Ο εβδομηντάρης είναι ο νέος της εποχής!

Ο εβδομηντάρης είναι ο νέος της εποχής. Κυκλοφοράει σαν πενηντάρης, είναι ωραίος σαν εραστής. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ το Δ.Ν.Τ (!) σε πρόσφατη μελέτη του αποφάνθηκε ότι ένας εβδομηντάρης το 2022 είχε την ίδια γνωστική ικανότητα με έναν 53 ετών το 2020.

Όταν ο Μακρυγιάννης καλλιεργούσε το θέατρο του Διονύσου!

Η τελευταία κόντρα του με τον Όθωνα για τις ανασκαφές στα χωράφια του (1862)

17/11/2020

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς 

Το 1862 ο Ιωάννης Μακρυγιάννης ήταν 67 ετών και «νεκρός άταφος», όπως έγραψε ο Τιμ. Φιλήμων. Δέκα χρόνια νωρίτερα είχε κατηγορηθεί για συνωμοσία εναντίον του Όθωνος και είχε προφυλακισθεί. Τον έριξαν στις υγρές φυλακές του Μενδρεσέ, όπου οι πληγές που είχε στο κορμί του αφόρμισαν. «Διεβιβρώσκετο υπό παντοειδών σκωλήκων», όπως έγραψε ο Αναστάσιος Γούδας. Δικάσθηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, η ποινή του μετετράπη σε ισόβια, με απόφαση του Όθωνα και αργότερα σε κάθειρξη δέκα ετών. Τελικώς αποφυλακίστηκε με μεσολάβηση του Δημητρίου Καλλέργη τον Σεπτέμβριο 1854[1].

Αλλά η υγεία του ήταν κλονισμένη και ο οργανισμός του εξαιρετικά αδύναμος. Η φροντίδα της οικογενείας του και οι πρόθυμες υπηρεσίες που του πρόσφεραν γιατροί της πόλης δεν αρκούσαν για να επανέλθει σε φυσική κατάσταση. Εξάλλου, είχε στερηθεί τους βαθμούς και κάθε αποδοχής. Διέθετε όμως σημαντικότατη ακίνητη περιουσία, από την οποία ποριζόταν τα προς το ζην και προσπαθούσε να την διατηρήσει για να προικίσει τα κορίτσια του. Την καλλιέργεια των κτημάτων του είχε αναθέσει σε επίμορτους καλλιεργητές, οι οποίοι έπαιρναν ένα σημαντικό μέρος της σοδειάς για να δώσουν το υπόλοιπο στον Μακρυγιάννη.

Καλλιέργειες κάτω από την Ακρόπολη

Τα περισσότερα κτήματά του, ο Μακρυγιάννης, τα είχε εντός της Αττικής και, χρόνο με τον χρόνο, το χώμα της έδινε όλο και λιγότερα. Όσο δύσκολο και αν είναι να το φανταστούμε, ένα από τα χωράφια που καλλιεργούσε ακόμη και μετά την επανάσταση, ένας τέτοιος επίμορτος καλλιεργητής, ήταν στη νοτιοδυτική πλευρά της Ακρόπολης. Στην περιοχή όπου -από το 1838- είχαν ξεκινήσει οι εργασίες για την αποκάλυψη του αρχαίου θεάτρου του Διονύσου. Εργασίες που διήρκεσαν περίπου έναν αιώνα, ανάλογα με τις εκάστοτε δυνατότητες χρηματοδότησης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου[2].

Το 1862 είναι μία από τις αποδοτικές χρονιές για το ζήτημα των ανασκαφών. Οι Έλληνες παρακολουθούν, σχεδόν καθημερινά τις ανακοινώσεις των αρχαιολόγων για διάφορα ευρήματα, όπως τα εγχάρακτα εδώλια. Ιστορικοί, λεξικογράφοι και πολλοί δημοσιογράφοι προσπαθούν ενθουσιασμένοι να ερμηνεύσουν τις διάφορες επιγραφές. Τα πλούσια ευρήματα ξεσηκώνουν πανστρατιά και συγκίνηση. Το ενδιαφέρον εκδηλωνόταν κάθε μέρα και περισσότερο, ενώ σοβαρά και μη δημοσιεύματα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας.

