οικονομική ειδοπλασία.

«Το μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο σε κάθε κλάδο που δουλεύει με πληροφορίες. Η αύξηση της παραγωγικότητας, με την τεχνητή νοημοσύνη, θα είναι πραγματική, αλλά δεν υπάρχει αυτόματος μηχανισμός που να τη μετατρέπει σε ευημερία για όλους.

Το πιο πιθανό αποτέλεσμα θα είναι μια οικονομία στην οποία τα εταιρικά κέρδη θα εκτινάσσονται καθώς θα μειώνεται το κόστος εργασίας και θα συρρικνώνεται το μερίδιο των εργαζομένων στην παραγωγή. Ο πλούτος συγκεντρώνεται με πρωτοφανή ρυθμό στην κορυφή, ενώ η τεράστια πλειονότητα της μεσαίας τάξης χάνει έδαφος

Μέχρι τα μέσα του αιώνα, με αυτή την πορεία, θα φτάσουμε σε κάτι που υπερβαίνει την ανισότητα και αρχίζει να μοιάζει με οικονομική ειδοπλασία (σ.σ.: speciation, η εξελικτική διαδικασία μέσω της οποίας δημιουργείται ένα νέο είδος): μια ελίτ τάξη με ενισχυμένες ΑΙ δυνατότητες που θα της επιτρέπουν να ζει μια πολυτελή ζωή, εξοπλισμένη με ιατρικές καινοτομίες που θα της προσφέρουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, που θα ζει παράλληλα με μια παγκόσμια πλειονότητα με μόνιμα περικομμένες οικονομικές προοπτικές, πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και πολιτική εξουσία. Και αυτή δεν είναι μια πρόβλεψη που κάνω ελαφρά τη καρδία.

Ντεξ Χάντερ-Τόρικ (Dex Hunter-Torricke), πρώην διευθυντής επικοινωνίας της Google DeepMind και συνεργάτης των Μαρκ Ζούκερμπεργκ και Ελον Μασκ. Σήμερα εργάζεται για το βρετανικό υπουργείο οικονομικών.

Λεκτικά «ραμφίσματα» για την ανάρτηση με τίτλο, «ο λογισμοκρατούμενος άνθρωπος» του Στέλιου Ράμφου

Η ανάρτηση αυτή προκάλεσε τροφή για σκέψη!

Μετά το σχόλιο του αγαπητού Νίκου από τα ορεινά της κεντρικής Στερεάς Ελλάδος, ένα άλλο σχόλιο του Γιώργου , μας ήλθε χθες τα ξημερώματα, απο το Αθηναϊκόν άστυ .

Σας το παραθέτω :

Χαιρετώ !

Η “παρατήρηση της σκέψης” από ποιόν γίνεται??

Υπάρχει όντως ξεχωριστή οντότητα που παρατηρεί ή μήπως και ο φαινομενικά παρατηρών (ψευδο)εαυτός, στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι διαφορετικό από μία (ακόμα) σκέψη??

Ισχύει το καρτεσιανό “σκέφτομαι, άρα υπάρχω” ή μήπως υπάρχει Ύπαρξη και Συνείδηση, που δεν ταυτίζεται με την κίνηση των σκέψεων του εγκεφαλικού νου??

Οι απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι βιωματικές…

Αλλιώς καταντούν μία ακόμα ανταλλαγή σκέψεων (= απόψεων), που υιοθετούνται ή απορρίπτονται, ανάλογα με τις προτιμήσεις και το πολιτισμικό υπόβαθρο του καθενός…

Καλό ξημέρωμα !

Γιώργος Λ.

Απάντηση:

Αγαπητέ Γιώργο Λ.

Θέτεις πολύ ουσιαστικά ερωτήματα — και χαίρομαι που η συζήτηση βαθαίνει.

Το ερώτημα «ποιος παρατηρεί τη σκέψη;» είναι πράγματι κομβικό. Δεν υπονοώ κάποια δεύτερη οντότητα, έναν «εσωτερικό μικρό άνθρωπο» που στέκεται απέναντι από τον νου. Η λέξη «παρατήρηση» χρησιμοποιείται μάλλον φαινομενολογικά: περιγράφει μια μετατόπιση προσοχής.

