Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Γουρούνια, σκύλοι, ποντικοί και μυρμήγκια ενώπιον του ανθρώπινου νόμου
ΤΟ 1266, ΣΤΟ ΦΟΝΤΑΙΝΑΙ-Ο-ΡΟΖ της Γαλλίας, μεγάλο πλήθος ήταν συγκεντρωμένο στο τοπικό δικαστήριο για να παρακολουθήσει μια πολύκροτη δίκη. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, ένα βρέφος είχε αφεθεί μόνο στην κούνια του και ένα πεινασμένο γουρούνι είχε μπει μέσα στο δωμάτιο και το είχε κατασπαράξει. Ο κατηγορούμενος καταδικάζεται με συνοπτικές διαδικασίες σε θάνατο δι απαγχονισμού, ο κόσμος ξεσπά σε χειροκροτήματα, ο δικαστής διαβάζει την απόφαση στον καταδικασμένο, τον οδηγούν στην πλατεία κι εκεί τον απαγχονίζουν με όλους τους τύπους. Ο κρεμασμένος… χοίρος βγάζει δυο απεγνωσμένα γρυλίσματα πριν αφήσει την τελευταία του πνοή.Η δίκη ενός ζώου με όλους τους τύπους μπορεί σήμερα να φέρνει γέλια, στο Μεσαίωνα όμως ήταν συνηθισμένο γεγονός. Τα αρχεία των δικαστηρίων βρίθουν από πρακτικά τέτοιων δικαστικών αγώνων, στους οποίους οι εισαγγελείς και οι συνήγοροι υπεράσπισης επιστράτευαν όλα τους τα επιχειρήματα και τη ρητορική δεινότητα. Τελευταία δίκη ζώου θεωρείται αυτή που έγινε ενώπιον του επαναστατικού δικαστηρίου της Γαλλίας, στις 17 Νοεμβρίου 1793. Ένας ανάπηρος είχε εκπαιδεύσει το σκύλο του να γαβγίζει μόλις έβλεπε χωροφύλακα και ο σκύλος καταδικάστηκε σε θάνατο. Εκτελέστηκε από κανονικό στρατιωτικό απόσπασμα.
Οι νομοδιδάσκαλοι του Μεσαίωνα είχαν απαντήσει θετικά στο ερώτημα αν τα ζώα μπορούν να παραπέμπονται στη δικαιοσύνη. Ο Μπαρτελεμύ ντε Σασσανέ, το 1550, στο έργο του Consilium, όχι μόνο απαντούσε καταφατικά στο ερώτημα, αλλά καθόριζε και την ακριβή διαδικασία. Το ένοχο ζώο φυλακίζεται, ανακρίνεται, αν δεν απαντά στις κατηγορίες βασανίζεται, τα γρυλίσματά του αποτελούν την ομολογία ενοχής του, οπότε εκτελείται από το δήμιο. Τρελό μεν, πλην συνηθισμένο εκείνες τις σκοτεινές και γεμάτες δεισιδαιμονίες εποχές. Και τα γουρούνια ή οι σκύλοι ήταν οι αριστοκρατικές -ας τις πούμε- περιπτώσεις. Υπήρξαν δεκάδες δίκες και αφορισμοί και καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος κατωτάτων εκπροσώπων του ζωικού βασιλείου.
Το 1545 οι κάτοικοι του Σαιν Ζυλιέν του δουκάτου της Σαβοΐας κάνουν μήνυση εναντίον των εντόμων που κατέστρεφαν τα αμπέλια τους. Εισαγγελέας ήταν ο δικηγόρος Πιερ Ντυκόλ και συνήγορος υπεράσπισης ο οικονόμος της επισκοπής Πιερ Φαλκόν. Τα έντομα κερδίζουν τη δίκη και γλιτώνουν την καταδίκη. Δε συνέ-βαινε όμως το ίδιο και με την εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Το 1120, με απόφαση εκκλησιαστικού δικαστηρίου, ο επίσκοπος του Λαν αφορίζει τις κάμπιες και τους αρουραίους που ρημάζουν τις μοναστηριακές περιουσίες του. Το 1121 ο άγιος Βερνάρδος αφορίζει τις μύγες που έχουν εισβάλει στο αβαείο του Φουανύ.
Το 16ο αιώνα έγινε μια άλλη περίφημη δίκη, που σήμερα θα θύμιζε ταινία του Ντίσνεϋ. Ενώπιον του γραμματέως της επισκοπής του Οτάν, παρουσία πυκνού ακροατηρίου, διεξήχθη μεγάλη δίκη κατά των ποντικών και των αρουραίων, που είχαν γίνει μάστιγα. Συνήγορος των τρωκτικών ορίστηκε ο Μπαρτελεμύ ντε Σασσανέ, που έγινε διάσημος από αυτή τη δίκη, καθώς αργότερα, όπως αναφέρθηκε, δημοσίευσε ολόκληρη νομική μελέτη για τέτοια θέματα. Ζήτησε να κλητευθούν στο δικαστήριο όλοι οι πελάτες του αρουραίοι και ποντικοί, όπως είχαν δικαίωμα. Οι κατά τόπους εφημέριοι κλήτευσαν με όλους τους τύπους τα τρωκτικά της περιοχής τους, αλλά αυτά δεν παρουσιάστηκαν την καθορισμένη ημερομηνία. Οι κατήγοροι ζήτησαν τότε να δικαστούν ερήμην τα ποντίκια, αλλά ο Σασσανέ κατόρθωσε να αποδείξει ότι η προθεσμία που είχε παραχωρηθεί στους πελάτες του ήταν ανεπαρκής. Ως αποδείξεις ανέφερε την κακή κατάσταση των δρόμων, τις μεγάλες αποστάσεις και το γεγονός ότι οι γάτοι είχαν στήσει ενέδρες στους κατηγορούμενους. Τελικά, οι ποντικοί γλίτωσαν με μια απλή επίπληξη.
