Νίκος Μπελογιάννης, 64 χρόνια από την εκτέλεσή τουby sarant |

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Νίκος Μπελογιάννης, 64 χρόνια από την εκτέλεσή τουby sarant |
Από ό,τι φαίνεται θα πρέπει τη διαβολή, δηλαδή την παραχάραξη, την ύπουλη στρέβλωση, την κακόβουλη διαστροφή της αλήθειας να την θεωρούμε πολύ σιχαμερό πράγμα, έτσι δεν είναι;
Αφού αποφασίσαμε μέχρι και τον εξαποδώ να τον ονοματίσουμε από αυτήν. Γιατί η διαβολή δεν είναι σαν το χοντρό το αυθόρμητο ψέμα που καμιά φορά σε κάνει και να γελάς. Είναι σχεδιασμένη προσεκτικά, είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη, έχει στόχευση και είναι επικίνδυνη, δηλητηριώδης και αηδιαστική.Αλίμονο σε κείνους που πέφτουν θύματα διαβολής, αλλά και σε κείνους που δώσανε μάχες για να κατανικήσουν αυτήν τη φοβερή λερναία ύδρα και μάζεψαν πληγές πολλές από τα δηλητηριώδη κεντριά της. Γιατί αυτοί οι τελευταίοι, ενώ πάλεψαν με έναν τέτοιο φοβερό και ύπουλο εχθρό, συνήθως δεν δοξάζονται όπως άλλοι ήρωες που δώσανε άλλου τύπου μάχες, πιο ξεκάθαρες. Κι όμως, αυτοί οι κάπως αδικημένοι ήρωες θα πρέπει να δοξάζονται και να τιμώνται διπλά.Γι’ αυτό κι εγώ συγκινούμαι και χαίρομαι πολύ κάθε Κυριακή της Ορθοδοξίας, όπως τις προάλλες. Γιατί η Εκκλησία μας τους μεγάλους μας ήρωες, Αγίους και Πατέρες που δώσανε μάχες σκληρές για την Αλήθεια απέναντι στις διαβολές κάθε είδους, τους τιμά όπως τους πρέπει. Μεγάλη ευγνωμοσύνη και πολλές χάρες χρωστάμε σε αυτούς τους ανθρώπους που μας έσωσαν από τις πλάνες και τις καλοστημένες παγίδες και τις μηχανές του εχθρού.
Αν το καλοσκεφτούμε θα δούμε ότι οι Πατέρες τις μάχες αυτές δεν τις έδωσαν για θεωρίες και στείρες θεολογικές διατυπώσεις, αλλά για να προστατέψουν αλήθειες που τους παραδόθηκαν και τις οποίες τις βίωσαν και κατάλαβαν στην πράξη την αξία τους.
Προστάτεψαν, λοιπόν, την αληθινή Ιστορία της Εκκλησίας μας στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ο Κύριος μας ο Χριστός, ως πρόσωπο της Αγίας και Ομοούσιας Τριάδας που είναι ο αληθινός Θεός και η ελπίδα για τη σωτηρία μας. Στην αληθινή Ιστορία, λοιπόν, βρίσκεται όλη η ουσία. Γιατί η Ιστορία, αν είναι αληθινή, διδάσκει όχι θεωρητικά, αλλά με γεγονότα. Η Ιστορία μιλά για εμπειρίες και για βιώματα. Αυτά είναι που δίνουν νόημα στις έννοιες και χρωματίζουν τις λέξεις και τις ορολογίες. Τότε πια μπορούμε να μιλήσουμε για την απαρχή της «παιδεύσεως» και της «σοφίας».Πάρτε για παράδειγμα ορισμένες δύσκολες θεολογικές έννοιες όπως «διάκριση», «κατ’ οικονομίαν», «υπακοή» και άλλες. Είναι αδύνατον να πιάσεις το νόημα, την ουσία και τις αποχρώσεις τους αν δεν διαβάσεις τους βίους των Αγίων. Αν δεν δεις, μέσα από την ιστορία της ζωής και τα πεπραγμένα των Αγίων, τι ακριβώς είναι αυτά τα πράγματα στην πράξη. Με αυτήν τη δάνεια εμπειρία από την Ιστορία μπορείς να αρχίσεις να καταλαβαίνεις πέντε πράγματα. Γιατί, όπως πολύ σωστά είπε κι ένας άλλος αρχαίος μας πρόγονος, ο Βακχυλίδης, «έτερος εξ ετέρου σοφός».
