


Αστερούσια




Πάρνηθα

Κατόπιν ενεργειών μου
•Ε όχι και να εκπλήσσεσθε με τους βουλευτές που ζητούσαν «εξυπηρετήσεις» από τον ΟΠΕΚΕΠΕ.Μονο αν ζείτε σε άλλη χώρα κι ήρθατε στην Ελλάδα χτες.Να λοιπόν μια χαριτωμένη ιστορία.Μου τη διηγήθηκε καλός μου φίλος βουλευτής και πρώην υπουργός.Ανηκει στη δεξιά αλλά ουδεμία σημασία έχει.Συμβαινει σε όλες τις οικογένειες.
•Ο κομματάρχης ήταν απαιτητικός.Ειχε καλό βύσμα γιατί είχε βοηθήσει πολύ σε κρίσιμα χωριά της εκλογικής περιφέρειας ,που χωρίς αυτόν θα ψήφιζαν τον μισητό και αχαΐρευτο εσωκομματικό αντίπαλο.Τωρα όμως είδαν το φως το αληθινόν και προτίμησαν τον φερελπιδα δικό μας.Πηγε λοιπόν στο γραφείο και με ύφος που δεν σήκωνε πολλά πολλά είπε.Θελω αμέσως το και το και το.Μα αυτά που μου ζητάς είναι τελείως παράνομα είπε ο βουλευτής αιφνιδιασμένος.Ο κομματάρχης γέλασε.Μα είσαι σοβαρός;αν ήταν νόμιμα σε σένα θα ερχόμουνα;
Πάνος Μπιτσαξής 
«Τούτη είναι η εποχή μας, καλή ή κακή, ωραία ή άσκημη, πλούσια ή φτωχή, δεν τη διαλέξαμε.”
Ν. Καζαντζάκης