Καθυστερήσεις ανασκαφών

Τη σοβαρότερη αντιμετώπιση λόγω καλής πληροφόρησης μας έδωσε ο Τιμ. Φιλήμων που έγραφε πως τα χώματα κάτω από την Ακρόπολη «υπισχνούνται ν’ αποκαλύψωσιν εν των περιεργοτέρων μνημείων των Αθηνών και να διαχύσουν ικανόν φως επί της αρχιτεκτονικής των θεάτρων της αρχαιότητος». Βέβαια το κόστος για να έρθουν στην επιφάνεια οι πολύτιμοι αυτοί θησαυροί ήταν υψηλό, αφού οι ανασκαφές έφθαναν σε βάθος πέντε και έξι μέτρων. Έτσι άρχισε έρανος από τον δήμο Αθηναίων. Ιδιώτες αλλά και ομογενείς του εξωτερικού εξασφάλισαν ένα σημαντικό ποσό για τη συνέχιση των ανασκαφών προς το μεσημβρινοανατολικό μέρος «εντεύθεν του τόξου των εδωλίων όπου η σκηνή και η θυμέλη».

Προκαλούσε όμως ταυτόχρονα μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης της γης, δηλαδή ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, ζητούσε να σταματήσουν οι ανασκαφές και προχώρησε σε δικαστικές ενέργειες διότι δεν είχε ζητηθεί η άδειά του και δεν είχε αποζημιωθεί για τη γη του από το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρέμβαση οδήγησε σε καθυστερήσεις των ανασκαφών της αρχαιολογικής εταιρείας. Εξάλλου, ήταν και ένας από τους λόγους που αποχώρησε από τις ανασκαφές ο Γερμανός αρχιτέκτονας J. H. Strack, ο οποίος είχε αρχίσει σταδιακά να αποκαλύπτει το θέατρο. Η υπόθεση εκδικάσθηκε στο Ειρηνοδικείο, το οποίο απέρριψε το αίτημα του Μακρυγιάννη και διέταξε τη συνέχιση των ανασκαφών. Έτσι η πρώτη συστηματική ανασκαφική έρευνα πραγματοποιείται το 1862 από τον αρχαιολόγο Θ. Ρουσσόπουλο σε συνεργασία πάντα με το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο[3].

Η «κόντρα» με το Παλάτι

Η στάση της οικογένειας Μακρυγιάννη δεν πρέπει να θεωρηθεί ξεκομμένη από τις γενικότερες εξελίξεις. Τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς ξέσπασαν τα αποκαλούμενα «Ναυπλιακά», δηλαδή η μεγαλύτερη και πιο αιματηρή στάση που έγινε επί Όθωνος. Τερματίστηκαν με εκστρατεία και τακτική πολιορκία του Ναυπλίου. Αξιωματικοί, πολιτικοί κρατούμενοι στο Ναύπλιο και εκατοντάδες νέοι εθελοντές ξεσηκώθηκαν εναντίον του Όθωνα. Η κυβέρνηση του Α. Μιαούλη κινητοποίησε μεγάλο αριθμό ανδρών και κατόρθωσε να καταστείλει τη στάση. Βέβαια είναι γνωστή η συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα ο πρώτος βασιλεύς, ο Όθων, έπαιρνε τον δρόμο για την πατρίδα του κάτω από το βάρος των μεγάλων λαϊκών αντιδράσεων.

Όθων Μακρυγιάννης.