Όταν λέμε «παρατηρώ μια σκέψη», εννοούμε ότι δεν ταυτίζομαι αυτομάτως με το περιεχόμενό της. Δεν σημαίνει ότι δημιουργείται ένας δεύτερος εαυτός· σημαίνει ότι αναστέλλεται, έστω στιγμιαία, η αυτόματη συγχώνευση-υιοθέτηση

Το αν ο «παρατηρών» είναι κι αυτός σκέψη είναι ένα βαθύτερο φιλοσοφικό ερώτημα. Εκεί πράγματι αγγίζουμε τον Καρτέσιο και το «σκέφτομαι, άρα υπάρχω» .

Η νηπτική παράδοση — όπως αποτυπώνεται στη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών — δεν αρνείται τη σκέψη ούτε την ύπαρξη της λογικής. Μιλά όμως για ένα επίπεδο επίγνωσης που προηγείται της λεκτικής διατύπωσης. Όχι ως θεωρία, αλλά ως άσκηση εμπειρίας.

Δεν πρόκειται για άρνηση του λόγου. Ο άνθρωπος είναι έλλογο ον — συμφωνώ απολύτως. Το ερώτημα είναι αν η λογική λειτουργεί ως εργαλείο ή αν ο λογισμός, όταν δεν γίνεται αντιληπτός, λειτουργεί ως αυτοματισμός.

Σωστά επισημαίνεις ότι οι απαντήσεις είναι βιωματικές. Αν μείνουν μόνο στο επίπεδο της ανταλλαγής απόψεων, τότε πράγματι δεν ξεφεύγουμε από έναν ακόμη κύκλο σκέψεων που υιοθετούνται ή απορρίπτονται.

Ίσως λοιπόν το ενδιαφέρον δεν είναι να απαντήσουμε οριστικά στο «τι είναι ο παρατηρών», αλλά να διερευνήσουμε αν, στην πράξη, μπορούμε να βιώσουμε έστω μια μικρή απόσταση ανάμεσα στο ερέθισμα και στην αντίδραση.

Και μόνο αυτή η μικρή παύση, αν υπάρξει, αλλάζει πολλά.

Χαίρομαι πραγματικά για τη γόνιμη πρόκληση που θέτεις.

Χαίρε

Κώστας

Από τον Μόρνο στο Διαδίκτυο: Ένα Ψάρεμα 50 Ετών (διήγημα*)

Ήταν μέσα Αυγούστου του ’71. Ο Μόρνος κυλούσε ήρεμος, με τα λιγοστά, λόγω εποχής, νερά του να γυαλίζουν κάτω απ’ τον ήλιο σαν καθρέφτης που κρατούσε μέσα του το βουνό και τον ουρανό μαζί. Εμείς, δεκαεφτά χρονών παιδιά τότε —ανέμελοι, γεμάτοι ζωή, όνειρα , μαυρισμένοι, ξυπόλυτοι και με σκόνη από τους χωματόδρομους— περνούσαμε τις μέρες μας στο ποτάμι· πότε κολυμπώντας, πότε ψαρεύοντας και πότε απλώς ξαπλωμένοι στην ποταμίσια άμμο, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά των ακτίνων του ήλιου.

Ένα πρωινό εμφανίστηκε στο Ξενία, εκεί κοντά στα γεφύρια του Στενού, ένας κύριος με γυαλιά και καπέλο.

— «Είμαι ο καθηγητής Στεφανίδης», μας συστήθηκε.

Ήταν ήρεμος, με λόγο ευγενικό και βλέμμα φωτεινό. Συνέχισε με ένα μειδίαμα:

— «Παιδιά, θέλω να με βοηθήσετε να ψαρέψουμε. Μα όχι για το τηγάνι… για την επιστήμη!»

