Η Γεωμετρία της Ύπαρξης: Μηδέν και Πράξη

-Δημιουργικός μηδενισμός– (ένα μικρό δοκίμιο)

Αν το Μηδέν είναι το σημείο αναφοράς –το ήσυχο κέντρο όπου όλα παύουν για να μπορέσουν να ξαναρχίσουν– τότε το Ora et Labora είναι ο τρόπος με τον οποίο κατοικούμε αυτό το κέντρο.

Οι Βενεδικτίνοι, με το «Προσεύχου και Εργάζου», δεν πρότειναν απλώς ένα πρόγραμμα ημέρας, αλλά μια θεραπεία για τον τρόμο του κενού. Κατάλαβαν ότι η ανθρώπινη ψυχή, όταν βρεθεί μπροστά στο «Μηδέν» της απώλειας ή της ύπαρξης, χρειάζεται δύο φτερά για να μην βυθιστεί:

Το Ora (Προσευχή) είναι η αναγνώριση του Μηδενός ως Ιερού Χώρου. Είναι η στιγμή που αδειάζεις τον εαυτό σου από τον θόρυβο του κόσμου, επιστρέφοντας στο σημείο μηδέν για να βρεις τη σιωπή που κυοφορεί την αρμονία. Εκεί, το μηδέν δεν είναι έλλειψη, αλλά η καθαρή παρουσία του πνεύματος.

Το Labora (Εργασία) είναι η μετατροπή του Μηδενός σε Δημιουργία. Είναι η απάντηση στο κενό. Εκεί που δεν υπάρχει τίποτα, ο άνθρωπος βάζει τα χέρια του στη γη ή την πένα στο χαρτί και αρχίζει να κτίζει. Η εργασία είναι η πράξη που παίρνει το «σημείο απ’ όπου όλα μπορούν να ξαναρχίσουν» και του δίνει μορφή, πρόσημο και τάξη.

Έτσι, το μηδέν παύει να είναι μια «λέξη κενή». Γίνεται το θεμέλιο.

Χωρίς το Μηδέν (τη σιωπή, την ανάπαυλα), η εργασία γίνεται μάταιος μόχθος και εξάντληση.

Χωρίς την Εργασία (τη δράση, τη δημιουργία), το Μηδέν κινδυνεύει να γίνει παραίτηση και πνευματική νέκρωση.

Στο σημείο που η προσευχή συναντά τον κάματο, εκεί που η εσωτερική παύση γίνεται εξωτερική προσφορά, το Μηδέν παύει να είναι ακυρωτικό. Γίνεται η λευκή σελίδα πάνω στην οποία γράφεται η ζωή μας.

Το ερώτημα παραμένει: Πώς διαβάζουμε το κενό μας;

Οι μοναχοί απαντούν: Με γονατιστή ψυχή και ιδρωμένα χέρια. Γιατί μόνο όταν αποδεχτείς το Μηδέν ως αφετηρία, μπορείς να εργαστείς για να το γεμίσεις με νόημα.

«Γαμπρέ μου, δεν ανέχομαι να σε φτύνουν…»

 

Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80, τότε που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν απλώς πολιτικές απόψεις· υπήρχαν στρατόπεδα. Και μάλιστα οχυρωμένα. Τα καφενεία είχαν χρώμα — πράσινο, μπλε ή κόκκινο — και όποιος καθόταν σε λάθος καφενείο , το πλήρωνε με βλέμματα, υπονοούμενα ή, στη χειρότερη, με ιδεολογική κατήχηση μετά καφέ.

Η πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος είχε ξυπνήσει μέσα στον Έλληνα έναν πολιτικό οίστρο σχεδόν μεταφυσικό. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην «ανήκει» κάπου. Η ουδετερότητα θεωρούνταν ύποπτη· κάτι σαν αρρώστια χωρίς διάγνωση.

Και φυσικά, σε τέτοιες εποχές, η λογική έπαιρνε άδεια άνευ αποδοχών και τα συναισθήματα έβγαιναν παγανιά.

Την ιστορία που ακολουθεί την άκουσα πρόσφατα σε μια μοντέρνα καφετέρια, όπου —σημείο των καιρών— όλα τα χρώματα συνυπάρχουν πια αρμονικά, αρκεί να πληρώνεις τον λογαριασμό.

Ο Σπύρος πιέζει τον Τάσο:

— Πες ρε την ιστορία με τον πεθερό σου, τότε που κατέβαινες υποψήφιος στην Ελευσίνα με το ΚΚΕ.

Ο Τάσος αναστενάζει.

— Τι μου θύμισες τώρα… παλιά ξεστίχια. Αλλά τέλος πάντων.

— Ο πεθερός μου ήταν καλός άνθρωπος. Κατά βάθος. Ιδεολογικά όμως… ακραιφνής δεξιός. Από εκείνους που θεωρούσαν τους κομμουνιστές όχι απλώς πολιτικούς αντιπάλους, αλλά παρακλάδι του κάτω κόσμου. Διαβόλους τούς ανέβαζε, διαβόλους τούς κατέβαζε — με θεολογική συνέπεια.

Είχε, βέβαια, και τα τραύματά του. Στον Εμφύλιο η οικογένειά του είχε πάθει ζημιές από τους κομμουνιστές. Βέβαια, κι από την άλλη πλευρά δεν μοίραζαν λουλούδια… αλλά ας μην ανοίξουμε αυτόν τον φάκελο. Δεν κλείνει εύκολα.