Μεταξύ εκείνων που συνελήφθησαν ως πρωτεργάτες για τα «Ναυπλιακά» ήταν και ο γιος του στρατηγού Μακρυγιάννη, ο επίσης στρατιωτικός Όθων Μακρυγιάννης. Τραγική ειρωνεία της τύχης τον είχε βαφτίσει και του είχε δώσει το όνομά του ο βασιλιάς Όθων μόλις πάτησε το πόδι του στο Ναύπλιο. Ο Όθων Μακρυγιάννης ήταν ο πραγματικός διαχειριστής της πατρικής περιουσίας και ο εντολέας των δικαστικών ενεργειών που εξελισσόταν την ίδιες ημέρες που είχαν ξεσπάσει τα «Ναυπλιακά». Η σύγκρουση της οικογένειας Μακρυγιάννη με το Παλάτι ήταν μετωπική. Πάντως, η περιπέτεια εκείνη έληξε με πλήρη αποζημίωση που καταβλήθηκε μερικά χρόνια αργότερα στα μέλη της πολυπληθούς οικογένειάς τους[4].

Η ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ιωάννη Μακρυγιάννη.

«Απεβίωσεν υπό γενικής ατροφίας»

O Ιωάννης Μακρυγιάννης παντρεύτηκε την Αθηναία Αικατερίνη Σκουζέ, δευτερότοκη κόρη του Γεωργαντά Σκουζέ, με την οποία παντρεύτηκαν καταμεσής της Επανάστασης (1825) και απέκτησαν δέκα γιους και δύο κόρες. Εξ αυτών επιβίωσαν τα έξι αγόρια και τα δύο κορίτσια, τα οποία απόλαυσαν τους καρπούς της περιουσίας που τους άφησε ο μεγάλος αγωνιστής[5]. Υπήρξαν δε και περιπτώσεις που η μεγάλη αυτή κτηματική περιουσία βρέθηκε στο επίκεντρο σκανδάλων και συζητήσεων.

Όσο για τον Στρατηγό, έφυγε από τη ζωή δυο χρόνια μετά την περιπέτεια με το Θέατρο Διονύσου, στις 27 Απριλίου 1864[6]. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ληξιαρχική πράξη του θανάτου του Μακρυγιάννη.  Στο πλάι της ληξιαρχικής πράξης, η οποία υπογράφεται από τον δήμαρχο Αθηναίων Εμμανουήλ Κουτσικάρη ως Ληξίαρχο, καταγράφεται ως «Ιωάννης μακρή Γιάννης», αναφορά που αποκαλύπτει από πού προήλθε το επώνυμο του μεγάλου αγωνιστή. Ανάφερει δε η πράξη πως απεβίωσε «ο Αντιστράτηγος Ιωάννης Μακρηγιάννης ετών 68 έγγαμος σύζυγος Αικατερίνης υπό γενικής ατροφίας»[7].

Ο ανδριάντας του Ι. Μακρυγιάννη στην ομώνυμη περιοχή.

Το τοπωνύμιο Μακρυγιάννη, που δόθηκε σε μια ολόκληρη περιοχή των Αθηνών, έμεινε να θυμίζει την περιοχή όπου κατοικούσε και είχε μέρος των κτημάτων του, ενώ ο ανδριάντας του κάτω από την Ακρόπολη και κοντά στο Θέατρο του Διονύσου, στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου θυμίζει τη μεγάλη προσφορά του στην απελευθέρωση της Ελλάδας.