Τον κοιτάξαμε με απορία και ύστερα με ενθουσιασμό. Επιστήμη! Μια λέξη μαγική τότε για μας, που μόλις είχαμε αρχίσει να ανακαλύπτουμε τον κόσμο. Έτσι βρεθήκαμε να κουβαλάμε απόχες, δοχεία και σακούλες, να σκύβουμε πάνω στο νερό προσπαθώντας να πιάσουμε ό,τι γλιστρούσε. Ο καθηγητής σημειωνε, μετρούσε, φωτογράφιζε, μιλούσε για Barbus και Salmo trutta macrostigma, κι εμείς προσπαθούσαμε να προφέρουμε τις λέξεις σωστά, λες και ήταν ξόρκια από άλλον κόσμο. Φυσικά, εμείς ξέραμε αλλιώς τα ονόματα των ψαριών και του τα λέγαμε: δρομίτσες, χαμοσύρτες, πέστροφες. Ο καθηγητής σημείωνε με προσοχή και τα δικά μας ονόματα δίπλα στα επιστημονικά.

Η μέρα κύλησε γλυκά, με ήλιο, νερό και γέλια. Το απόγευμα, όταν ο ήλιος χαμήλωσε πίσω απ’ τα βουνά, είχαμε τελειώσει το «ψάρεμα για την επιστήμη» και γυρίσαμε στο Ξενία. Ο καθηγητής μάς ευχαρίστησε και έβγαλε από την τσέπη του μερικά χρήματα για να μας τα δώσει.

— «Όχι, κύριε καθηγητά», είπαμε σχεδόν με μια φωνή. «Εμείς δεν το κάναμε για τα λεφτά. Το κάναμε για την επιστήμη!»

Χαμογέλασε, μας χτύπησε φιλικά στον ώμο και είπε μόνο:

— «Τότε να θυμάστε αυτό που ζήσαμε σήμερα. Είναι σπάνιο να ψαρεύεις τη γνώση με καθαρή καρδιά».

Περάσανε δεκαετίες. Το ποτάμι χάθηκε κάτω απ’ τα νερά της λίμνης, τα σπίτια μας πνίγηκαν στον βυθό, κι εμείς σκορπίσαμε στις ζωές μας σαν τις δρομίτσες στα ρεύματα του χρόνου. Μα τούτη η μέρα δεν έσβησε ποτέ.

Μέχρι που πρόσφατα, μπροστά στην ψυχρή οθόνη του υπολογιστή, το παρελθόν αναδύθηκε απρόσμενα. Ήταν μια τυχαία αναζήτηση στο διαδίκτυο, από εκείνες που κάνει κανείς όταν η νοσταλγία τον κυριεύει. Και ξαφνικά, το είδα: μια παλιά ψηφιοποιημένη μελέτη. Το όνομα του Καττούλα στην κορυφή και οι παραπομπές στον Στεφανίδη. Τα δάχτυλά μου πάγωσαν πάνω στο πληκτρολόγιο.

Καθώς ξεφύλλιζα τις σελίδες στην οθόνη, οι λατινικές ονομασίες δεν ήταν πια ξένες. Ήταν οι δικοί μας χαμοσύρτες, οι δικές μας δρομίτσες και πέστροφες. Εκεί, ανάμεσα στις μετρήσεις και τα διαγράμματα, ένιωσα να ανασαίνει ξανά εκείνη η αυγουστιάτικη μέρα του ’71. Ένιωσα το ίδιο ρίγος — τελικά, το διαδίκτυο έχει τον τρόπο του να ανασύρει την ψυχή των πραγμάτων από τη λήθη.

Γιατί, χωρίς να το ξέρουμε τότε, εκείνη τη μέρα στον Μόρνο δεν ψαρέψαμε απλώς ψάρια. Ψαρέψαμε μια ανάμνηση που η επιστήμη τη διάλεξε για να την κρατήσει ζωντανή για πάντα, ακόμα κι αν το ποτάμι μας δεν υπάρχει πια.

Κι αυτή είναι η πιο γλυκιά αμοιβή απ’ όλες.

*από την συλλογή των διηγημάτων με τίτλο: από τον βυθό της λίμνης στον αφρό της μνήμης