Mercosur: τι μας βρήκε ξαφνικά;

Mercosur και ορεινές περιοχές: το λάθος ερώτημα

Κυριακή πρωί, στο καφενείο του ορεινού χωριού, στις βόρειες πλαγιές της Πάρνηθας, τη συζήτηση μονοπωλούσε η συμφωνία Mercosur.

Η κουβέντα ήταν έντονη — όπως συχνά συμβαίνει όταν μεγάλα, ασαφή ζητήματα συναντούν μικρές αλλά απολύτως συγκεκριμένες αγωνίες. Κι όμως, κανείς δεν φαινόταν να γνωρίζει σε βάθος τι ακριβώς είναι αυτή η συμφωνία και πώς θα μπορούσε, στην πράξη, να επηρεάσει την οικονομία μιας ορεινής περιοχής.

Δυστυχώς, η ενημέρωση συχνά απουσιάζει· η άποψη όμως είναι παρούσα και ισχυρή. Και όταν η αβεβαιότητα για το αύριο συναντά την έλλειψη πληροφόρησης, τότε η συζήτηση φορτίζεται εύκολα — χωρίς απαραίτητα να φωτίζεται.

Με αφορμή εκείνη την κυριακάτικη κουβέντα, συγκέντρωσα ορισμένα στοιχεία. Όχι για να δώσω έτοιμες απαντήσεις, αλλά για να επιχειρηθεί μια πιο ρεαλιστική και ψύχραιμη προσέγγιση. Γιατί, ειδικά για τις ορεινές περιοχές, το ερώτημα ίσως δεν είναι αυτό που νομίζουμε.

Το ερώτημα

«Ποιος θα πληγεί; Ποιος θα αντέξει τον ανταγωνισμό;»

Για τις ορεινές περιοχές της Ελλάδας, όμως, αυτό είναι λάθος ερώτημα.

Οι ορεινές κοινωνίες δεν βρίσκονται στην ίδια πίστα με τα αγροβιομηχανικά μεγαθήρια της Νότιας Αμερικής. Δεν παράγουν όγκους, δεν παίζουν στις τιμές, δεν έχουν κλίμακα. Κι αν επιχειρήσουν να το κάνουν, έχουν ήδη χάσει — με ή χωρίς Mercosur.

Η έμμεση απειλή

Το Mercosur δεν θα «σαρώσει» άμεσα τα ορεινά χωριά. Δεν θα αντικαταστήσει το κοπάδι στην Πάρνηθα, στον Παρνασσό ή στην Πίνδο.

Αυτό που κάνει, όμως, είναι πιο ύπουλο: απομειώνει σταδιακά την αξία της ανώνυμης παραγωγής.

Όταν το γάλα, το κρέας ή το τυρί πωλούνται χωρίς ταυτότητα, χωρίς ιστορία, χωρίς τοπική σφραγίδα, τότε δεν διαφέρουν ουσιαστικά από οτιδήποτε εισάγεται. Εκεί γεννιέται η πραγματική πίεση — όχι από τον «ξένο ανταγωνιστή», αλλά από τη δική μας επιλογή να μοιάζουμε μαζί του.

Το πλεονέκτημα που δεν αντιγράφεται

Οι ορεινές περιοχές διαθέτουν κάτι που δεν εξάγεται, δεν μαζικοποιείται και δεν αντιγράφεται: το τοπίο, τον τρόπο ζωής και τον χρόνο.

Η βόσκηση σε υψόμετρο, η εποχικότητα, η χειρωνακτική εργασία, η στενή σχέση ανθρώπου και γης δεν είναι μειονεκτήματα. Είναι στοιχεία που μετατρέπουν το προϊόν σε αφήγημα. Και το αφήγημα, σε αντίθεση με το commodity, δεν συμπιέζεται εύκολα.

Σε έναν κόσμο μαζικής παραγωγής, το ορεινό προϊόν δεν είναι απλώς τρόφιμο. Είναι εμπειρία, μνήμη, τόπος.

Η πραγματική απειλή είναι εσωτερική

Αν κάτι απειλεί ουσιαστικά τις ορεινές περιοχές, δεν είναι το Mercosur. Είναι:

η πώληση χύμα και χωρίς ταυτότητα, η εξάρτηση από επιδοτήσεις χωρίς σχέδιο, η απουσία συλλογικής οργάνωσης, η αποσύνδεση παραγωγής, μεταποίησης και τοπικής οικονομίας.

Το Mercosur απλώς επιταχύνει τις συνέπειες αυτών των αδυναμιών. Δεν τις δημιουργεί.

Οι ορεινές περιοχές της Ελλάδας δεν έχουν λόγο να φοβούνται τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Έχουν λόγο να φοβούνται μόνο ένα πράγμα: να ξεχάσουν ποιο είναι το συγκριτικό τους πλεονέκτημα.

Γιατί σε έναν κόσμο που παράγει ολοένα και περισσότερο το ίδιο πράγμα, η αληθινή αξία βρίσκεται σε ό,τι δεν μπορεί να παραχθεί μαζικά.

Και αυτό —ακόμη— φυτρώνει στα βουνά.

Το μόνο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που δεν αντιγράφεται

Σε έναν κόσμο όπου τα προϊόντα αντιγράφονται, οι τεχνολογίες διαχέονται και τα επιχειρηματικά μοντέλα γίνονται «κοινός τόπος» σε ελάχιστο χρόνο, το πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μιας επιχείρησης δεν βρίσκεται πια σε ό,τι κατέχει, αλλά σε ό,τι μαθαίνει.