Το 1713 έγινε στη Βραζιλία μια παρόμοια δίκη. Οι καλόγεροι του μοναστηριού του Αγίου Αντωνίου στην επαρχία Ντε Πεδιάδε έχαναν μήνυση κατά των μυρμηγκιών, διότι αυτά έμπαιναν κατά χιλιάδες στις αποθήκες και έκλεβαν το σιτάρι του μοναστηριού. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μυρμήγκια ζουν όπως τα έμαθε ο Θεός, ζήτησε καταρχήν από τα συμβαλλόμενα μέρη να συμφιλιωθούν και να συμβιβαστούν. Οι μοναχοί αρνήθηκαν, τα μυρμήγκια δε μίλησαν, οπότε το δικαστήριο έβγαλε την ακόλουθη απόφαση: Υποχρέωσε το μοναστήρι να παραχωρήσει έναν ειδικό χώρο στα μυρμήγκια για να ζήσουν εν ειρήνη, μακριά από τις αποθήκες. Προειδοποίησε όμως και τα μυρμήγκια ότι, αν δε συμμορφωθούν με την απόφαση για το νέο τόπο εγκατάστασής τους, τότε θα θεωρηθούν υπότροποι και θα αντιμετωπίσουν την πιθανότητα αφορισμού και θανατικής καταδίκης.Η ιστορική αυτή παλαβωμάρα σταμάτησε με τη Γαλλική Επανάσταση, αν και είχε ξεκινήσει από την αρχαιότητα. Είναι γνωστό ότι στην αρχαία Καρχηδόνα σταύρωναν τα γουρούνια, ενώ η Έξοδος στο ΚΑ’ κεφάλαιο αναφέρει επακριβώς τις ποινές που επιβάλλονταν στα βόδια που πατούσαν ανθρώπους.Αλήθεια, αν υπήρχε ένα δικαστήριο ζώων, πόσους ανθρώπους και με ποιες κατηγορίες θα καλούσε ενώπιον του;
Δημήτρης Καμπουράκης – Μια Σταγόνα Ιστορία – Μέρος Δεύτερο
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
Ειδικές κομμώσεις !!!
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
Κτήμα αυτάρκεια ,
η πρώτη φέτα του 2016
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
Μετά τον κ. Κωστή Παλαμά, το γενάρχη και το σχολάρχη, όπως τον ονόμασαν, των ποιητών μας, έρχεται σήμερα η σειρά του κ. Κώστα Βάρναλη, ποιητή όχι της τελευταίας ώρας (αυτοί συνηθίζουν να σβύνουνται με την ίδια ευκολία που επιβάλλονται), αλλά της πρωτοπορίας. Ο παραπάνω τίτλος, τόσο ζηλευτός και τιμητικός για την ανήσυχη κι αεικίνητη εποχή μας, αξίζει ολωσδιόλου δίκαια να του δοθεί, γιατί ο Βάρναλης δεν αντιπροσωπεύει και δεν πραγματοποιεί μονάχα μια απλή ποιητική αναζήτηση, από τις πολύ φυσικές και συνηθισμένες στην ιστορία της τέχνης, αλλά βρίσκεται επικεφαλής —στον τομέα βέβαια της ιδικής του ασχολίας— ενός κινήματος με γενικότερη σημασία και με απροσδιόριστα ακόμη αποτελέσματα. Γι’ αυτό και οι σημερινοί νέοι, οι φυσικοί σημαιοφόροι, και πρόμαχοι κάθε καινούργιας ιδέας, καλλιτεχνικής ή κοινωνικής, που δεν έπιασε ακόμη ρίζες μες στο χώμα, αναγνωρίζουν στον ποιητή του «Καλού πολίτη» τον αποκλειστικό ποιητή τους, μ’ ένα φανατισμό ολότελα νεανικό, φτάνοντας κάποτε ως την αδικία με το να μην παραδέχονται κανέναν άλλον επί γης. Οι «Μοιραίοι» του, που μες στους καπνούς και τις βρισιές της υπόγειας ταβέρνας κλαίνε την τύχη τους κι ανιστοράνε τις κακομοιριές των, έχουν γίνει ένα από τα δημοτικότερα ποιήματα της νέας γενεάς κι έχουν ανυψωθεί σε αληθινό σύμβολο, μολονότι, εδώ που το ’φερε ο λόγος, δεν πρόκειται παρά για ένα ποίημα με μέτρια τεχνική αξία, από τα παλιότερ’ άλλωστε του ποιητή.Για το Βάρναλη κυκλοφορεί η φήμη πως περνάει τον καιρό του στα κρασοπουλειά, άμα δε ραχατεύει στον καφενέ της Δεξαμενής παίζοντας τάβλι, και πως σπάνια μπορείς να τον πετύχεις αλλού πουθενά. Όμως η διάδοσις αυτή, όπως κι όλες τους, είναι υπερβολική και μπορώ, νομίζω, να την διαψεύσω. Εγώ τουλάχιστο ομολογώ πως δεν εδυσκολεύτηκα καθόλου να τον ανταμώσω και πως κατόρθωσα να του πάρω τη συνέντευξη από την πρώτη στιγμή που τον είδα και τον εγνώρισα. Τον εβρήκα στο σπίτι του, ένα καθόλου πολυτελές ανώγειο της οδού Ζαλοκώστα, το μεσημέρι την ώρα που είχε στρωμένο το τραπέζι κι έτρωγε… ντολμάδες. Ομοτράπεζός του ήταν η κυρία του, με το πατρικό όνομα Μοάτσου, που υπηρετεί στην Αθήνα ως καθηγήτρια της γαλλικής και γράφει και η ίδια στίχους —έχει εκδώσει κιόλας μια συλλογή— ολότελα βέβαια διαφορετικούς από τους επαναστατικούς και υπέροχους του αντρός της.Η ώρα ήταν ακατάλληλη φυσικά για τη δουλειά που πήγα εγώ —ο άνθρωπος πεινούσε κι ήθελε να φάει— αλλά ο ποιητής πρόθυμος κι ευγενικός, μου ’δωσε την άδεια ν’ αρχίσω. Κι έτσι μαζί με τις μπουκιές του… κατάπινε και τις ερωτήσεις μου.— Θα σάς ρωτήσω ό,τι θυμηθώ και θα μου απαντήσετε όπως σας αρέσει. Θα σας ακούω και δε θα κρατώ σημειώσεις…— Σύμφωνοι. Λέγετε!Η τελευταία λέξη μου ’ρχεται σαν απήχηση παλιά των γυμνασιακών χρόνων και θυμάμαι το… δεύτερο επάγγελμα του ποιητή,— Εκάνατε καθηγητής στο γυμνάσιο, του λέω, δυναμώνοντας όμως τη φωνή μου, γιατί, καθώς είχα μάθει και καθώς ξέρουνε πολλοί, ο ποιητής πάσχει από βαρηκοΐα.— Ναι, κάθισα κάμποσα χρόνια. Όταν όμως έβγαλα το «Φως που καίει», μ’ έδιωξαν για τα φρονήματά μου. Ήμουνα τότε, όταν συστήθηκε η Παιδαγωγική Ακαδημία με διευθυντή το Γληνό, καθηγητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αλλά ύστερ’ από ένα χρόνο καταργήθηκε κι αυτή η σχολή.