὴ μιὰ στενοχωριόμουν γι’ αὐτό, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως χαιρόμουν, ποὺ εἶχα ἕναν τόσο καλὸ καὶ ἀποκλειστικὸ φίλο. Ὅμως τώρα, ποὺ τὸν εἶχα ἀνάγκη περισσότερο ἀπὸ ποτέ, καθόταν σιωπηλὸς στὸ κάθισμα τοῦ συνοδηγοῦ καὶ κοιτοῦσε ἀνέκφραστος μπροστὰ τὸν ἥλιο τοῦ δειλινοῦ νὰ μειώνει σταδιακὰ τὸ φῶς του κατηφορίζοντας πρὸς τὸν ὁρίζοντα. Οἱ λακκοῦβες στὸν δρόμο πολλαπλασιάζονταν, ἀφοῦ οἱ ὑποσχέσεις τῆς κυβέρνησης γιὰ βελτίωση τοῦ ὁδικοῦ δικτύου δὲν κατάφεραν νὰ μεταμορφωθοῦν σὲ πράξεις. Ὁ ἀνεμιστῆρας τρανταζόταν δίπλα μου. Ἀνησύχησα. Κι ἂν τοῦ λασκάριζε κάποια βίδα;
Ξαφνικά, ἔνιωσα ἕνα εὐχάριστο ἀεράκι νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὰ δεξιά μου. Γύρισα καὶ δὲν πίστευα στὰ μάτια μου: ὁ φίλος μου ὁ ἀνεμιστῆρας εἶχε τεθεῖ σὲ λειτουργία, καὶ μάλιστα χωρὶς καμία ἐντολή!
«Χωρὶς ρεῦμα;» τὸν ρώτησα. «Πῶς τὰ κατάφερες;»
«Ἔ, γιὰ τοὺς φίλους πρέπει πάντα νὰ κάνεις το κάτι παραπάνω», μοῦ εἶπε κλείνοντάς μου τὸ μάτι.
Γκάζωσα. Ἔπρεπε νὰ φτάσω στὴ σπηλιὰ πρὶν πέσει τὸ βράδυ, ὥστε νὰ μπορέσω νὰ διαβάσω κάποιο ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ δὲν ἔχω διαβάσει. Στὴ στροφὴ πατάω φρένο γιὰ νὰ μὴ φύγω στὸ γκρεμὸ καὶ πάθει κάτι ὁ φίλος μου ὁ ἀνεμιστῆρας, ἀλλὰ ποῦ φρένο.
Κώστας Ποῦλος
Πηγή: neoplanodion.gr









Tα πάντα συνδέονται μεταξύ τους και όλα καθορίζονται μέσα από αυτό το σύνολο της σύνδεσης, σύμφωνα με τους στωικούς φιλοσόφους .


