
Ισιόδειον άροτρο …

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Ισιόδειον άροτρο …
Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.
—
Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ’ αφήναν νηστικό.
—
Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!
—
Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.
—
Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ’ έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.
—
Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ’ αφεντός τα στρέμματα.
—
Kαι στον πόλεμ’ “όλα για όλα”
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ’ αφέντη το φαΐ.
—
Kαι γι’ αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη 30
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!
—
Aλλ’ εμένα σε μια σφήνα
μ’ έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.
—
Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
Σε καβάλησε ο Xριστός!
—
Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ’ η Xώρα κ’ οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!
—
― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!… Πεινώ!…
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!
—
K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ’ εγώ,
του θεού τ’ αβασταγό!
—
Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!
—
Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή),
—
η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!…
—
Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.
—
Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-“Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!
—
Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!
—
Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!…”
Mα με την κουβέντ’ αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.
—
Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:
—
― “Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.
—
Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου 90
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.
—
Mη χτυπάς τον αδερφό σου –
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ’ αφεντικό.
—
Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.
—
Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ’ έχ’ η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη”.


Όταν η καρδιά μιλάει, το μυαλό το θεωρεί μεγάλη απρέπεια να φέρει αντίρρηση…
Το να ζει κανείς είναι το πιο σπάνιο πράγμα στον κόσμο. Οι περισσότεροι απλώς υπάρχουν.

•Το σφάλμα του βοηθού νοσηλευτή ήταν πολύ μεγάλο.Η γυναίκα χαροπαλεύει.Να μη σου λαχει.Και το σφάλμα του σταθμάρχη Λάρισας ήταν τραγικό.57 ψυχές.Και ο ανόητος που έκαιγε χόρτα με 8 μποφόρ στοίχισε 101 ζωές στο Μάτι.Και είναι έξω λόγω ηλικίας.Ηλικιωμενος 65 ετών διάβασα.Ελεος.Τη φωτιά να τη βάλει ήξερε.Παντα υπάρχει ένα σφάλμα πίσω από κάθε τραγωδία.Αλλά για να συμβεί μια τραγωδία δεν αρκεί ένα σφάλμα.Συγκλινουν πολλά επάλληλα σφάλματα.
•Φτανει η φλυαρία κ.Αδωνι.Δεκτη και η συγγνώμη.Για πες μας όμως.45 βαρειά ασθενείς με ένα γιατρό,ένα νοσηλευτή και δύο βοηθούς νοσηλευτές.Ο ένας βογγάει ,ο άλλος θέλει νοσηλεία,ο τρίτος θέλει βοήθεια για τη τουαλέτα ,τέταρτος αλλαγή καθετήρα ,ο πέμπτος νοιωθει δυσφορία κλπ.Αν έχεις μπει σε νοσοκομείο καταλαβαίνεις τι εννοώ και τι συμβαίνει για να τραβήξεις τη προσοχή του συστήματος.Αν κάνω λάθος διορθώστε με, έτσι διάβασα.3 άτομα για 45 βαρειά αρρωστους.Ειναι δυνατόν να μη γίνει μια στραβή;Δεν είναι.Γι αυτό ποιος φταίει κ.Αδωνι;Ποιός;Μήπως εσύ;Μηπως η διοίκηση του νοσοκομείου;Μηπως η κυβέρνηση;λέω τώρα εγώ ο συνωμοσιολόγος.
•Νίπτε τας χείρας σου κ.Αδωνι.Ενας είναι ο στυγερός ένοχος.Ο βοηθός νοσηλευτής.Κανενας άλλος.Σας μάραναν τα πρωτόκολλα.
•Μακάρι να σωθεί η γυναίκα.Τον σεβασμό μου στην οικογένεια της.Θαχουν αλλοφρονήσει οι άνθρωποι και έχουν δίκιο.
Πάνος Μπιτσαξής