— Τι εντυπώσεις σας έχουν μείνει από το σκολειό; Ευχάριστες, δυσάρεστες; πώς τα πηγαίνατε με τα παιδιά;— Α, τα παιδιά μ’ αγαπούσανε πάντα. Μ’ αγαπούσανε, αλλά μαζί και με υπέβλεπαν, όπως συμβαίνει μ’ όλους τους δασκάλους. Έτσι γίνεται με τα παιδιά. Μπορεί να σ’ έχουν στην καρδιά τους, αλλά την ίδια στιγμή θέλουν να σου βγάλουν το μάτι. Προσπαθούν να βρουν το πάτημά σου και μόλις κάνεις να γυρίσεις λιγάκι, αρχίζουν την κοροϊδία. Καλά είναι τα παιδιά, αλλά εγώ δεν θα μπορούσα να ξαναγυρίσω κοντά τους, με το κουσούρι που έχω. Αν ήσαν λίγα, καμιά δεκαιριά, ή μεγάλα και δεν εχρειάζονταν εξετάσεις, κάτι γινόταν. Έτσι όμως… Α, κι ένα άλλο. Τα παιδιά ώς ένα διάστημα είναι καλά. Πέρα όμως απ’ τα δώδεκα, τα δεκατρία χρόνια αρχίζουν να γίνονται Έλληνες, ψεύτες, πατριώτες, κι άστα…Ρωτώ για την καταγωγή και τα πρώτα του χρόνια και μαθαίνω πως γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας, από Έλληνες εγκατεστημένους εκεί. Προέρχεται από τη μεσαία κοινωνική τάξη κι ο πατέρας του ήταν δερματέμπορος, όπως μου είπε η κυρία του, παπουτσής, όπως μου τόνισε ο ίδιος, χωρίς όμως να καταλάβω αν η διαφορά ήταν απλή διαφορά λέξεων. Έχει κάμποσα αδέρφια ακόμα κι ένας μάλιστα απ’ αυτούς χρημάτισε διευθυντής σ’ ένα τραπεζιτικό κατάστημα της Σόφιας.— Κανένας τους όμως δεν γράφει, μου εξήγησε σε σχετική ερώτηση ο ποιητής. Α, όλα κι όλα… Αυτή η κατάρα έπεσε μονάχα σέ μένα.— Μείνατε πολύ στη Βουλγαρία;— Καλύτερα να ’μενα για πάντα, να μην ερχόμουν ποτέ στην Ελλάδα, μου άπαντά με πίκρα και με κάποια αποστροφή στο πρόσωπό του, που είναι σχεδόν αναπόσπαστη από την έκφρασή του κι έχει βάλει, θαρρείς, τη σφραγίδα της απάνω του. Φεύγοντας από κει πήγα στη Φιλιππούπολη και τελείωσα το γυμνάσιο. Κατόπιν ήρθα στην Αθήνα και γράφτηκα στο πανεπιστήμιο όπου παρακολούθησα και πήρα δίπλωμα φιλολογίας.— Θυμάστε τίποτε από τότε;— Ένα μηδενικό που μου ’βαλε ο Μιστριώτης. Οι καθηγητές ήσαν και τότε χωρισμένοι σέ κόμματα. Άμα λοιπόν ο φοιτητής πήγαινε με το μέρος του ενός, ο άλλος τον κατάτρεχε. Έτσι κι εγώ πήρα το μηδενικό από το Μιστριώτη, επειδή στους αντιπάλους του είχα καλούς βαθμούς. Δούλευαν και τότε οι χαφιέδες στο πανεπιστήμιο…— Κάνατε καθόλου ταξίδια;— Ναι, πέρασα δυο – τρία χρόνια στο Παρίσι. Στην αρχή είχα πάει με υποτροφία. Κόπηκε όμως και γύρισα. Αλλά ξαναπήγα αργότερα, πριν από πεντέξι χρόνια. Παρακολούθησα και μαθήματα αισθητικής και νεοελληνικής, από τον Μπας και…— Τον Περνό! συμπληρώνω– Α, τον έχετε ακουστά; Σπουδαίος κι’ αυτός. Μέγα μηδενικόν!Προσέχω πως ο Βάρναλης, κάθε φορά που θέλει να ειρωνευτεί ή να σαρκάσει, αντί να κάμει μορφασμούς και χειρονομίες ή να φωνάξει δυνατά σαν τους άλλους, περιορίζεται να ρίχνει καμιά καθαρευουσιάνικη λέξι, διατηρώντας πάντα αμετάβλητο το στεγνό κι αγέλαστο πρόσωπό του, με τις ζωηρές κιόλας ζάρες και με τα ψαρά μαλλιά.— Πώς σας εφάνηκε το Παρίσι;— Πολύ ωραία πόλις. Έχει απ’ όλα. Φαγιά, κρασί, γυναίκες…— Κάνατε παρέα με Γάλλους;– Προ πάντων με… Γαλλίδες!— Εδώ πέρα;— Εδώ είναι απελπισία. (Και παίρνει τον κατήφορο). Εδώ δεν μπορεί κανείς ούτε να ζήσει. Οι καλλιτέχνες είναι σκλάβοι, η θέση τους φοβερή… για να δημιουργήσεις, χρειάζεται να ’χεις άνεση και κέφι, να περνάς μια ζωή «οτσιόζαμ», τεμπέλικη, όπως λεν κι οι Λατίνοι. Και πότε στο διάβολο να γράψεις και να διαβάσεις, όταν δουλεύεις οχτώ-εννιά ώρες την ημέρα, στη σύνταξη των λεξικών, δουλειά πληρωμένη; Το λογοτεχνικό βιβλίο δεν πουλιέται, θα το δουν δέκα άνθρωποι. Μην κοιτάτε μένα που έχω κάποια φίρμα και μ’ αγοράζουν. Εδώ οι λογοτέχνες, για να μπορέσουν να προκόψουν, ή διορίζονται σε δημόσιες θέσεις καλές ή γίνονται συγγραφείς… διδακτικών βιβλίων. Ναι, ναι, αυτά έχουν πέραση σήμερα κι αυτή είναι η αλήθεια…— Και σεις πώς ζείτε;— Δεν σας είπα; Στα λεξικά! Πότε στο ένα, πότε στο άλλο. Πότε μόνιμος, πότε αναπληρωματικός…— Και δεν απελπίζεστε;— Βέβαια. Ελπίζω όμως κάποτε. Λέω πως κάτι μπορεί να γίνει. Αν και μεις δε θα δούμε τίποτε. Αγωνιζόμαστε για τους αυριανούς, για τα παιδιά μας… Που λέτε, ένας άνθρωπος, στη σημερινή κοινωνία, μονάχα κατά δύο τρόπους μπορεί να συντηρηθεί, ή κλέπτων ή ψευδόμενος. Εγώ προτίμησα το δεύτερο. Και δουλεύω στα λεξικά από το πρωί ως το βράδυ…— Και πότε γράφετε;— Μα δε γράφω… Γιατί να γράψω; Για τη δόξα; Αφού δε βγαίνουν χρήματα…— Και όμως σκοπεύετε να ξαναβγάλετε το «Φως που καίει».