Αυτό είναι λοιπόν το ξεκίνημα, η απαρχή της εκπαίδευσης, της παιδείας σε όλα τα πράγματα. Αυτή είναι η καλή σειρά.
Πρώτα-πρώτα πρέπει να κατανοούμε ορθά και σε βάθος τις έννοιες και τις ορολογίες. Προϋπόθεση όμως γι’ αυτό είναι η εμπειρία. Κι επειδή στα πρωτόλειά μας δεν την έχουμε, την δανειζόμαστε από τους άλλους κι έτσι κάνουμε τα πρώτα μας βήματα. Κι ύστερα, όταν αποκτήσουμε και δικές μας εμπειρίες και βιώματα ολοκληρωνόμαστε σιγά-σιγά, αφού και στο να κερδίζουμε από τη σοφία των άλλων γινόμαστε όλο και καλύτεροι και πιο αποτελεσματικοί.Βλέπετε λοιπόν πόσο σημαντική είναι η δάνεια εμπειρία από τα βιώματα των άλλων στη ζωή μας; Δεν πρέπει πάντα να πάθουμε για να μάθουμε. Αλλιώς θα χρειαζόμασταν όχι μία, αλλά πέντε ζωές με παθήματα, για να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε που μας πάν’ τα τέσσερα. Και σε αυτό το ζήτημα η εκπαιδευτική αξία της Ιστορίας είναι ασυναγώνιστη. Όχι μόνο επειδή είναι γεμάτη με διδακτικά παραδείγματα για όλους μας σε προσωπικό επίπεδο. Κυρίως γιατί μόνο με τα ιστορικά αναγνώσματα μπορεί κάποιος να αρχίσει να αντιλαμβάνεται ορθά τα ευρύτερα κοινωνικά, πολιτικά και γεωπολιτικά ζητήματα. Κι έτσι να τοποθετεί τον εαυτό του σωστά μέσα στο πλαίσιο αυτού που λέμε πατρίδα, αλλά και οικουμένη. Αλλά και να τοποθετείται και να αποφασίζει σωστά στον δημόσιο βίο, όταν του πέφτει λόγος.Τα δημόσια πράγματα είναι πολυπαραγοντικά, περίπλοκα, και κινούνται αργά. Σαν μεγάλες αργοκίνητες μαούνες με πρωτόγονα συστήματα πλοήγησης. Στρίβει λίγο το τιμόνι ο καπετάνιος σήμερα κι ύστερα από είκοσι χρόνια καταλαβαίνουμε, όσοι είμαστε πάνω σ’ αυτήν, πως αντί για την Ιαπωνία βρεθήκαμε στην Αυστραλία. Έτσι, σε επίπεδο χωρών, λαών και σε γεωπολιτικά ζητήματα, όχι πέντε, αλλά και δεκαπέντε ζωές δεν θα μας φτάνανε για να αρχίσουμε να παίρνουμε μια μικρή μυρωδιά για τα τεκταινόμενα. Ευτυχώς που είναι κι αυτή η ευλογημένη η ιστοριογραφία. Εκεί, στη μια σελίδα διαβάζουμε το τι γινόταν έναν καιρό σε μία χώρα, κι ύστερα από τρεις σελίδες βλέπουμε πού οδήγησαν αυτά τα πράγματα σαράντα χρόνια μετά.
Κι έτσι όσοι μελετούν την Ιστορία αρχίζουν να καταλαβαίνουν και να διαβάζουν τα σημεία των καιρών στα δημόσια πράγματα και στο πού πάει ο κόσμος μας.
Αν τώρα οι πολίτες, αλλά κι οι κυβερνήτες τους, είναι ανιστόρητοι… άσ’ τα να πάνε. Πρώτα-πρώτα δεν μπορούν να συνεννοηθούν. Γιατί την κάθε έννοια δεν την αντιλαμβάνονται όλοι ομοιότροπα στις λεπτές αποχρώσεις της, όπως τις έχουν διαμορφώσει η Ιστορία και οι πρωταγωνιστές της. Ύστερα, δεν μπορούν να αντιληφθούν και να υπολογίσουν τις συνέπειες που έχουν οι αποφάσεις που παίρνουν αυτοί σήμερα για τις τύχες της χώρας στο μέλλον. Είναι κοντόφθαλμοι, δηλαδή, και ανίκανοι να προνοήσουν. Ζούνε με το «ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε», και με το «μακριά από τα οπίσθια μου κι όπου θέλει» και κοιτάνε να ξεφύγουν από τις δυσκολίες πρόσκαιρα με όποιον επιπόλαιο τρόπο μπορούν, χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες. Εύκολα θύματα για κάθε αντίπαλο σκακιστή…Έτσι, οι επόμενες γενιές που πληρώνουν το μάρμαρο, αντί να τους μακαρίζουν τους καταριούνται. Αλλά τι λέμε τώρα. Υπάρχουν και τα χειρότερα. Υπάρχουν κι αυτοί που αλλοιώνουν, στρεβλώνουν και διαβάλλουν την Ιστορία.