Η ικανότητα ενός οργανισμού να μαθαίνει και να προσαρμόζεται ταχύτερα από τον ανταγωνισμό δεν είναι απλώς ένα επιπλέον εφόδιο· είναι το μόνο πλεονέκτημα που είναι σχεδόν αδύνατο να αντιγραφεί. Γιατί η γνώση αυτή δεν αγοράζεται, δεν εγκαθίσταται ως λογισμικό και δεν επιβάλλεται με εγκυκλίους. Είναι προϊόν κουλτούρας.

Μια τέτοια κουλτούρα αποτυπώνεται στις καθημερινές λεπτομέρειες:

• Στο αν το λάθος τιμωρείται ή αξιοποιείται ως μάθημα.

• Στο αν η αμφισβήτηση ενθαρρύνεται ή αποσιωπάται.

• Στο αν η αλλαγή προκαλεί φόβο ή περιέργεια.

Εκεί ακριβώς διαμορφώνεται η πραγματική ταχύτητα μάθησης ενός οργανισμού.

Όπως έχει επισημάνει ο Peter Senge*, οι οργανισμοί που αντέχουν στον χρόνο δεν είναι απαραίτητα εκείνοι που ξέρουν τα περισσότερα, αλλά εκείνοι που έχουν μάθει να ανανεώνουν διαρκώς τη σκέψη και τη συμπεριφορά τους. Μαθαίνουν όχι μόνο τι να αλλάξουν, αλλά και πότε και πώς.

Σε τελική ανάλυση, η κουλτούρα μάθησης είναι ένα άυλο κεφάλαιο. Μπορεί να μην αποτυπώνεται άμεσα στους ισολογισμούς, αλλά είναι αυτή που τελικά τους καθορίζει. Και ακριβώς γι’ αυτό, παραμένει το πιο ισχυρό και ανθεκτικό προπύργιο μιας επιχείρησης.

*Ο Peter Senge είναι ένας από τους πιο επιδραστικούς στοχαστές του σύγχρονου management και καθηγητής στο MIT. Αν και το έργο του είναι τεράστιο, το όνομά του έχει ταυτιστεί με μία συγκεκριμένη έννοια: τον «Οργανισμό που Μαθαίνει» (Learning Organization).

Η Τραγική Σύζευξη: Έρωτας και Θάνατος από τον Πλάτωνα στον Λιαντίνη

Μικρό δοκίμιο

Στην ιστορία της ελληνικής σκέψης, ο έρωτας δεν υπήρξε ποτέ ένα απλό αίσθημα, αλλά μια κοσμογονική δύναμη, ένας δρόμος που συνδέει το εφήμερο με το αιώνιο. Αν τοποθετήσουμε τη φιλοσοφία του Δημήτρη Λιαντίνη δίπλα στο πλατωνικό οικοδόμημα, ανακαλύπτουμε δύο όψεις της ίδιας υπαρξιακής αγωνίας: την προσπάθεια του ανθρώπου να νοηματοδοτήσει τη γύμνια του απέναντι στον χρόνο.

Για τον Πλάτωνα, ο έρωτας είναι ο γιος της Πενίας και του Πόρου. Είναι η ενσάρκωση της έλλειψης που αναζητά την πλήρωση. Ο πλατωνικός εραστής χρησιμοποιεί το κάλλος ως σκάλα· ξεκινά από το ωραίο σώμα για να φτάσει στην αιώνια Ιδέα, επιζητώντας τον «τόκο εν καλώ». Ο έρωτας εδώ είναι η ορμή για αθανασία, μια απόπειρα του ανθρώπου να δραπετεύσει από τον κόσμο της φθοράς και να επιστρέψει στο θείο.

Ο Λιαντίνης, ωστόσο, προσγειώνει αυτή την ορμή στην τραχιά πραγματικότητα της βιολογίας. Για εκείνον, το σεξ και ο θάνατος δεν είναι αντίπαλοι, αλλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της θνητότητας. Ενώ στον Πλάτωνα ο έρωτας είναι η έξοδος από τον θάνατο, στον Λιαντίνη ο έρωτας είναι το σύμπτωμα του θανάτου. Η ένταση της επιθυμίας δεν πηγάζει από την ανάμνηση ενός υπερπέραν, αλλά από την επίγνωση του τέλους. Ερωτευόμαστε με πάθος ακριβώς επειδή ο χρόνος μας είναι σπάνιος. Αν ο άνθρωπος ήταν αθάνατος, ο έρωτας θα κατέληγε μια μηχανική πράξη, στερημένη από το τραγικό βάθος που του χαρίζει η προοπτική της απώλειας.

Εκεί που ο Πλάτων προσφέρει τη σωτηρία μέσω της υπέρβασης, ο Λιαντίνης προσφέρει την αξιοπρέπεια μέσω της αποδοχής. Η «μικρή έκσταση» της ερωτικής πράξης είναι μια πρόβα θανάτου, μια στιγμή όπου το «εγώ» διαλύεται, υπενθυμίζοντας πως κάθε ένωση είναι προσωρινή. Ο άνθρωπος του Λιαντίνη δεν βαδίζει προς τη λύτρωση, αλλά στέκεται ανάμεσα στον πόθο και το τέλος, παίζοντας τη μοίρα του με «ανοιχτά μάτια».

Συνελόντι ειπείν, ο έρωτας παραμένει η ισχυρότερη κατάφαση της ζωής, όχι γιατί νικά τον θάνατο, αλλά γιατί αντλεί το φως του από τη σκιά του. Είτε ως πλατωνική δίψα για το αιώνιο είτε ως λιαντινική κραυγή στο παρόν, ο έρωτας είναι αυτό που καθιστά τον άνθρωπο τραγικό — και, ως εκ τούτου, αληθινά μεγάλο.