— Ναι, ολότελα διορθωμένο κι αλλαγμένο, αλλιώτικο απ’ το πρώτο. Το βγάζω όμως για παράδες. Αν δεν ήταν γι’ αυτό, τι χρειαζόταν; Και στίχους δεν ξανάγραψα πια ύστερ’ απ’ τούς «Σκλάβους πολιορκημένους». Γιατί να τους γράψω; για να λέγομαι από άλλους μέγας, από άλλους ελάχιστος, καλύτερος από τον έναν, χειρότερος από τον άλλον;…Ο τόνος της φωνής του παίρνει σ’ αυτό το σημείο μιαν ειλικρίνεια συγκινητική, σχεδόν τραγική. Κι αληθινά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις, άμα τον ζυγώσεις, πως αυτός ο περιγελαστής και σαρκαστής, που χαχανίζει για να μην κλάψει, είναι ένας άνθρωπος τραγικός κι αληθινός όσο λίγοι του καιρού μας.— Και την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη», συνεχίζει, την έβγαλα μονάχα για να κερδίσω και να βρίσω… Έτσι κάνει ο τεχνίτης. Βγάζει με το έργο το άχτι του. Κι έπειτα έρχεται η δόξα, όταν είναι να ’ρθει. Αλλά και πάλι, αν υποτεθεί πως διακρίνεσαι, έρχεται άλλος και σε σκεπάζει. Και στο τέλος ο θάνατος…— Κάποτε είχατε κάμει στον «Παρνασσό» μια ομιλία για το Βιζυηνό. Τι απόγινε;— Την έκανα κομμάτια. Ήταν όλο ενθουσιασμούς και ρομαντισμούς. Το ίδιο κάνω για όλα μου τα παλιά. Τρέμω μήπως βρεθεί στα χαρτιά μου κανένα απ’ τα υπολειπόμενα που να με ρεζιλέψει…— ‘Ώστε λογαριάζετε, βλέπω, την υστεροφημία…— Όχι σαν μέλλον, σαν τίμημα του παρόντος.— Έστω. Γράφατε πολύ νέος στίχους;— Από μαθητής. Και τους δημοσίευα σ’ επαρχιακά φύλλα. Παν αυτοί πια…Ήθελα να του προσθέσω πως παν όχι μονάχα αυτοί, αλλά κι η πρώτη του συλλογή, οι «Κερήθρες», αλλά βαστάχτηκα και δεν του ξανάφερα στο νου δυσάρεστες αναμνήσεις.— Μπορώ τώρα να σας ρωτήσω για μερικούς λογοτέχνας μας;— Ό,τι θέλετε.— Ποιους πεζογράφους εκτιμάτε;— Τον Παπαδιαμάντη που είναι άφθαστος, το Βουτυρά που έχει τεράστιο ταλέντο, φτάνει να μην ανακατεύεται με… ουράνια θέματα, και από τους τελευταίους πολύ—πολύ το Μυριβήλη και το Βενέζη…— Ποιητές;— Α, να σας πω. Όταν ήρθα εγώ, βρήκα έτοιμες αυθεντίες, όπως τον Παλαμά, να πούμε. Είναι μεγάλη η σημασία του και για τ’ άλλα, αλλά προ πάντων για το δημοτικισμό. Έπειτα έκανα ταχτικά συντροφιά και κουβέντα με το Μαρτζώκη. Εκτιμώ ακόμα το Γρυπάρη, το Μαλακάση, τον Πορφύρα, τον Καβάφη, το Φιλύρα. Αυτούς όλους τούς θαυμάζω, άλλον λιγότερο, άλλον περισσότερο. Εδώ δεν υπάρχουν βαθμολογίες. Δεν είναι όπως το σκολειό, όπου η γυναίκα μου μετράει και βάζει —εννιά, εννιάμισι, πέντε, πεντέμισι…— Για τον Καρυωτάκη, τι γνώμη έχετε;— Μου αρέσει πάρα πολύ. Τον έχω μες στην καρδιά μου. Εκφράζει τις διαθέσεις μου…Παραξενεύομαι και του το λέω.— Μα κι εγώ είμαι απαισιόδοξος, απαντά, με τη διαφορά ότι προχώρησα λίγο παρακάτω. Δε μπορούσα να βαστάξω αυτή τη δυστυχία κι έλεγα κάτι να ιδώ, να γελάσω τον εαυτό μου. Η διαφορά μεταξύ των δυο μας είναι μονάχα τοπική, όχι αξιολογική…— Θα σας ρωτήσω ακόμα για δυο άλλους… συνομηλίκους σας, το Σικελιανό και τον Καζαντζάκη.— Ο πρώτος έχει μέγα τάλαντον και μέγαν ταρταρινισμόν, έχει γράψει στίχους θαυμαστούς και στίχους αρλούμπες. Είναι φοβερά ασυγκέντρωτος και ακατάστατος. Όσο για τον άλλον… μηδέν τάλαντον. Ξέρει μονάχα και γράφει ωραία. Σαν τους παλιούς Αλεξανδρινούς, τον Απολλώνιο το Ρόδιο…Βρίσκω πως αρκετά βασάνισα τον ποιητή με την ανάκρισή μου, τον ευχαριστώ και τον αποχαιρετώ μαζί με την υποχρεωτική κυρία του. Πριν φύγω του ζητώ μια φωτογραφία και βάζει τη γυναίκα του να ψάξει.— Αυτήν, αυτήν να του δώσεις, όχι την άλλη… Αυτή με δείχνει γέρον… όπως και είμαι … Σαρανταοχτώ χρόνων. * Ίσως χρειάζεται εξήγηση ο ταρταρινισμός, που καταλογίζει ο Βάρναλης στον Σικελιανό. Είναι η καυχησιολογία, ο κομπασμός αλλά και ο ψευτοπαλικαρισμός -μια λέξη που γεννήθηκε από τον λογοτεχνικό ήρωα Ταρταρίνο (Tartarin) του Αλφόνς Ντοντέ.
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
Καλημέρα
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
Κλείσαμε τα 57!!!!
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
Μπριζόλες και πρόσταγμα !!!
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
Γενέθλια ο πρόεδρος !!!!
Χρόνια πολλά ,καλά , δημιουργικά και προεδρικά!!!!
Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Εθνική ποδοσφαίρου της Αλβανίας κατάφερε –μέσα από έναν πολύ δύσκολο όμιλο– να προκριθεί στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Σήμερα παίζει το πρώτο της παιχνίδι στη Γαλλία. Το inside story μίλησε με ποδοσφαιριστές και φιλάθλους που ζουν στην Ελλάδα, αλλά σήμερα ειδικά, είναι 100% Αλβανοί.
Έχει αρχίσει να σουρουπώνει κι ο αττικός ουρανός πάνω από τα εργοστάσια στον Ελαιώνα, λίγες δεκάδες μέτρα από την Ιερά Οδό, έχει πάρει ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα. Η μυρωδιά στα κλειστά γήπεδα πλάι στη λεωφόρο Κηφισού είναι βαριά, κάτι ανάμεσα στο καουτσούκ του πράσινου τάπητα και τον ιδρώτα των παικτών.