Κάθε τόπος και ο συγγραφέας του..
Από τη Μυτιλήνη του Οδυσσέα Ελύτη, έως τα Χανιά της Μάρως Δούκα, πολλοί τόποι ανήκουν στους συγγραφείς τους. Είτε επειδή υπήρξαν το σύμπαν των παιδικών χρόνων τους είτε επειδή ο ένας «επέλεξε» τον άλλο
Στην περίπτωση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όπως και του Γιάννη Σκαρίμπα, η σκέψη πηγαίνει αυτομάτως στον τόπο όπου έζησαν: τη Σκιάθο για τον πρώτο, τη Χαλκίδα για τον δεύτερο.
Ομολογουμένως, η Λέσβος να μην ήταν εξαρχής τόσο αυτονόητη για τον Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος γεννήθηκε μεν στο Ηράκλειο, αλλά επέλεξε το νησί ως συναισθηματική πατρίδα του. Και ο περιπλανώμενος Γιώργος Σεφέρης επέστρεφε μονίμως στην «πατρίδα» των παιδικών χρόνων του: τα Βουρλά της Σμύρνης. Είναι ορισμένες μόνο από τις περιπτώσεις συγγραφέων που συνδέθηκαν μια για πάντα με συγκεκριμένα σημεία του χάρτη.
Ο Γιώργος Σεφέρης γεννιέται, ως γνωστόν, στη Σμύρνη, στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 (13 Μαρτίου, σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο), γιος του Στυλιανού Σεφεριάδη και της Δέσπως Τενεκίδου. Είναι ένα ψαροχώρι, όμως, που θα γίνει συναισθηματική πατρίδα του: εκεί όπου περνά τα καλοκαίρια του μέχρι τα 12 του, η Σκάλα των Βουρλών, περίπου 30 χιλιόμετρα στα δυτικά της Σμύρνης. Στο «Χειρόγραφο Σεπ. ’41», που έγραψε στην Πρετόρια, θυμόταν ακριβώς αυτό τον τόπο που όριζε την παιδική του ηλικία: «Τα δύο τελευταία καλοκαίρια δεν είχαμε πάει στην εξοχή, στη Σκάλα του Βουρλά, που ήταν για μένα ο μόνος τόπος που, και τώρα ακόμη, μπορώ να ονομάσω πατρίδα με την πιο ριζική έννοια της λέξης: ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια. Η Σμύρνη ήταν το ανυπόφορο σχολειό, τα πεθαμένα βροχερά κυριακάτικα απογέματα πίσω από το τζάμι∙ φυλακή. Ενας κόσμος ακατανόητος, ξένος και μισητός. Η Σκάλα ήταν ό,τι αγαπούσα». Στο μέρος αυτό θα ξαναγυρίσει το 1950, όταν πια η μνήμη της Μικρασιατικής Καταστροφής θα έχει γίνει πόνος.
Πηγή: Protagon.gr
Η εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη και 37 ανδρών της Χωροφυλακής στα διυλιστήρια της Ούλεν..
………………………………………………
Απόσπασμα από την δίκη για την εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη και 37 ανδρών της Χωροφυλακής στα διυλιστήρια της Ούλεν, που συγκλόνισε την Ελλάδα.
[…] Πρόεδρος: Πώς τους σκοτώνανε;
Κουκούτσης: Ο Τζογανάκης μου είπε ότι ο Ορέστης τους έδωσε το τσεκούρι. Χτύπαγε ο Τζογανάκης με την ανάποδη του τσεκουριού στο πίσω μέρος του κεφαλιού τον εκτελούμενο. Ύστερα τον πέρνανε δύο της πολιτοφυλακής και τον πηγαίνανε πιο πέρα όπου τους έσφαζε αποτελειώνοντάς τους ο αντάρτης Μπάμπης. Έτσι εκτελεστήκανε όλοι οι χωροφύλακες.
[…]Ήταν 9 Δεκεμβρίου. Κατά τις 8 το βράδυ ήρθε ο Ορέστης με πέντε πολιτοφύλακες.
Μού είπε: Τώρα θα φέρουνε έναν- έναν αυτούς που έχουν καταδικασθή εις θάνατο από το λαϊκό δικαστήριο. Θα κάνης ό,τι σε διατάξω. Έναν-έναν θα τον φέρνουνε εδώ και θα του δίνουν διαταγή να καθίση για να βγάλη τα παπούτσια του. Τότε εσύ θα τον κτυπάς στο πίσω μέρος του κεφαλιού καθώς θα σκύβη με την ανάποδη του τσεκουριού. Αν δεν το κάνεις, θα σε εκτελέσω εσένα. Μου είπε ακόμη ότι ήταν προδότες και όργανα των Ες-Ες. Και μου ‘δωκε το τσεκούρι.
Πρόεδρος: Πώς γινόταν η εκτέλεσις;
Τζογανάκης: Έπαιρναν έναν-έναν από το κρατητήριο. Τον πηγαίνανε στον Ορέστη. Αυτός με άλλους πολιτοφύλακες τον έγδυναν. «Γδύσου, του λέγανε για να φας ένα ξύλο αντάρτικο». Ύστερα τον οδηγούσανε στο μέρος που βρισκόμουνα εγώ. Δηλαδή καμιά δεκαριά μέτρα πιο δω από το λάκκο. Εκεί του λέγανε: «Βγάλε τα παπούτσια σου». Καθώς έσκυβε αυτός να βγάλη τα παπούτσια του εγώ που βρισκόμουνα πίσω του τον χτύπαγα με το τσεκούρι στο κεφάλι. Σωριαζότανε κάτω. Τότε τον έπαιρναν δύο πολιτοφύλακες. Ο ένας από τα πόδια, ο άλλος από τους ώμους και τον πηγαίναμε κοντά στον λάκκο. Εκεί τον παραλάβαινε ο Μπάμπης και του έκοβε τον λαιμό με το μαχαίρι. Ύστερα τον ρίχνανε στον λάκκο.
Πρόεδρος: Εσύ πόσους σκότωσες με το τσεκούρι.
Τζογανάκης: Εικοσιοχτώ.
Πρόεδρος: Μόνος;
Τζογανάκης: Μόνος.
[…]Πρόεδρος: Εσύ δεν χτύπησες κανένα;
Μακαρώνας: Όχι.
Πρόεδρος: Την Παπαδάκη εσύ την σκότωσες;
Μακαρώνας: Μάλιστα. Εγώ την σκότωσα. Μου δώσανε να την χτυπήσω με το τσεκούρι. Δεν μπόρεσα όμως και την σκότωσα με το πιστόλι. Δεν θυμάμαι πόσες σφαίρες της έριξα. Μία ή δύο. Την εκτέλεση αυτή την έκανα γιατί με απείλησε και με εξανάγκασε ο Ορέστης.

Ξενοφών Μπρουντζάκης
Γιώργος Μαρκολέφας


ιντεραμερικσν το πάλαι ποτέ…