Πηγή: Αθηναϊκά

Τελικά, μήπως ζούμε σε μια εποχή, όπου απαιτούμε συνεχώς τα πάντα από τους άλλους χωρίς να βλέπουμε τη δική μας προσφορά μέσα σ’ αυτή;

Τζορτζ Μπέρναρντ Σω

Ο Αδωνις Γεωργιαδης και ο θεραπευθείς Αμερικανός τουρίστας της Μυκόνου

•Να πούμε και τα καλά είπε ο Αδωνις.Ανηρτησε βιντεάκι από το tic toc.Ο νεαρός Αμερικανός κάτι έφαγε στη Μύκονο και έπαθε διάρροια.Στο κέντρο υγείας τον φρόντισαν.Ορό και φάρμακα και όλα δωρεάν.Ευγνωμον το αγόρι ύμνησε το ΕΣΥ και δηλωσε ότι αν το πάθαινε στην Αμερική θα πλήρωνε ένα σκασμό λεφτά .Αποκαλεσε απάτη το σύστημα υγείας στις ΗΠΑ.


•Ναι να πούμε τα καλά.Αυτο πρέπει να είναι το ΕΣΥ.Και πολλές φορές είναι και διαπρέπει.Οταν ασκούμε κριτική είναι για να μη γίνουμε θύματα της αμερικανικής βαρβαρότητας ,όπου όποιος δεν έχει λεφτά ,αν και όταν αρρωστήσει πεθαίνει.Αυτο θέλουμε να αποφευχθεί από διάφορα που σχεδιάζετε.Να λέμε τα καλά αλλά όχι ως άλλοθι κ.Γεωργιαδη.Κι όποιος δεν λέει τα καλά έχει κόμπλεξ και προσφέρει κάκιστες υπηρεσίες στον αντιπολιτευτικό λόγο.Γιατι;Γιατι πρέπει να έχουμε μνήμη.Καποιοι την έχουμε αλλά η κοινωνία ξεχνά.Τα θεωρεί όλα νομοτελειακά και δεδομένα.


•Το ΕΣΥ του Παρασκευα Αυγερινού και ψυχωμένων Πασοκων γιατρών ήταν μια από τις μεγαλύτερες,αν όχι η μεγαλύτερη,τομή στη μεταπολιτευτική ιστορία.Δωρεαν πολυεπίπεδη ,καθολικη και ποιοτική υγεία για όλους τους πολιτες.1983.Τοτε οι μεγαλογιατροί και η ΝΔ το πολέμησαν με κάθε τρόπο.Προσπαθησαν να το απαξιώσουν και να το ακυρώσουν.Καταψηφισαν το νόμο με ένταση και πάθος.Κανετε μεταρρύθμιση «σοβιετικού τύπου» έλεγε ο αείμνηστος Ευάγγελος Αβερωφ.Οχι στον κομμουνισμό του Αντρέα.Καταργειτε την ιδιωτική ιατρική.Οδηγειτε τα νοσοκομεία στην κατάρρευση.Πως θα ζήσουμε χωρις φακελάκια σκεπτοντουσαν και τους έφταιγε ο Λένιν.Τωρα βέβαια δεν μπορείτε να το πείτε έτσι αλλά ο γλωσσοδέτης δεν πιάνει πάντα και η γλωττα λανθάνουσα βγαίνει από το ερκος των οδόντων.Γιατι και τώρα το ίδιο ακριβώς σκεπτεσθε αλλά δεν σας παίρνει να το εκφράσετε όπως το σκέπτεστε γιατί θα ξεσηκωθούν και οι πέτρες.Επομενως δεκτός ο σχολιασμός για τον Αμερικανό τουρίστα,καλό σημάδι,μπράβο κ.Αδωνι,και χαιρόμαστε που συνήλθε η κοιλιτσα του και να του πούμε να προσέχει τι τρώει γιατί το καλοκαίρι συμβαίνουν συχνά αυτά.
•Πραγματι σε σχέση με τις ΗΠΑ το ΕΣΥ της Ελλαδας είναι όαση πολιτισμού και οι ΗΠΑ κόλαση απανθρωπιάς και ασύδοτης κερδοσκοπίας.Ο νεαρός Αμερικανός έχει δίκιο.Μετα απο 42 χρόνια έχει σημάδια κόπωσης.Ειναι φυσικό.Η μεταρρύθμιση πολλών είναι αναγκαία.Το λένε και οι γιατροί.Ενα όμως πρέπει να μείνει απαράλλαχτο.Δημοσια,δωρεάν και ποιοτική υγεία για ολους τους πολιτες.Εκοντες,άκοντες κ.Γεωργιαδη πρέπει δύσθυμα,το καταλαβαίνω,να είστε θεματοφύλακες της σοσιαλιστικής πολιτικής που αντέχει και ανθίσταται 42 χρόνια.Δεν την πιστεύετε αλλά το θέλουν και οι ψηφοφοροι σας και τους χρειάζεστε επειγόντως.