Το ραντεβού μας με τον Μαρτίν είναι για τις επτάμιση το απόγευμα. Ο 52χρονος Αλβανός με χαιρετάει από μακριά για να μου δείξει ποιος είναι. Έχει γύρω του άτομα διαφόρων ηλικιών, από τα 15 έως τα 60. Είναι όλοι τους Αλβανοί, που κάθε τόσο μαζεύονται και παίζουν μπάλα σε 5Χ5.
Ο Ιλίρ Πέτρο, κάτοικος Αλβανίας και ποδοσφαιριστής της Περμετί, ομάδα της Γ’ Εθνικής Αλβανίας.
Κάποιοι από αυτούς παίζουν και επαγγελματικά. Στην αρχή απόμακροι και σιγά-σιγά πιο φιλικοί απέναντί μου, φορούν φανέλες με το αλβανικό εθνόσημο και της εθνικής τους ομάδας προτού ξεκινήσουν να παίζουν μπάλα. Γι’ αυτούς το φετινό καλοκαίρι έχει πρωτοφανείς ποδοσφαιρικές διαστάσεις, καθώς η χώρα τους θα συμμετάσχει για πρώτη φορά στην ιστορία της σε Euro. Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού μιλούν μεταξύ τους αλβανικά, φωνάζουν, κοντράρονται. Ανάμεσά τους ο Ιλίρ Πέτρο, 20 ετών, που ζει στην Αλβανία και αγωνίζεται με την Περμετί, ομάδα της Γ’ Εθνικής κατηγορίας. «Είμαι πολύ χαρούμενος και περήφανος για την εθνική Αλβανίας. Μπορούμε να γίνουμε η Λέστερ του Euro και να κάνουμε την έκπληξη». Παίζει μπάλα φέροντας τον αλβανικό δικέφαλο και κάθε φορά που σκοράρει σχηματίζει με τα χέρια του τον αετό της Αλβανίας. Ο Μαρτίν τον βλέπει και γελά, και στο επόμενο γκολ που σκοράρει κάνει κι αυτός το ίδιο.
«Έπαιζα με ελληνικό όνομα γιατί δεν είχα χαρτιά»
Ο Μαρτίν Πρένγκα πέρασε τα ελληνοαλβανικά σύνορα πριν από 24 χρόνια. «Ήρθα παράνομα στην Ελλάδα, η Αλβανία δεν με σήκωνε ούτε πολιτικά, ούτε οικονομικά» λέει. «Με έπιασαν ίσα με 10 φορές και με έστειλαν πίσω. Αλλά εγώ κάθε φορά επέστρεφα».
Ο Μαρτίν Πρένγκα, παλαίμαχος ποδοσφαιριστής της Παρτιζάν Τιράνων.
Πριν την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος, ο Μαρτίν ήταν ποδοσφαιριστής της Παρτιζάν Τιράνων, που αγωνιζόταν στην Α’ κατηγορία του αλβανικού ποδοσφαίρου. Οι συχνοί τραυματισμοί ωστόσο τον ανάγκασαν να παίξει σε υποδεέστερες ομάδες, «μέχρι που ήρθε το 1990, τότε που όλα άλλαξαν και μπήκε η Ελλάδα στη ζωή μας». Η μετανάστευση δεν εμπόδισε τον “παράνομο”, τότε, Μαρτίν να ασχοληθεί με το πάθος του, το ποδόσφαιρο. Αγωνίστηκε με τις ελληνικές ομάδες Νίκη Βόλου και ΠΑΟΚ Κυριακίου της Γ’ Εθνικής. «Έπαιζα με ελληνικό όνομα γιατί δεν είχα χαρτιά» λέει χαμογελώντας. Μετά το πέρασμά του από τη Γ’ Εθνική συνέχισε σε τοπικά πρωταθλήματα. «Το 1998 πήρα χαρτιά και δοκιμάστηκα από τον Εθνικό Πειραιώς, όπου και παραλίγο να υπογράψω το πρώτο μου επαγγελματικό συμβόλαιο. Έπαθα ωστόσο ρήξη χιαστών σε ένα φιλικό κόντρα στον Ακράτητο και πάει η ευκαιρία». Σήμερα, κάνει τα πρώτα του βήματα στην προπονητική.
Το όνειρο του Μαρτίν είναι να δημιουργήσει μία αλβανική ομάδα, που θα συμμετέχει στα πρωταθλήματα. «Θέλουμε να φτιάξουμε ένα αθλητικό σωματείο σαν τον Απόλλωνα Σμύρνης και τον ΠΑΟΚ, που ιδρύθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και γιατί όχι, μια μέρα μπορεί να φτάσουμε στις επαγγελματικές κατηγορίες. Το ποδόσφαιρο έχει πολλές βρωμιές και θέλω να προστατεύσω όσο περισσότερους Αλβανούς μπορώ».
Ρωτώ για την πρόκριση της Αλβανίας στο Euro, καθώς η χώρα συμμετέχει για πρώτη φορά σε τελική φάση μεγάλης διοργάνωσης. «Η πρόκριση έκανε περήφανους όλους τους Αλβανούς» λέει και χαμογελά. Η συζήτηση πάει από το ποδόσφαιρο στο Κόσοβο. «Είμαι περήφανος για την αλβανική καταγωγή μου και θέλω όλοι οι Αλβανοί να ανήκουν σε ένα κράτος. Ως Αλβανοί θέλουμε το Κόσοβο να γίνει ένα με την Αλβανία».
Ένα «όψιμο» ευρωπαϊκό έθνος
Πού ξεκινά όμως το νήμα του αλβανικού εθνικισμού; Το 1878 συστήνεται στην Πρισρένα, μία πόλη του Κοσόβου, ο «Αλβανικός ΣύνδεσμοςΒικιπαίδεια». Πυρήνας της οργάνωσης είναι μια ομάδα Αλβανών που βλέποντας την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία να εποφθαλμιούν τα τέσσερα αλβανικά σαντζάκια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποφασίζουν να χαράξουν τον δικό τους δρόμο για την ίδρυση ενός μεγάλου εθνικού κράτους, τη λεγόμενη «Μεγάλη Αλβανία», η οποία νοητά θα περιλαμβάνει και εδάφη που διεκδικεί η Ελλάδα. Μεταξύ των δύο εθνών θα είναι για χρόνια σημείο τριβής το «διαμάντι της Ηπείρου», τα Ιωάννινα.