Σύμφωνα με όλα όσα είπαμε παραπάνω, αυτή η πράξη είναι ένα από τα πιο ελεεινά, τρισάθλια και καταστροφικά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς. Ο Θεός ας τους ελεήσει κι αυτούς κι εμάς.
Εκείνος ο σπουδαίος Θεμιστοκλής δεν μπορούσε να κοιμηθεί λέει (ουκ εά με καθεύδειν), γιατί δεν τον άφηνε η καλώς εννοούμενη ζήλεια του για τα ένδοξα επιτεύγματα του Μιλτιάδη (το του Μιλτιάδου τρόπαιον). Και όσοι από εμάς έχουμε οξύνει την ακοή μας με τα διαβάσματα της Ιστορίας, πάει αρκετός καιρός τώρα που δεν μπορούμε να κοιμηθούμε γιατί μας ξυπνούν ήχοι οξείς και κριγμοί. Είναι τα κόκαλα των προγόνων μας που τρίζουν. Οι άλλοι ή που είναι ανιστόρητοι και όπως βαριακούν δεν ξυπνάνε με τίποτε, ή που χαπακώνονται με τα βαριά υπνωτικά της διαστρεβλωμένης Ιστορίας και δεν γυρνάνε μέσα στον ύπνο τους ούτε πλευρό.
ο κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλοςθυμάται… Όταν τελούσαμε μέσα στηνκαθημερινότητα το μυστήριο της ”Θείας Ευχαριστίας” Η προς μητρός μάμμη μου, αρχόντισσα κτηματίας στη Λοκρίδα, κάθε φθινόπωρο μετά τη συγκομιδή, άνοιγε το μυστικό προσωπικό τηςσεντούκι, έβγαζε το νυφικό της και το σιδέρωνε.Ήταν αυτό που κατ’ επιθυμίαν της θα τηνκάλυπτε και νεκρή. Μέσα στο σεντούκι είχε και δύο μικρά μπουκαλάκια. Το ένα με λάδι, το άλλομε κρασί. Τα άδειαζε στο νεροχύτη και τα γέμιζεμε προϊόντα της νέας σοδειάς. Ήταν οιμέλλουσες χοές της. Οι προσφορές κατά τηνώρα της ταφής.
Αυτή η ίδια μακάρια γριούλα μας είχε μάθει να μην πετάμε τη φέτα, το ψωμί με λάδι ή μεζάχαρη που μας έδινε, όταν βγαίναμε στο δρόμογια παιχνίδι. Έπρεπε, όταν χορταίναμε και δενθέλαμε άλλο, να ανεβαίνουμε με προσοχή στημάντρα ή στα κεραμίδια της αποθήκης και να αφήνουμε το κομμάτι το ψωμί για να το φάνε τα πετεινά του ουρανού. Πριν το ακουμπήσουμεστη μάντρα έπρεπε να το ασπαστούμε.
Αυτές οι μικρές τελετές ευσέβειας μεακολουθούν έως σήμερα και με παρηγορούνμέσα στο χαώδη κόσμο, τον σκόρπιο, τονανερμάτιστο που ζούμε.Αυτές οι δύοσυνταρακτικές στη σοφία τους και στηναπλότητά τους τελετές ερμηνεύουν το ήθοςμιας άλλης γενιάς, αλλά ταυτόχρονα αποτελούνπρότυπα βίου στον απορφανεμένο κόσμο μας.
Ο κόσμος που ζούμε προσβάλλει τη δημιουργία, καταστρατηγεί τους βασικούς νόμους της ζωήςκαι της φύσης και συνεχώς παρεμβαίνειανατρέποντας την ισορροπία.Κι αυτό γιατί έχεικαταληφθεί από το δαίμονα της αδηφαγίας, τηςλαιμαργίας. Ο κόσμος μας είναι ένας κόσμοςηδονής, χωρίς αγάπη. Ένας κόσμος λαγνείας, χωρίς έρωτα. Ένας κόσμος που εξαντλεί τηνευφυΐα του για να φτιάνει μηχανέςσπατάλης.Έλειψε το λειτουργικό ήθος, η εκκλησιαστική ενοριακή αγαπητική σχέση, η μέθεξη, η συγγνώμη και η μετάνοια.