Πάνος Μπιτσαξής

Νεκρὴ φύση (διήγημα)

 

Καί­τη Παυ­λῆ: Νεκρὴ φύση

 

ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΑΤΕΛΙE, κλει­σμέ­νο μέ­ρες, σκο­τει­νό, ἕνα μῆ­να καὶ μύ­ρι­σε βα­θιά. Ὄχι κλει­σού­ρα. Νέ­φτι καὶ χρῶ­μα! Ἡ μυ­ρω­διὰ τῶν χρω­μά­των πη­χτὴ στὸν ἀέ­ρα. Ἄνοι­ξε τὰ πα­ρά­θυ­ρα νὰ μπεῖ φῶς. Ἡ μέ­ρα ἄλ­λα­ξε. Τὸ φῶς καὶ ἡ Ρο­δάν­θη ξα­νά!

       Τὸ χτύ­πη­μα στὴν πόρ­τα τὸ πρωΐ —κου­δού­νι πρῶ­τα καὶ με­τὰ μὲ τὸ χέ­ρι δυ­να­τά— τὸν τρό­μα­ξε στὴν ἀρ­χὴ καὶ με­τὰ σχε­δὸν τὸν θύ­μω­σε. Τέ­τοια ἐπι­μο­νή! Τό­σες μέ­ρες εἶ­χε ἡσυ­χά­σει. Ἔκλει­σε τη­λέ­φω­να, κι­νη­τά, κομ­πιοῦ­τερ. Ἄφη­σε μή­νυ­μα στὸν τη­λε­φω­νη­τὴ « Εἶ­μαι σὲ φά­ση δη­μιουρ­γι­κή, πα­ρα­κα­λῶ μὴν ἐνο­χλεῖ­τε. Θὰ ἐπι­κοι­νω­νή­σω ἀρ­γό­τε­ρα». Ψέ­μα. Τὸ ἀν­τί­θε­το ἀκρι­βῶς. Κα­μιὰ δη­μιουρ­γία, κα­μιὰ ἔμ­πνευ­ση, κα­μιὰ διά­θε­ση, τί­πο­τα νὰ τρι­κυ­μί­ζει μέ­σα του, ὅπως πα­λιά. Πρὸς τί; Τὸ ἀκα­τόρ­θω­το, τὸ ἄφτα­στο; Με­τὰ τὴν τε­λευ­ταία του ἀπό­πει­ρα αὐ­το­προ­σω­πο­γρα­φί­ας. Ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὸ σχέ­διο, ξα­νὰ τὸ χρῶ­μα, ἐπάλ­λη­λες κα­λύ­ψεις, προ­σθέ­σεις, ἀφαι­ρέ­σεις καὶ σκί­σι­μο στὸ τέ­λος τοῦ μου­σα­μᾶ. Τί τοῦ δια­φεύ­γει; Ποῦ ἡ ἀλή­θεια; Αὐ­τὸς καὶ ὁ ἄλ­λος ποὺ τὸν κοι­τά­ζει μὲ ψα­ρί­σιο βλέμ­μα μέ­σα ἀπ’ τὸν κα­θρέ­φτη. Ποῦ ἡ σπί­θα τοῦ δη­μιουρ­γοῦ; Μιὰ πι­νε­λιὰ ἀκό­μα καὶ κα­τα­στρο­φή. Θυ­μή­θη­κε πά­λι τὸν καλ­λι­τέ­χνη τοῦ Ζο­λᾶ καὶ τὸ Ἄγνω­στο ἀρι­στούρ­γη­μα τοῦ Μπαλ­ζάκ. Κα­τέ­βα­σε τὰ βι­βλία κι ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλ­λο ἀφέ­θη­κε. Τοῦ φά­νη­καν πιὸ ἀλη­θι­νὰ τώ­ρα ὅσα πρὶν ἀπὸ χρό­νια διά­βα­σε. Ὄχι , ὄχι δὲν ὀνει­ρεύ­τη­κε τὴν ἀθα­να­σία αὐ­τός, μό­νο τὸ βλέμ­μα πρός… αὐ­τὸ πά­λευε νὰ πε­τύ­χει. Μὲ τὸ με­γά­λο ἄγνω­στο πά­λευε. Ἐξάλ­λου ἔξω ὁ κό­σμος ἄλ­λα­ζε ρα­γδαῖα. Τὰ πα­λιά, τὰ κα­θιε­ρω­μέ­να κρη­μνί­ζον­ταν μὲ πά­τα­γο. Μύ­ρι­ζε θά­να­το. Χά­θη­κε στὰ βι­βλία, στὰ πα­λιὰ ντο­σιέ, στὰ πα­λιὰ σχέ­δια, σὲ κα­τα­λό­γους φί­λων, ὁμό­τε­χνων. Ἕνας μῆ­νας ἀπρα­ξί­ας καὶ δια­δρο­μὲς ἀνά­πο­δα.