Γεώργιος και Ευθυμία Μπερτσιά
Έντγκαρ Λη Μάστερς / Ο Λόφος
Που να ‘ναι ο Έλμερ, ο Έρμαν, ο Μπέρτ, ο Τομ κι ο Τσάρλυ,
Ο αναποφάσιστος, ο μπρατσωμένος, ο κλόουν, ο μπεκρής, ο καυγατζής;
Όλοι, όλοι κοιμούνται εκεί, στο λόφο.
Ο ένας πάει από πυρετό,
Ο άλλος κάηκε σ’ ορυχείο,
Άλλος σκοτώθηκε σ’ έναν καυγά,
Άλλος στη φυλακή ξεψύχησε,
Κι ο άλλος έπεσε από μια γέφυρα μοχθώντας για τα παιδιά και τη γυναίκα του
Όλοι, όλοι κοιμούνται, κοιμούνται, κοιμούνται εκεί, στο λόφο.
Που να ‘ναι η Έλλα, η Καίητ, η Μαγκ, η Λίζυ και η Έντιθ,
Η τρυφερή, η απλοϊκή, η φωνακλού, η περήφανη, η ευτυχισμένη;
Όλες, όλες κοιμούνται εκεί, στο λόφο.
Μια πέθανε στη γέννα ντροπιασμένη,
Μία απ’ αναντίστοιχο έρωτα,
Μία στα χέρια ενός αγροίκου σε μπουρδέλο,
Η άλλη από πληγωμένη περηφάνια, εκεί που έψαχνε τα θέλω της καρδιάς της,
Την άλλη που έζησε μακριά, Λονδίνο και Παρίσι,
Την έφεραν στον μικρό τόπο της ξανά η Έλλα, η Καίητ και η Μαγκ
Όλες, όλες κοιμούνται εκεί, στο λόφο.
Που είν’ ο θείος Ισαάκ κι η θεία Έμιλυ,
Κι ο γέρο-Τάουνυ Κίνκειντ κι η Σέβιν Χόουτον,
Κι ο ταγματάρχης Γουόκερ που ‘χε μιλήσει
Μ’ αξιοσέβαστους επαναστάτες;
Όλοι, όλοι κοιμούνται εκεί, στο λόφο.
Τους φέραν απ’ τον πόλεμο τους γυιούς νεκρούς,
Κι απ’ τη ζωή τις κόρες τσακισμένες,
Και τα εγγόνια ορφανά, να κλαίνε
Όλοι, όλοι κοιμούνται, κοιμούνται εκεί, στο λόφο.
Που να ‘ναι ο γέρο-βιολιτζής ο Τζόουνς,
Που έπαιζε στη ζωή ως τα ενενήντα του,
Γυμνόστηθος μπροστά στη χιονοθύελλα,
Έπινε, ξεφάντωνε και ούτε σκέψη για γυναίκα ή συγγενείς,
Χρυσάφι, έρωτα ή παράδεισο;
Να τον! φλυαρεί για πανηγύρια του παλιού καιρού,
Για ιπποδρομίες παλιότερα στο Κλάρυ’ς Γκρόουβ,
Για κάτι που είπε ο Έιμπ Λίνκολν
Κάποτε στο Σπρίνγκφιλντ.
Έντγκαρ Λη Μάστερς
Έντγκαρ Λη Μάστερς (Edgar Lee Masters, 1868-1950) ήταν Αμερικανός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και βιογράφος. Έγραψε δώδεκα θεατρικά έργα, εικοσιένα βιβλία ποίησης, έξι μυθιστορήματα και έξι βιογραφίες (μεταξύ των οποίων του Αβραάμ Λίνκολν και του Μαρκ Τουαίην) αλλά την φήμη του την οφείλει κυρίως στην Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ (Spoon River Anthology, 1915). Πρόκειται για μια συλλογή σύντομων επιτάφιων ποιημάτων σε ελεύθερο στίχο, όπου διακόσια δώδεκα πρόσωπα μιλούν για την ζωή και τα πάθη τους. Πολλοί είδαν στα ποιήματα αυτά ένα απόηχο της αρχαίας ελληνικής επιγραμματικής ποίησης.
,
.