Λίγες δεκαετίες αργότερα, όταν Ελλάδα, Σερβία και Βουλγαρία βάζουν τέλος στην οθωμανική κυριαρχία στη χερσόνησο του Αίμου με τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1911), οι Αλβανοί δεν έχουν ακόμα κατορθώσει να συστήσουν το κράτος τους. Ο διαχωρισμός τους σε καθολικούς και ορθόδοξους και η πολιτισμική ποδηγέτησή τους από το “ελληνικό” Οικουμενικό Πατριαρχείο συντελούν στην όψιμη αφύπνιση του αλβανικού εθνικισμού, σε σύγκριση με άλλους λαούς των Βαλκανίων. Γίνονται κράτος μόλις το 1913, κυρίως ως αποτέλεσμα ζυμώσεων μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και της πίεσης της Ιταλίας, που επιθυμεί να αποκλείσει την Αυστροουγγαρία, τη Σερβία και την Ελλάδα από την Αδριατική, έχοντας στις απέναντι ακτές ένα κράτος του χεριού της.
Η καθυστερημένη ακμή του αλβανικού εθνικισμού σε συνδυασμό με την εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού, προκάλεσε στον αλβανικό λαό εθνικιστικό σοκ, όταν έπεσε το ανατολικό μπλοκ. Τσάμηδες και χάρτες με τη Μεγάλη Αλβανία από το Μαυροβούνιο μέχρι την Πρέβεζα άρχισαν και πάλι να κάνουν την εμφάνισή τους, σε έναν λαό που έψαχνε την ταυτότητά του στο μεταψυχροπολεμικό γίγνεσθαι. Σε όλα αυτά ήρθε να προστεθεί το Κόσοβο, το σημείο όπου ο αλβανικός και ο σέρβικος εθνικισμός συγκρούστηκαν με ένταση και βιαιότητα που θύμισαν τις συγκρούσεις των αρχών του 20ού αιώνα.
Ποδόσφαιρο κι εθνικισμός
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη συμμετοχή της εθνικής Αλβανίας στο Euro 2016; Ίσως πρέπει να ανατρέξουμε έναν και πλέον αιώνα πίσω –στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 που έλαβαν χώρα στην Αθήνα– και να αναρωτηθούμε πόσο σημαντική υπήρξε εκείνη η Ολυμπιάδα για την “κολοβή” Ελλάδα του 19ου αιώνα που αναζητούσε τη θέση της στον νέο κόσμο των εθνών-κρατών. Ο ενθουσιασμός μεταξύ των θεατών στην τελετή λήξης στο Καλλιμάρμαρο ήταν τέτοιος, που οι Έλληνες τραγούδησαν τον εθνικό ύμνο δύο φορές, έχοντας κυριευθεί από εθνικιστική έξαρση.
Αν και η ελληνική κοινωνία έχει απαλλαγεί από τον “αλυτρωτικό εθνικισμό” που αιματοκύλησε τα Βαλκάνια τον 19ο και τον 20ό αιώνα, η Αλβανία για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω είναι ακόμα “επιρρεπής” σε αυτή τη μορφή εθνικισμού, που εμπνέει όνειρα για τη «Μεγάλη Αλβανία». Και τα ποδοσφαιρικά γήπεδα είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου εκφράζονται αυτές οι τάσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα επεισόδιαΆρθρο του Έθνους που συνέβησαν το 2014 κατά τη διάρκεια ενός αγώνα Σερβίας-Αλβανίας. Στις 11 Οκτωβρίου 2014, ο 32χρονος Ισμαΐλι Μορινάι περνάει οδικώς τα κροατο-σερβικά σύνορα με το ιταλικό αυτοκίνητό του. Φτάνει στο Βελιγράδι, όπου νοικιάζει δωμάτιο σε ξενώνα απέναντι από το γήπεδο της Παρτιζάν, όπου στις 14 του μήνα πρόκειται να διεξαχθεί η ποδοσφαιρική αναμέτρηση. Η κατάσταση μυρίζει μπαρούτι, αφού πρόκειται για το πρώτο παιχνίδι μεταξύ των δύο χωρών μετά τα γεγονότα στο Κόσοβο.
Στο 41ο λεπτό, πάνω από τον αγωνιστικό χώρο κάνει την εμφάνισή του ένα drone, από το οποίο κρέμεται η σημαία της Μεγάλης Αλβανίας. Εκτός από περιοχές που ανήκουν στο Μαυροβούνιο, την Ελλάδα και την ΠΓΔΜ, στο χάρτη περιλαμβάνεται το Κόσοβο. Ο Σέρβος ποδοσφαιριστής Στέφαν Μίτροβιτς κατεβάζει τη σημαία και Αλβανοί παίκτες του επιτίθενται. Η συμπλοκή γενικεύεται με την εισβολή Σέρβων οπαδών που ξυλοκοπούν Αλβανούς παίκτες. Οι σέρβικες αρχές συλλαμβάνουν τον αδερφό του Αλβανού πρωθυπουργού, Όλσι Ράμα. Υπεύθυνος για την επιχείρηση-σημαία αποδεικνύεται μετά από έρευνες ότι είναι ο Μορινάι, που κατηύθυνε το τηλεκατευθυνόμενο αεροπλανάκι από το δωμάτιό του, απέναντι από το γήπεδο.
Μία “Εθνική Αλβανίας” για τους Αλβανούς της Ελλάδας
Στην παραπάνω περίπτωση, η λαϊκότητα και μαζικότητα του ποδοσφαίρου χρησιμοποιήθηκαν για εθνικιστική προπαγάνδα. Ποια είναι όμως η μεγάλη εικόνα και, συγκεκριμένα, πώς συνδέουν οι Αλβανοί το ποδόσφαιρο και τις πρόσφατες επιτυχίες της εθνικής τους ομάδας με το παρελθόν και το μέλλον της χώρας τους;
Στα γραφεία της Ομοσπονδίας Αλβανικών Συλλόγων στην Ελλάδα συνάντησα τους Μπενάρντ Βελιού και Νίκο Πέπα, Αλβανούς που εδώ και πολλά χρόνια ζουν στην Αθήνα. Οι δύο τους ίδρυσαν το 2003 την ApoloniaΗ σελίδα της ομάδας στο facebook, μία ερασιτεχνική ομάδα ποδοσφαίρου αμιγώς αλβανική. Ο κ. Βελιού, παλαίμαχος ποδοσφαιριστής στα γήπεδα της Γ’ Εθνικής και πλέον προπονητής της αλβανικής ομάδας, λέει στο inside story πως «το εθνικό συναίσθημα και η αγάπη μας για την πατρίδα έπαιξε σημαντικό ρόλο όταν αποφασίσαμε να φτιάξουμε την Apolonia. Όταν αφήσαμε την Αλβανία για να έρθουμε εδώ ζήσαμε δύσκολα χρόνια και, αφού σταθήκαμε στα πόδια μας, θέλαμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον. Υπογράφαμε συμβόλαια σε άλλες ομάδες και ποτέ δεν μας έδιναν όλα τα χρήματα. Θέλαμε να βάλουμε τέλος σε αυτό, να βοηθήσουμε Αλβανόπουλα με ταλέντο να προχωρήσουν στο ποδόσφαιρο. Είχαμε στόχο να φτιάξουμε μία ομάδα που θα είναι κομμάτι της αλβανικής κοινότητας στην Ελλάδα».