       «Δά­σκα­λε, δά­σκα­λε, ἄνοι­ξέ μου σὲ πα­ρα­κα­λῶ! Ἄνοι­ξε, ἔχω κα­λὰ νέα.»

       Σκίρ­τη­σε ἀνα­γνω­ρί­ζον­τας τὴ φω­νὴ καὶ τὴ βε­βαιό­τη­τα ποὺ εἶ­χε. Αὐ­τὴ ἤξε­ρε, εἶ­χε κα­τα­λά­βει. Ἡ Ρο­δάν­θη, ἡ πα­λιά του μα­θή­τρια καὶ μο­ντέ­λο. Πάν­τα κα­τα­λά­βαι­νε. Ἄνοι­ξε. Χα­μο­γε­λα­στὴ καὶ μυ­ρω­δά­τη ἔβγα­λε ἀπ’ τὴ με­γά­λη τσάν­τα της τὸ μπου­κά­λι, τὸ σή­κω­σε ψη­λὰ καὶ τὸ κού­νη­σε ἐλα­φρά. Τὸ χρῶ­μα ἄστρα­ψε! «Εἶ­δες χρῶ­μα, δά­σκα­λε;» Ἦταν ἕνα πα­λια­κὸ μπου­κά­λι τοῦ λι­κὲρ μὲ στρογ­γυ­λὴ κοι­λιά, ἀνά­γλυ­φα σχέ­δια, μα­κρὺ λαι­μὸ καὶ κω­νο­ει­δὲς γυά­λι­νο κα­πά­κι. Θυ­μή­θη­κε τὰ μπου­κά­λια τῆς Σμυρ­νιᾶς για­γιᾶς του. Τί χρῶ­μα! Τί λαμ­πε­ρὸ πορ­φυ­ρό, σχε­δὸν βουρ­γουν­δί, διά­φα­νο καὶ σκο­τει­νὸ μα­ζί. Ἄνοι­ξε τὸ κα­πά­κι καὶ τὸ μύ­ρι­σε. Ἄγριο βα­τό­μου­ρο. «Τὸ ἀγα­πη­μέ­νο μας δά­σκα­λε.» Εὐ­φράν­θη­κε μά­τι καὶ ὄσφρη­ση.