Το παράδοξο ήταν πως εμένα με λάτρευε. Ακόμη κι όταν έμαθε ότι ήμουν του ΚΚΕ, δεν άλλαξε στάση. Εκεί που έπαθε κανονική κρίση ήταν όταν του είπαν πως κατεβαίνω υποψήφιος. Δεν είπε κουβέντα. Αλλά αν τον πρόσεχες  έβλεπες ότι έβραζε, που  νόμιζες πως είχε βάλει κατσαρόλα.

Τότε οι αφίσες ήταν παντού. Δεν υπήρχε τοίχος άδειος. Και —ας μην κρυβόμαστε— εμείς τις είχαμε απλώσει σαν χαλιά.

— Και συνεχίζετε το ίδιο βιολί μέχρι σήμερα! πετάγεται ο Στέλιος.

— Άσε μας, ρε Στέλιο, απαντά ο Τάσος. Εμείς δεν έχουμε  δικά μας κανάλια· μόνο κόλλα και πείσμα. Δεν είμαστε κόμματα της μπουρζουαζίας με πλούσιους χορηγούς.

Και συνεχίζει:

— Στην πλατεία, δίπλα στο σπίτι μας, κάθε πρωί οι αφίσες μας εξαφανίζονταν. Όχι σκισμένες. Κατεβασμένες με ευλάβεια. Σαν να τις μάζευε συνεργείο του δήμου με ιδεολογικές οδηγίες.

Ένα πρωί ξυπνάω χαράματα και πάω να δω τι γίνεται. Και βλέπω τον πεθερό μου —με τις πιτζάμες— να ξεκολλά αφίσες. Μεθοδικά. Σαν να έκανε μετάνοιες.

Τον πλησιάζω, τον καλημερίζω, κάνω τον ανήξερο. Και μου λέει, ήρεμα, σχεδόν πατρικά:

— Γαμπρέ μου, το κάνω αυτό γιατί δεν αντέχω να περνά ο κόσμος, να βλέπει τη φάτσα σου και να σε φτύνει. Κι εγώ μετά να ντρέπομαι. Οπότε ξυπνάω πρωί-πρωί, πριν ξυπνήσει η γειτονιά, να προλάβω.

Μέσα μου έβραζα. Αλλά τι να πεις; Χαμογέλασα. Η ιδεολογία είχε χάσει από την οικογένεια..

Στις εκλογές βγήκα —και μάλιστα τρίτος. Όλοι του έδιναν συγχαρητήρια για τον γαμπρό του, ακόμη κι εκείνοι που μέχρι χθες τον παρότρυναν να με… ξορκίσει.

Ήρθε σπίτι χαμογελαστός, μου έδωσε το χέρι και είπε:

— Συγχαρητήρια, ρε Τάσο. Με έκανες περήφανο. Κι ας μην σε ψήφισα.

Τον κοίταξα.

— Ευχαριστώ, πεθερέ…

Αλλά το χέρι μου δεν του το έδωσα..

ΚΜ

 

«ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης»;

Η διαπίστωση «ματαιότης ματαιοτήτων» και η στωική υπενθύμιση «Memento Mori» (Θυμήσου τον θάνατο) συχνά παρερμηνεύονται ως κραυγές παραίτησης ή σκοτεινού μηδενισμού.

Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: μια πνευματική άσκηση που στοχεύει στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της έπαρσης.

Τόσο η βιβλική σοφία όσο και η στωική φιλοσοφία χρησιμοποιούν τη θνητότητα ως εργαλείο ιεράρχησης. Όταν ο Εκκλησιαστής μιλά για τον «ατμό» (hevel) των εγκοσμίων, δεν ισχυρίζεται ότι η ζωή στερείται αξίας, αλλά ότι στερείται μονιμότητας. Αυτή η διαπίστωση λειτουργεί ως το απόλυτο αντίδοτο στην αλαζονεία. Ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται ότι ο πλούτος, η εξουσία και η κοινωνική επίδειξη είναι φευγαλέες οντότητες, παύει να επενδύει σε αυτές για να αντλήσει την αξία του. Η αλαζονεία απαιτεί τη βεβαιότητα της ισχύος· η ματαιότητα, όμως, αποκαλύπτει ότι η ισχύς είναι δάνειο του χρόνου.

Στο ίδιο μήκος κύματος, το ρωμαϊκό «Memento Mori» λειτουργούσε ως ένας ηθικός φραγμός στην ύβρη των θριαμβευτών. Η υπενθύμιση ότι «είσαι άνθρωπος» την ώρα της μέγιστης δόξας, δεν είχε σκοπό να προκαλέσει φόβο, αλλά να επιβάλει τη μετριοπάθεια. Οι Στωικοί, όπως ο Μάρκος Αυρήλιος, μετέτρεψαν αυτή την παραδοχή σε άσκηση καθημερινής ελευθερίας. Αν όλα είναι προσωρινά, τότε το άγχος για την υστεροφημία ή η οργή για τις προσβολές των άλλων αποδεικνύονται παράλογα.

Η σύγκλιση αυτών των δύο παραδόσεων γεννά μια βαθιά ταπεινοφροσύνη που δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη. Αναγνωρίζοντας τη «ματαιότητα» των εξωτερικών αγαθών, ο άνθρωπος στρέφεται στην εσωτερική του συγκρότηση και στην αρετή. Η αποδοχή του εφήμερου χαρακτήρα της ύπαρξης καθιστά την αλαζονεία περιττή και την ενσυναίσθηση αναγκαία.

Σε έναν κόσμο που θεωρείται «ατμός», η μόνη σταθερά παραμένει η ποιότητα του χαρακτήρα μας και ο τρόπος που σχετιζόμαστε με τους άλλους «κάτω από τον ήλιο».