Ζωή πριν από τον θάνατο

Η ανθρώπινη σκέψη, από την αρχαιότητα έως σήμερα, βασανίζεται από ένα ερώτημα που μοιάζει να μην έχει τέλος: υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο; Θρησκείες, φιλοσοφίες και επιστήμες προσπάθησαν να δώσουν απαντήσεις, άλλες καθησυχαστικές και άλλες πιο σκοτεινές. Όμως ίσως το πραγματικά κρίσιμο ερώτημα να βρίσκεται αλλού: όχι στο τι συμβαίνει μετά, αλλά στο τι συμβαίνει τώρα.

Πολλοί άνθρωποι περνούν τη ζωή τους σαν να την αναβάλλουν. Περιμένουν την κατάλληλη στιγμή, την κατάλληλη συνθήκη, την επόμενη ευκαιρία. Περιμένουν να μεγαλώσουν τα παιδιά, να σταθεροποιηθεί η δουλειά, να λυθούν τα προβλήματα. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβουν, η ζωή τους μετατρέπεται σε μια μακρά προετοιμασία για κάτι που ποτέ δεν έρχεται.

Να έχεις ζωή πριν από τον θάνατο σημαίνει να ζεις με επίγνωση. Να αισθάνεσαι το βάρος και ταυτόχρονα τη χάρη της ύπαρξης. Να αγαπάς, να δημιουργείς, να ρισκάρεις, να μαθαίνεις. Να μην περνάς απλώς από τον κόσμο, αλλά να τον αγγίζεις και να σε αγγίζει.

Η ζωή δεν μετριέται μόνο με χρόνια, αλλά με ένταση και παρουσία. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν ογδόντα χρόνια χωρίς να έχουν ζήσει πραγματικά ούτε μία ημέρα, και άλλοι που μέσα σε λίγες δεκαετίες αφήνουν πίσω τους μια ολόκληρη διαδρομή εμπειριών, σχέσεων και δημιουργίας.

Ίσως λοιπόν το μυστήριο του θανάτου να μην είναι το σημαντικότερο μυστήριο. Το μεγαλύτερο μυστήριο είναι η ίδια η ζωή — και το κατά πόσο θα τολμήσουμε να τη ζήσουμε. Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν θα είναι τι υπάρχει μετά τον θάνατο. Το ερώτημα θα είναι αν υπήρξε πραγματικά ζωή πριν από αυτόν.

Πικάσο και μοντέρνα τέχνη

Κυκλοφορεί ευρέως, αλλά δεν θεωρείται αυθεντική δήλωση του Πικάσο από τους ιστορικούς της τέχνης.

Το κείμενο εμφανίζεται για πρώτη φορά γύρω στο 1923 σε ένα βιβλίο του Ιταλού συγγραφέα και κριτικού τέχνης G. Papini

“Στην τέχνη ο λαός δεν αναζητά πλέον ανακούφιση και εξύψωση. Αλλά οι λεπτεπίλεπτοι, οι πλούσιοι, οι αργόσχολοι, για να ξεχωρίσουν απ’ τον λαό αναζητούν το καινούργιο, το παράδοξο, το ασυνήθιστο, το σκανδαλώδες. Κι εγώ, από τον κυβισμό και έπειτα, ικανοποίησα τους σοφούς και τους κριτικούς με όλες τις ευμετάβλητες σαχλαμάρες που μου έρχονταν στο κεφάλι. Κι όσο λιγότερο με καταλάβαιναν, τόσο περισσότερο με θαύμαζαν.

Με το να διασκεδάζω μ’ αυτά τα παιχνίδια, αυτές τις κουταμάρες, αυτές τις σπαζοκεφαλιές, έγινα διάσημος – και μάλιστα πολύ γρήγορα. Και η διασημότητα, για έναν ζωγράφο, σημαίνει πωλήσεις, κέρδη, περιουσία, πλούτη. Και σήμερα –όπως ξέρεις– είμαι διάσημος, είμαι πλούσιος. Αλλά όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, δεν έχω το κουράγιο να θεωρούμαι καλλιτέχνης με όλη την  σημασία της  λέξεως. Δεν είμαι παρά ένας κοινός σαλτιμπάγκος, που κατάλαβε το πνεύμα των καιρών του και εξήντλησε όσο καλύτερα μπορούσε την βλακεία, την ματαιοδοξία και την φιλοχρηματία των συγχρόνων του. Είναι πικρή η εξομολόγησή μου, πιο θλιβερή απ’ όσο φαίνεται, αλλά έχει την χάρη να είναι ειλικρινής”

«Όταν σταματάς να διαβάζεις βιβλία, παύεις να σκέφτεσαι»

Η φράση που αποδίδεται στον Φ.Ντοστογέφσκι — «Όταν σταματάς να διαβάζεις βιβλία, παύεις να σκέφτεσαι» — δεν αφορά απλώς τη συνήθεια της ανάγνωσης. Αγγίζει μια βαθύτερη αλήθεια για τον τρόπο με τον οποίο καλλιεργείται ο ανθρώπινος νους.