Ο αρχηγός της Apolonia, Νίκος Πέπα, πλάι στον Σκεντέρμπεη.
«Στην αρχή είχαμε πολλές δυσκολίες» λέει ο Νίκος, που στα 33 του χρόνια είναι ο αρχηγός της ομάδας. «Όλοι μας έλεγαν “είστε τρελοί; Πώς θα φτιάξετε ολόκληρη ομάδα;”. Τελικά τα καταφέραμε και πλέον τα πάμε πάρα πολύ καλά». Η Apolonia συμμετέχει πλέον στο anexartito.grΟ ιστότοπος, τo μεγαλύτερο ανεξάρτητο ερασιτεχνικό πρωταθλήματα στα Βαλκάνια. Πέρυσι κατόρθωσε να αναδειχθεί για πρώτη φορά πρωταθλήτρια στη Β’ κατηγορία, ενώ φέτος βρίσκεται ήδη στα ημιτελικά του κυπέλλου. «Μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος, πολλοί φίλοι μας έπαιρναν τηλέφωνο για να μας δώσουν συγχαρητήρια. Πάρα πολλά νέα παιδιά από την Αλβανία ήθελαν να παίξουν στην ομάδα μας. Ξαφνικά εμφανίστηκαν μπροστά μας 100 άτομα» λέει ο κ. Βαλιού. «Εμείς ουσιαστικά επιλέγουμε τους καλύτερους».
Η συζήτηση με τον Μπενάρντ και τον Νίκο γίνεται σε μία αίθουσα γεμάτη από μορφές της αλβανικής ιστορίας. «Εδώ, δίπλα στον καλύτερο» δείχνει ο Μπενάρντ όταν ψάχνουμε ένα σημείο να καθίσουμε και να τραβήξουμε φωτογραφίες. Ο «καλύτερος» είναι ο ΣκεντέρμπεηςΒικιπαίδεια, άρχοντας και στρατιωτικός του 15ου αιώνα που θεωρείται ο εθνικός ήρωας της χώρας. Πλάι του βρίσκεται η φωτογραφία του Αντέμ ΓιασάριWikipedia, για τους Αλβανούς ο εθνικός ήρωας του Κόσοβου, οποίος συγκρούστηκε τη δεκαετία του ’90 με τους Σέρβους με σκοπό την απελευθέρωση των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου.
Προσωπικότητες της αλβανικής διανόησης, τέχνης και αθλητισμού, στα γραφεία της Ομοσπονδίας Αλβανικών Συλλόγων στην Ελλάδα.
Σε άλλο τοίχο της αίθουσας φιγουράρουν προσωπικότητες της αλβανικής διανόησης, κουλτούρας και αθλητισμού. Είναι στην πλειοψηφία τους μορφές άγνωστες στη Δύση, καθώς οι περισσότεροι από αυτούς έδρασαν στα ασφυκτικά πλαίσια του καθεστώτος Χότζα, με αποτέλεσμα η προσφορά τους να έχει περιοριστεί στις τέσσερις γωνιές της Αλβανίας. Καθώς ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας, Έντμοντ Γκούρι, μου λέει δυο λόγια γι αυτούς που άφησαν το στίγμα τους στην αλβανική κοινωνία, αντιλαμβάνομαι πως πρόκειται για έναν λαό που, απομονωμένος για 40 και πλέον χρόνια, θέλει να δείξει στον υπόλοιπο κόσμο ό,τι έχει κατορθώσει στην πρόσφατη εθνική ιστορία του.
Πέρα από την Apolonia, οι παίκτες της ομάδας μαζεύονται συχνά με Aλβανούς ποδοσφαιριστές απ’ όλη την Ελλάδα και σχηματίζουν μία “μεικτή εθνική”, παίζοντας φιλικά με άλλες “εθνικές ομάδες”. «Από μικρός που είχα έρθει στην Ελλάδα μου άρεσε να παίζω με συμπατριώτες μου, με ανθρώπους που έχουν περάσει τις ίδιες εμπειρίες μαζί μου. Η πατρίδα και οι δυσκολίες της μετανάστευσης μας ένωσαν και μας έκαναν να έχουμε ένα καλύτερο δέσιμο μεταξύ μας. Η Apolonia και η “μεικτή Αλβανίας” έγιναν μία πατρίδα για εμάς» λέει ο Νίκος.
Τον περασμένο Μάιο η Apolonia έπαιξε φιλικό παιχνίδι με την Πούκα, ομάδα της Α’ εθνικής στην Αλβανία, με την οποία ήρθαν 4-4. «Κανένας δεν το πίστευε στην Αλβανία» λέει ο Νίκος γελώντας. «Ήταν για όλους μία έκπληξη».
Το “εθνικό θαύμα” του Euro
Πολύ μεγαλύτερη, σε εθνικό επίπεδο, ήταν η έκπληξη μετά την πρόκριση της χώρας στα τελικά του Euro 2016. «Πάντα μας υποτιμούσαν ως ομάδα γιατί δεν είχαμε πάει ποτέ σε μεγάλη διοργάνωση» λέει στο inside story o 23χρονος Εργκίς Κάτσε, διεθνής παίκτης του ΠΑΟΚ που θα εκπροσωπήσει την Αλβανία στα γήπεδα της Γαλλίας. «Η πρόκρισή μας είναι μία δικαίωση απέναντι σε όσους δεν πιστεύουν στους Αλβανούς παίκτες. Είναι μεγάλη τιμή για μας να παίξουμε με το εθνόσημο στο Euro».
Οι Αλβανοί ποδοσφαιριστές σχηματίζουν το δικέφαλο αετό της Αλβανίας.
Μετά την επικράτηση με 3-0 επί της Αρμενίας, «πολλοί φίλοι και συμπαίκτες μας έπαιρναν τηλέφωνο για να μας δώσουν συγχαρητήρια. Την επομένη χιλιάδες Αλβανοί συγκεντρώθηκαν στο κέντρο των Τιράνων για να γιορτάσουν μαζί μας την πρόκριση. Συμβαίνει σπάνια να είναι οι Αλβανοί τόσο χαρούμενοι. Περίμεναν χρόνια αυτή τη συμμετοχή».
Ο Εργκίς Κάτσε ήρθε στην Ελλάδα όταν ήταν τριών χρόνων, κάνοντας τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στη βόρεια Ελλάδα. «Από μικρός πήγαινα συχνά στην Αλβανία. Περάσαμε δύσκολα, μεγάλη φτώχεια. Τώρα οι Αλβανοί έχουν κάνει αρκετά βήματα και η χώρα είναι καλύτερα οργανωμένη. Νιώθουμε πολύ όμορφα που η πατρίδα μας τα πάει καλά και εμείς είμαστε κομμάτι σε αυτή την προσπάθεια μέσα από το ποδόσφαιρο. Όπου κι αν φτάσουμε ως έθνος, δεν πρέπει να ξεχάσουμε από πού ξεκίνησε η Αλβανία πριν από 25 χρόνια».