Δεν υπάρχει ευχαριστία.
Όταν ασπαζόμαστε το κομμάτι του ψωμιού και το αφήναμε στα πουλιά, αυτό κάναμε∙ τελούσαμε μέσα στην καθημερινότητα τομυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Τιμούσαμε τονδημιουργό μέσα στα αγαθά που μας δώρισε.Αισθανόμαστε πως η ύλη είναι δώροζωής και την ευλαβούμαστε.
Ο κόσμος σήμερα φοβάται το θάνατο. Τρέχει, ιδρώνει, διαγκωνίζεται, αλληλοϋπονομεύεται, σκοτώνει γιατί φοβάται το θάνατο.Θανατώνοντας τον άλλο, έστω και ψυχικά ή συμβολικά, έχει την ψευδαίσθηση ότι ξεφεύγειαπό το μοιραίο. Αισθάνεται το θάνατο ωςτείχος, ως εμπόδιο αξεπέραστο. Θαρρεί πως ο θάνατος είναι το τέρμα.Δεν μπορεί να συνηθίσειστην ιδέα του μηδενός, γιατί νομίζει πως η ζωήοδηγείται στο μηδέν και παλεύει να αποφύγειτην εκμηδένιση.
Η μακάρια γριούλα ήξερε την αλήθεια. Είχεσυμβιβαστεί με το θάνατο, γιατί πίστευε στηνανάσταση. Ετοιμαζόταν για την αποδημία γιορτάζοντας και προσέφερε ως θυσία αινέσεωςτην προκοπή του οίκου της.
Όταν ο κόσμος δεν σέβεται τη δημιουργία και τησπαταλά, όταν δεν αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει για τη φύση που μας δωρήθηκε, όταν φοβάται το θάνατο και τοναποφεύγει λερώνοντας τη ζωή, εξαγοράζοντάςτη με φθηνά μέσα, η ανθρωπότητα ακυρώνει τολόγο υπάρξεώς της.
Ζούμε σε μιαν εποχή ματαιώσεων, ακυρώσεων, προδοσιών, συνωμοσιών, αχαριστίας και φόβουθανάτου.Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίδα;Ότανπερισσεύει τόση απελπισία, τόσος υπαρξιακόςπανικός, τόσος καταναλωτικός θάνατος, φαίνεται να απέλιπε η ελπίδα.Αλλά δεν είναι αλήθεια. Η ελπίδα δεν είναι ούτε ο ορθολογισμός της αλαζονικής επιστήμης, ούτετα κηρύγματα των ηθικολόγων, ούτε τα συστήματα της φιλοζοφίας.
Η ελπίδα είναι το ήθος της γριούλας μάμμηςμου. Είναι η ορθόδοξη ευσέβεια, η αδογμάτιστη, η απέριττη, η ταπεινή, τα μικρά θαύματα τηςκαθημερινότητας, τα τρυφερά αγγίγματα τηςανοχής, οι ώρες της αγάπης, της πλησμονής, της ευχαριστίας.
Και ξέρουμε ότι υπάρχουν τέτοιες ανθρώπινεςστιγμές όπου επικρατεί η χάρις και η χαρά, όπου ο θάνατος αποτάσσεται και μας πλημμυρίζει το χαροποιό πένθος. Όταν τιμάμετη δημιουργία και προσδοκώμεν την άλλη ζωήως αυτονόητο δώρο και έρωτα επιστροφής, ωςνοσταλγία παραδείσου.