Το βιβλίο δεν είναι μόνο φορέας γνώσεων. Είναι ένας διάλογος με άλλους ανθρώπους, άλλες εποχές και άλλες συνειδήσεις. Όταν διαβάζουμε, εισερχόμαστε σε έναν κόσμο όπου οι σκέψεις διασταυρώνονται, οι ιδέες συγκρούονται και οι βεβαιότητες δοκιμάζονται. Ο αναγνώστης δεν παραμένει παθητικός· γίνεται συνομιλητής. Αναγκάζεται να συμφωνήσει, να διαφωνήσει, να αμφισβητήσει — και έτσι να σκεφτεί.

Αντίθετα, όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από το βιβλίο, κινδυνεύει να ζήσει μόνο μέσα στην επιφάνεια της καθημερινότητας. Η σκέψη γίνεται φτωχότερη, γιατί τρέφεται μόνο από το άμεσο και το πρόσκαιρο. Χωρίς την πρόκληση των μεγάλων ιδεών και των βαθιών αφηγήσεων, ο νους συνηθίζει στην ευκολία των έτοιμων απαντήσεων.

Το διάβασμα είναι μια μορφή εσωτερικής άσκησης. Όπως το σώμα χρειάζεται κίνηση για να παραμείνει ζωντανό, έτσι και το πνεύμα χρειάζεται βιβλία για να διατηρήσει τη ζωτικότητά του. Μέσα από τις σελίδες τους ο άνθρωπος διευρύνει τον ορίζοντά του και μαθαίνει να βλέπει τον κόσμο όχι μόνο όπως είναι, αλλά και όπως θα μπορούσε να γίνει.

Ίσως γι’ αυτό η ανάγνωση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μια από τις πιο σιωπηλές αλλά και πιο ισχυρές πράξεις ελευθερίας του ανθρώπου. Γιατί κάθε βιβλίο που ανοίγουμε είναι μια πρόσκληση να συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε

Η Περσία δεν βγάζει μόνο μουλάδες

Η προηγούμενη ανάρτηση με το ωραίο κείμενο του Πάνου Μπιτσαξή μου έδωσε το ερέθισμα να ψάξω για τον Ομάρ Χαγιάμ.

ΚΜ

Ο Ομάρ Χαγιάμ και η σοφία της στιγμής

Σε έναν κόσμο που αγαπά τις βεβαιότητες, ο Ομάρ Χαγιάμ τόλμησε να μιλήσει για την αβεβαιότητα. Μαθηματικός, αστρονόμος και ποιητής της μεσαιωνικής Περσίας, γεννημένος στη Nishapur, υπήρξε μια από εκείνες τις σπάνιες μορφές όπου η επιστήμη και η ποίηση συναντώνται στο ίδιο πνεύμα.

Στα μαθηματικά αναζητούσε την ακρίβεια. Στην ποίηση, όμως, παραδεχόταν το μυστήριο. Στα περίφημα σύντομα τετράστιχα ποιήματά του, δεν υπόσχεται λύσεις. Θέτει ερωτήματα. Τι είναι ο χρόνος; Τι είναι η μοίρα; Και τι αξίζει τελικά μέσα στην μικρή διάρκεια της ανθρώπινης ζωής;

Ο Χαγιάμ μοιάζει να μας ψιθυρίζει κάτι απλό αλλά δύσκολο:

η ζωή δεν εξηγείται πλήρως· μόνο βιώνεται.

Γι’ αυτό στα ποιήματά του επανέρχεται συχνά η εικόνα του κρασιού, του κήπου, της παρέας. Όχι ως πρόσκληση σε ασωτία, αλλά ως υπενθύμιση ότι η στιγμή είναι εύθραυστη. Ό,τι έχουμε είναι το παρόν. Το χθες χάθηκε και το αύριο είναι ακόμη σκιά.

Ίσως γι’ αυτό ο λόγος του, γραμμένος πριν από σχεδόν χίλια χρόνια, ακούγεται τόσο σύγχρονος. Μας θυμίζει ότι όσο κι αν προοδεύει η γνώση, το μεγαλύτερο μυστήριο παραμένει η ίδια η ζωή.

Και μπροστά σε αυτό το μυστήριο, ο Ομάρ Χαγιάμ προτείνει μια στάση λιτή:

να σκεφτόμαστε βαθιά, να αμφιβάλλουμε έντιμα και — όσο κρατά η μέρα — να μην ξεχνάμε να ζούμε.