Πριν από ένα χρόνο, μια σελίδα στο facebook με το όνομα του νεαρού παίκτη, την οποία διαχειρίζονται φίλαθλοι του ΠΑΟΚ και συμπατριώτες του Κάτσε, ανάρτησε φωτογραφία του με μπλούζα του UCK, της αλβανικής παραστρατιωτικής οργάνωσης που επεδίωκε την απόσχιση του Κόσοβου από τη Γιουγκοσλαβία και την προσάρτησή του στην Αλβανία. Η ανάρτηση προκάλεσε αντιδράσεις στους οπαδούς του ΠΑΟΚ και ο Κάτσε απείχε από τα παιχνίδια της ομάδας για δύο μήνες. Ο διεθνής Αλβανός ζήτησε συγγνώμη και κατέβασε τη φωτογραφία, αναφέροντας σε ποστ πως «δεν είχα ιδέα τι σημαίνει η φώτο» και πως «δεν με εκφράζει ο UCK». Σήμερα, στην επίσημη σελίδα του ΚάτσεΗ σελίδα του στο Facebook υπάρχουν φωτογραφίες που αναφέρονται στην ανεξαρτησία της Αλβανίας, χωρίς εθνικιστικές αναφορές.
Παρόλα αυτά το Κοσσυφοπέδιο παραμένει σημείο τριβής με ποδοσφαιρικές διαστάσεις. «Το Κόσοβο έμεινε εκτός των αλβανικών συνόρων το 1913, όταν ιδρύθηκε το αλβανικό κράτος» λέει ο κ. Βαλιού. «Κι επειδή το ποδόσφαιρο πάλι δίνει απαντήσεις, ψάξτε την ιστορία των Κοσοβάρων που παίζουν στην εθνική του Κόσοβου. Οι περισσότεροι έχουν χάσει τις οικογένειές τους από τη σφαγή του Μιλόσεβιτς το 1999. Αυτά τα ζήσαμε πριν από λίγα χρόνια και γι’ αυτό υπάρχει αναπόφευκτα μεγάλη κόντρα μεταξύ των δύο κρατών. Αυτή η κόντρα μεγαλώνει όταν οι Σέρβοι αφήνουν χούλιγκαν να μπαίνουν στο γήπεδο και να χτυπάνε Αλβανούς παίκτες, όπως έγινε στο παιχνίδι του 2014. Σέρβοι με μαχαίρια βρίσκονταν τότε στις κερκίδες», προσθέτει ο ίδιος.
«Ένα χωράφι είναι η Αλβανία και το Κόσοβο. Έχουμε τις ίδιες νοοτροπίες και την ίδια ιστορία. Το Κόσοβο και η Αλβανία δεν γίνεται να μην ενωθούν κάποια στιγμή. Κι αν αυτό δεν γίνει με πόλεμο –και καλύτερα να μην γίνει με πόλεμο– θα γίνει οικονομικά», λέει ο Πετρίτ Σελμάνι, ο 46χρονος πρόεδρος της Apolonia.
Όπως ο Σελμάνι, έτσι και οι περισσότεροι συμπατριώτες του φαίνεται πως δεν επιθυμούν να φτάσουν τα πράγματα στα άκρα. «Αν και η συντριπτική πλειοψηφία των Αλβανών τάσσεται υπέρ της ένωσης του Κοσόβου με την Αλβανία, η πρακτική νοοτροπία των Αλβανών και τα αισθήματα ανασφάλειας που τρέφουν προς τους βαλκάνιους γείτονες τους –με το γνωστό βαλκανικό σύνδρομο του “ανάδελφου κράτους”– τους κάνουν να απορρίπτουν την προοπτική μιας πολεμικής σύρραξης με σκοπό την ένωση. Βασική επιδίωξη τώρα είναι περισσότερο η σταθεροποίηση του Κόσοβου ως κράτους», εξηγεί στο inside story o Ιωάννης Αρμακόλας, καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.
O αλβανικός εθνικισμός στρέφεται μάλιστα προς μία νέα κατεύθυνση. «Πρόκειται για τον εθνικισμό που επιτρέπει στους Αλβανούς να είναι περήφανοι για το κράτος και την πατρίδα τους» λέει ο κ. Αρμακόλας. «Από την εποχή που όλοι οι γείτονες –οι Έλληνες, οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι– έβλεπαν τους Αλβανούς αφ’ υψηλού σαν ένα λαό που δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα, πλέον η Αλβανία έχει ήδη ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και έχει κάνει σημαντικά βήματα για την είσοδό της στην ΕΕ. Αυτά αποτελούν μία αντίρροπη δύναμη στην ατζέντα των κλασικών εθνικών ζητημάτων και γεμίζουν τους Αλβανούς με αίσθημα εθνικής περηφάνιας. Σε αυτό το πλαίσιο παίζει σημαντικό ρόλο ο αθλητισμός, ο οποίος λειτουργεί συχνά ως ένα σύνδρομο των βαλκανικών εθνών, που τείνουν να καλύπτουν την ανασφάλειά τους μέσα από επιτυχίες στον αθλητισμό. Όπως εμείς κερδίσαμε το Euro 2004 και τώρα όλοι οι Σέρβοι βλέπουν τένις λόγω Τζόκοβιτς, έτσι και οι Αλβανοί τώρα εύλογα νιώθουν περήφανοι για τη συμμετοχή τους, όταν μάλιστα μέχρι πριν από λίγο τους θεωρούσαν όλοι λαό τρίτης διαλογής. Πολλοί λαοί στην ιστορία χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο για να επαναδιαπραγματευτούν την ταυτότητά τους».
Ο πρόεδρος της Apolonia, Πετρίτ Σελμάνι, πρωταθλητής Αλβανίας στην ελληνορωμαϊκή πάλη.
Η συμμετοχή της εθνικής Αλβανίας στο Euro 2016 «φέρνει τους Αλβανούς στο προσκήνιο» προσθέτει ο κ. Σελμάνι. «Όπως εμείς προσπαθήσαμε να δείξουμε στην Ελλάδα ποιος είναι ο πραγματικός Αλβανός, έτσι και τώρα η Ευρώπη, που μας έχει αδικήσει πολύ, μπορεί να δει τι σημαίνει Αλβανός και Αλβανία. Είμαστε μία παρεξηγημένη χώρα, περάσαμε πολλά την εποχή του κομμουνισμού και τώρα, 25 χρόνια μετά την απελευθέρωσή μας, μπορούμε να αποδείξουμε τι αξίζουμε. Το ποδόσφαιρο είναι σημαντικό γιατί έχει δημοσιότητα, το βλέπουν όλοι». Έστω και για μερικά αγωνιστικά λεπτά.
Γεννήθηκε το 1992. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal. Συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.