Άσωτοι είμαστε, πλάνητες και φυγάδες θεόθεν, η ατραπός της επιστροφής στο αιώνιο είναι εδώστην άκρη της ματιάς μας. Εκζητούντες τονΚύριον ουκ έλαττωθησόμεθα παντός αγαθού.Κώστας Γεωργουσόπουλος
Από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό η παρακάτω ανάρτηση
«Έλα στην ζωή μας πίσω,το στραβό να κάνεις ίσιο»,γράφει ένας ποιητής για τον «μπάρμπα Γιάννη Μακρυγιάννη», τον ατρόμητο πολέμαρχο, τον αληθινό δημοκράτη, τον πιστό χριστιανό.Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Τριανταφύλλου, αλλά τον ονόμασαν Μακρυγιάννη γιατί ήταν πολύ ψηλός, μακρύς. Γιάννης Μακρυγιάννης. Ο αγράμματος σοφός! Γεννήθηκε στο μικρό χωριό Αβορίτη Δωρίδος το έτος 1797. Σε ηλικία 23 χρόνων μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα, πολεμώντας πρώτα στην Ήπειρο και την Ρούμελη και αργότερα στην Αθήνα και τον Μοριά. Μετά την απελευθέρωση υπήρξε πρωταγωνιστής για την απόκτηση Συντάγματος από το νεοσύστατο Κράτος. Επίσης μετά τον Αγώνα, σε μεγάλη ηλικία, μόνος του, αυτοδίδακτος έμαθε λίγη γραφή και ανάγνωση.Το έτος 1853 καταδικάστηκε σε θάνατο για «συνωμοσία» κατά του Βασιλέως Όθωνα, η ποινή του στην συνέχεια μετετράπη σε ισόβια και μετά από ένα χρόνο αποφυλακίστηκε. Επί βασιλέως Γεωργίου A’ έγινε αντιστράτηγος. Πέθανε ειρηνικά, πιστός χριστιανός, το έτος 1864 στην Αθήνα, σε ηλικία 67 χρόνων.Το έτος 1846 έγραψε τα «Απομνημονεύματά» του, πολύτιμη ιστορική πηγή, με το «απελέκητό» του, όπως ό ίδιος το χαρακτηρίζει, γράψιμό του. Ένα έργο με γλώσσα απλή, λαϊκή, ολιγογράμματου ανθρώπου, γεμάτο όμως με πίστη στον Θεό, αγάπη για την Πατρίδα και σωστές -διαχρονικές ως απεδείχθη- παρατηρήσεις για τα καλά και τα ελαττώματα της φυλής μας. Γράφει μία μεγάλη αλήθεια: «Χωρίς αρετή, πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την Θρησκεία, Έθνη δεν υπάρχουν». Σημειώνει ακόμη μία μεγάλη αλήθεια. «Το φιλότιμο δεν φτάνει για να πάει κανείς μπροστά». Γιατί; Διότι οι Έλληνες έχουμε φιλότιμο, αλλά πρέπει ακόμα να «είμαστε εις το εμείς και όχι εις το εγώ». Ναι, «τούτην την Πατρίδα την έχουμε ούλοι μαζί και σοφοί και αγράμματοι και στρατιωτικοί και μικρότεροι άνθρωποι». Δεν δίστασε να στηλιτεύσει άρχοντες, συμπολεμιστές και πολιτικούς, πού οδήγησαν την μικρή τότε γεωγραφικά Χώρα μας σε νέες περιπέτειες. Αγανακτεί και χωρίς βέβαια να το πιστεύει, καθ’ υπερβολήν γράφει: «Αν μας έλεγε κανένας αυτείνη τη λευτεριά όπου γευόμαστε, θα παρακαλούσαμε τον Θεό να μάς αφήσει με τούς Τούρκους, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπή Πατρίδα, τι θα ειπή Θρησκεία, τι θα ειπή αρετή και τιμιότη». Αλλού καταγράφει ελαττώματα που δυστυχώς διέτρεξαν όλον τον χρόνο από επανασυστάσεως του Ελληνικού Κράτους, μέχρι σήμερα. «Τις πρόσοδες της Πατρίδας τις κλέβομεν, από υποστατικά δεν της αφήνομεν τίποτας, ένα βάνομεν εις τό Ταμείον, δέκα κλέβομεν. Αγοράξαμεν πρόσοδες, τις τρώμεν όλες». Για τους ανάξιους της Εξουσίας γράφει: «Τέτοιοι μπαίνουν εις τα πράγματα, τέτοιους συντρόφους βάνουν. Οι περισσότεροι αγωνιστές και οι χήρες και ορφανά δυστυχούν. Πολυτέλεια και φαντασία γεμίσαμαν. Οι δανεισταί μας ζητούν τα χρήματά τους, λεπτό δεν τους δίνομεν και κάνουν επέμβασιν εις τα πράγματά μας. Και ποτές δεν βρίσκομεν ίσιον δρόμον. Ο Θεός να κάμη το έλεός Του».Διαπιστώσεις για την εποχή του, που δυστυχώς διαιωνίζονται στον τόπο μας και ισχύουν μέχρι και τις ημέρες μας. «Ο Θεός να κάμη το έλεός Του» και το παράδειγμα και οι παρακαταθήκες του Μακρυγιάννη και άλλων σπουδαίων και αγνών Ελλήνων, ας γίνουν επί τέλους αποδεκτές από εμάς, τους σημερινούς Έλληνες, ώστε το στραβό να το κάνουμε ίσιο!