Προσπαθώ να αντικαταστήσω τα δεσμά με ανθρώπινους δεσμούς».
«Ένας ψυχωτικός ασθενής δεν θα αυτοκτονούσε ποτέ αν δεν τον παραμελούσαν».
«Δεν αλλάζουμε τη διάγνωση, αλλά τη μοίρα του ανθρώπου».

Τούτες οι τρεις σκέψεις αποτέλεσαν τα θεμέλια της δράσης του Παναγιώτη
Σακελλαρόπουλου*. Τούτες οι τρεις σκέψεις αποκαλύπτουν περίτρανα το διαμέτρημα του
οράματός του. και της προσωπικότητάς του. Ο Παναγιώτης Σακελλαρόπουλος ήταν μόνος του
μια Σχολή σκέψης, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη.

* πρωτοπόρος καθηγητής της Ψυχιατρικής καταγόμενος από το Χρισσό Φωκίδας.

Πατέρας της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και πρωτοπόρος
της Κοινωνικής Ψυχιατρικής στην Ελλάδα
Ένθερμος υποστηρικτής της αποασυλοποίησης
Αμφισβητίας της κατεστημένης Ψυχιατρικής
Εμπνευσμένος ακαδημαϊκός δάσκαλος και κλινικός ιατρός

Πολλοί κλάψανε, μόλις το μάθανε, κι άλλοι δακρύσαν. Το δάκρυ τους, «πηγμένο από τ’ αλεύρι τού φούρναρη, φούσκωσε σαν προζύμι για ένα μεγάλο αυριανό ψωμί. Λάβετε, φάγετε! Αλλά και ποιος δε σφάλλει; Ποιος δε λύγισε με τα χρόνια; Κι αλήθεια, τι γνωρίζουμε για τον εαυτό μας; Ζούμε στην τύχη και στον κίνδυνο, η κάθε μέρα μάς φθείρει, έτσι που σε λίγο, κάτω απ’ το όνομά μας, δε θα’ ναι κανείς (και μόνο η ανωνυμία θα μας διατηρεί μακριά από μύθους). Όμως, σήμερα, με βλέπετε, εδώ στη γωνιά τού δρόμου, έτοιμο κάθε στιγμή να σας αγαπήσω – ένας μικροδιεκπεραιωτής τού ανέφικτου μες στην αιώνια λησμονιά… Κι αν συνεχίσω να ζω, είναι γιατί δε θέλω να λησμονήσω, ή βγαίνω ξανά στις γωνιές τού δρόμου με μια μπουκάλα στο στόμα σαν τις σάλπιγγες της Αποκαλύψεως. Και το χιόνι, πέφτει αθόρυβα απ’ το πρωί, σαν κάποιος να τινάζει το σπόγγο τού παλιού σχολείου… Μόνο αυτός, που στάθηκε στις ίδιες γωνιές, πολλές φορές, μέσα στη νύχτα, μόνο αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος, παρά μόνο για να χαθείς…».

Απόσπασμα από το έργο του Θωμά Στραβέλη, συγγραφέα – πανεπιστημιακού: Δημήτρης Λιαντίνης- Ο Ταΰγετος θυσίασε τον Φιλόσοφο για να σώσει τη Φιλοσοφία

Η κριτική είναι επικίνδυνη

« επειδή πληγώνει την ανεκτίμητη υπερηφάνεια του ανθρώπου, τραυματίζει την αυτοεκτίμησή του και ξυπνά τη μνησικακία».*

*Ο Dale Carnegie.

Γεννήθηκε το 1888 στο Μισούρι. Έγραψε το διάσημο βιβλίο του με τίτλο Πώς να Κερδίζεις Φίλους και να Επηρεάζεις τους Ανθρώπους το 1936, ένα έργο-σταθμός που επιτάχυνε την εξάπλωση και παγίωσε τις βασικές του ιδέες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

γιατί μου αρέσει να ζω στην Ελλάδα!

 να και ένας Έλληνας που του αρέσει να ζει στην χώρα του!!

Ιδού μερικοί θετικοί λόγοι για τους οποίους μου αρέσει να ζω στην Ελλάδα:

Η θάλασσα είναι (από παντού) σε απόσταση βολής.

Λατρεύω το μεσογειακό φυσικό περιβάλλον, με τις εκπληκτικές του εναλλαγές και την απεριόριστη ποικιλία του.

Μου αρέσει πάρα πολύ η (αφανής) πολυπολιτισμικότητα των σύγχρονων Ελλήνων, οι αντιθέσεις και οι ιστορίες τους.

Ξεχωριστοί λόγοι:

κάθε ένα από τα νησιά Αιγαίου και Ιονίου και κάθε (σχεδόν) χωριό, από τη Μεσσηνία ως τον Έβρο.

Λατρεύω που σε κάθε βήμα που κάνω, μου μιλάει η ιστορία των ανθρώπων που έζησαν εδώ τους περασμένους αιώνες.

Γουστάρω που η γλώσσα μου είναι απόγονος (α’ βαθμού) της δικής τους.

Εκτιμώ αφάνταστα την ελληνική κουζίνα: λάδι, αιγοπρόβατα, τυροκομικά, ζαρζαβατικά και χόρτα, κρασί και αποστάγματα.

Τη βρίσκω που, όταν θέλω, σε ελάχιστο χρόνο είμαι στο βουνό ή στη θάλασσα, μακριά από την πόλη.

Με συγκινεί αφάνταστα η έμφυτη αριστοκρατικότητα, η ευπρέπεια, η ευγένεια, η φιλοξενία και η αλληλεγγύη των απλών ανθρώπων, στην πόλη και στην επαρχία.

Με τρελαίνει πραγματικά που κάθε νομός, ακόμα και της Θεσσαλίας, διαθέτει και ένα και δύο και πολλά εκπληκτικά μέρη για να πας και να ξαναπάς.

Μου αρέσει που πολλές χιλιάδες ελληνόπουλα σπουδάζουν συστηματικά μουσική, μαθαίνουν και καλλιεργούν την παράδοσή τους.

Μου αρέσει που υπάρχουν άπειροι πολιτιστικοί σύλλογοι και αμέτρητες ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες.

Μου αρέσει που οι Έλληνες μιλάνε μεταξύ τους ( = έχουν ανθρώπινες σχέσεις) και με ξετρελαίνει το γεγονός ότι προσπαθούν (και τα καταφέρνουν) να δημιουργούν πολύ εύκολα ομάδες και συλλογικότητες.

Μου αρέσει ότι στη χώρα αυτή επιβιώνει ακόμα η έννοια της οικογενειακής εστίας.

Γουστάρω τρελά που οι πατριώτες μου έχουν πρόσωπα και δεν είναι άτομα και μάζα.

Μου αρέσει που, σε πείσμα των καιρών, οι κάτοικοι αυτού του τόπου εξακολουθούν να δημιουργούν ακόμα και σήμερα λαϊκό πολιτισμό υψηλού επιπέδου.

Φυσικά, κι αλλού μπορείς να βρεις παρόμοια χαρακτηριστικά. Αμφιβάλλω πολύ, ωστόσο, αν όλα αυτά μπορείς να τα βρεις μαζεμένα!

ΥΓ. Αυτά τα έγραψα σε μια σπάνια συναστρία αισιοδοξίας. Συνήθως είμαι σκοτεινός και λέω απλά ότι η Ελλάδα είναι ένας υπέροχος τόπος, με κύριο μειονέκτημά της τους Έλληνες, οι οποίοι την καταστρέφουν συστηματικά.

Πάνος Ζέρβας