       Ἀνα­μέ­ρι­σε τὰ βι­βλία, σκόρ­πια στὸ πά­τω­μα, στὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι, στοὺς κα­να­πέ­δες. Κά­θι­σαν. Ἡ μέ­ρα γύ­ρι­σε ἀλ­λιῶς, ἄλ­λα­ξε, μπῆ­κε φῶς.

       Πέ­ρα­σε τὸ πρωί, τὸ με­ση­μέ­ρι, τὸ ἀπο­με­σή­με­ρο. Ἀνα­σκό­πη­ση σὲ ὅλα. Τὰ ἐσώ­ψυ­χα σὲ ἄλ­λη κλί­μα­κα. Ἡ Ρο­δάν­θη κα­τεῖ­χε τὴν τέ­χνη τῆς ἐπα­να­φο­ρᾶς ἐπά­νω. Κα­τα­λά­βαι­νε τώ­ρα πὼς εἶ­χε πέ­σει σὲ σκο­τει­νὸ πη­γά­δι καὶ αὐ­τὴ τοῦ ἔδω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὸν ἀνέ­βα­σε.

       Ἄνοι­ξε καὶ τὰ τρία πα­ρά­θυ­ρα. Τὸ φῶς ἔξω εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τρα­βιέ­ται, ση­μά­δι πὼς ὁ ἥλιος θὰ ἔδυε σὲ λί­γο. Τὸ δω­μά­τιο γω­νια­κὸ μὲ τὰ δυὸ πα­ρά­θυ­ρα νὰ βλέ­πουν στὴν ἀνα­το­λὴ καὶ τὸ ἕνα πρὸς τὸ νό­το. Δὲν εἶ­χε τὴ χα­ρὰ τοῦ ἡλιο­βα­σι­λέ­μα­τος. Ἐξ ἀν­τα­να­κλά­σε­ως ἀπο­λάμ­βα­νε πάν­τα αὐ­τὴ τὴν ὥρα. Ἀπὸ τὸ χρῶ­μα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τὸ κόκ­κι­νο στὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν ἀπέ­ναν­τι.

       Ἔφε­ρε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ λι­κὲρ καὶ τὸ ἀκούμ­πη­σε στὸ περ­βά­ζι. Τοῦ ἦρ­θε ἡ διά­θε­ση νὰ φτιά­ξει μιὰ σύν­θε­ση μὲ φόν­το τὸν οὐ­ρα­νὸ αὐ­τῆς τῆς ὥρας, πρὶν σκο­τει­νιά­σει ἐν­τε­λῶς. Φῶς καὶ σκιές. Ἔφε­ρε καὶ τὰ τρία μαν­τα­ρί­νια ποὺ ξέ­μει­ναν στὴ φρου­τιέ­ρα. Εἶ­χαν ἀρ­χί­σει νὰ ξε­ραί­νον­ται καὶ τὸ χρῶ­μα τους ἦταν μουν­τό, ξε­ρὸ πορ­το­κα­λί . Τὰ ἀκούμ­πη­σε δί­πλα. Τώ­ρα τὰ χρώ­μα­τα ἔξω ἦταν πο­λὺ πα­ρά­ξε­να. Ὁ οὐ­ρα­νὸς βα­θὺ θα­λασ­σί, σχε­δὸν πρά­σι­νο, ἄνοι­γε χα­μη­λὰ μὲ τὸ κί­τρι­νο ἠλε­κτρι­κὸ τῆς πό­λης. Ἕνα σμῆ­νος μαύ­ρων που­λιῶν τι­νά­χτη­κε ξαφ­νι­κὰ πρὸς τὰ πά­νω. Τὸ δω­μά­τιο γέ­μι­σε μὲ τὴ βα­θιὰ μου­σι­κὴ βιο­λον­τσέ­λου. Μὲ τρε­μά­με­νο χέ­ρι ἔπια­σε ξα­νὰ τὸ πι­νέ­λο