Σούρουπο στα δερβενοχώρια
Ακουγόταν πολύ καλό για να είναι… ελληνικό, αλλά ήταν τόσο αληθινό που έλαβε διαστάσεις εμβληματικού παραδείγματος προόδου και προκοπής σε παγκόσμιο επίπεδο.Ακόμα και ο πλέον… καλοπροαίρετος αδυνατούσε να μην αναρωτηθεί τι γυρεύει αυτή η καθολικά εν σοφία καμωμένη κουκίδα του χάρτη στην ελληνική επικράτεια. ‘Ενα κομμάτι του παζλ αταίριαστο με όλα τα άλλα. Και ως τέτοιο μαγνήτιζε το ενδιαφέρον της διεθνούς ειδησεογραφίας, προβαλλόμενο από τα Μ.Μ.Ε. όλης της Ευρώπης (και όχι μόνο).Για το «θαύμα» της Ανάβρας και τον εμπνευστή αυτού, τον επί 16 χρόνια κοινοτάρχη της Δημήτρη Τσουκαλά, έχουν πληκτρολογηθεί δεκάδες χιλιάδες λέξεις επί σειρά ετών.Το ανακριβές είναι το… πληκτρολόγιο αρνήθηκε πεισματικά να ανταποκριθεί στη διαμόρφωση των νέων δεδομένων. Στα δημοσιεύματα περί Ανάβρας, την εποχή της κρίσης, ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει στο 2011.Ο ίδιος ο Δημήτρης Τσουκαλάς δεν χρησιμοποίησε τη φράση «ανακρίβεια», αλλά «παραπληροφόρηση», στη συνομιλία που είχαμε μαζί του.
«Δυστυχώς η κατάσταση δεν είναι πια αυτή που ήταν. Μετά τον Καλλικράτη και με το πέρασμα του χρόνου η εικόνα του χωριού επιδεινώθηκε σε μεγάλο βαθμό. Τα δημοσιεύματα επιμένουν να την εξιδανικεύουν, αλλά αυτό που έχει συμβεί προκαλεί θλίψη», λέει στο Menshouse ο «εγκέφαλος» του πιο οργανωμένου σχεδίου ποιοτικής αναβάθμισης, που εφαρμόστηκε ποτέ στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.Για να κατανοήσουμε καλύτερα το πριν, το μετά και το τώρα, πρέπει να κάνουμε ένα σύντομο φλας-μπακ σε μια ιστορία που λίγο, πολύ είναι γνωστή: ένα ορεινό, απομονωμένο χωριό, σε υψόμετρο 925 μέτρων, το οποίο μαράζωνε έως τις αρχές της δεκαετίας του ’90, μετατράπηκε σε πρότυπο ανάπτυξης και κοινόβιας ευημερίας. Πολύ απλό να το γράψεις, εξαιρετικά πολύπλοκο και επίπονο όμως για να το πετύχεις.
«Αυτοί που δίνουν» κι «αυτοί που παίρνουν»
Ομιλία Draghi….. 16:00 (Ώρα Ελλάδος)!
Ο Μπέρντραντ Ράσελ, Άγγλος φιλόσοφος, μαθηματικός, πασιφιστής και πολέμιος των πυρηνικών εξοπλισμών, έγραψε αυτή την επιστολή προς τον αρχιφασίστα Sir Oswald Mosley, ιδρυτή της Βρετανικής Ένωσης Φασιστών, σε ηλικία 89 ετών το 1962.Ο αρχιφασίστας του έστελνε επιστολές για να τον προβοκάρει να ανοίξουν συζήτηση σχετικά με τα ηθικά «πλεονεκτήματα» του φασισμού. Η επιστολή του Μπέρτραντ Ράσελ αποτελεί μανιφέστο του δικαιώματος να μην ανοίγουμε καμιά συζήτηση με τους αρνητές τις ελευθερίας του λόγου, για χάρη μιας ψευδεπίγραφης, όσο και επικίνδυνης ελευθερίας του λόγου των φασιστών, των ναζί και κάθε είδους αυταρχικών και πρωτοφασιστών.
Αγαπητέ σερ Όσβαλντ,Σας ευχαριστώ για την επιστολή σας και όσα μου επισυνάψατε. Έκατσα και σκέφτηκα σε ότι αφορά την πρόσφατη αλληλογραφία μας. Είναι πάντα δύσκολο να αποφασίζει κανείς πως θα απαντήσει σε ανθρώπους που το ήθος τους είναι τόσο ξένο και, στην πραγματικότητα, αποκρουστικό σε σχέση με το δικό του. Δεν είναι πως μου κακοφαίνονται οι γενικές θέσεις που παίρνετε, αλλά πως κάθε ουγκιά της ενέργειας μου έχει αφοσιωθεί στην ενεργή αντιπολίτευση προς την σκληρή μισαλλοδοξία, την παθολογική βία και την σαδιστική καταδίωξη, που έχουν χαρακτηρίσει την φιλοσοφία και την πρακτική του φασισμού.Αισθάνομαι υποχρεωμένος να πω πως τα συναισθηματικά σύμπαντα που κατοικούμε, είναι τόσο διαφορετικά και βαθύτατα αντίθετα, που τίποτα παραγωγικό ή ειλικρινές δεν θα μπορούσε να προκύψει από μια συναναστροφή μας.Θα ήθελα να κατανοήσετε την ένταση αυτής της πεποίθησης εκ μέρους μου. Τα λέω αυτά, όχι λόγω κάποια προσπάθειας να φανώ αγενής, αλλά λόγω όσων εκτιμώ στην ανθρώπινη εμπειρία και τα ανθρώπινα επιτεύγματα.Μετά τιμήςΜπέρτραντ Ράσελ
Από πού πάνε για τη Τζαμάικα;από sarant |
Όμως εδώ δεν κάνουμε γεωγραφία, λεξιλογούμε -και το ενδιαφέρον μας για τη χώρα της Καραϊβικής γεννήθηκε επειδή μετά τις χτεσινές γερμανικές εκλογές φαντάζει ιδιαίτερα πιθανό το ενδεχόμενο να σχηματιστεί τρικομματική κυβέρνηση από τον λεγόμενο “συνασπισμό Τζαμάικα” δηλαδή από την CDU της Μέρκελ, τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους, που τα χρώματά τους, αντίστοιχα μαύρο, κίτρινο και πράσινο, είναι τα χρώματα της σημαίας της Τζαμάικας.Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου
Ελλάδα, καν’ το όπως η Τοσκάνη
Εκεί, η κυβέρνηση είχε -εδώ και αρκετές δεκαετίες- αναγνωρίσει ότι η αγροτική παραγωγή αποτελούσε την ‘ψυχή’ της χώρας. Και για το λόγο αυτό προστάτευσε και οργάνωσε νομικά τον αγροτικό πλούτο με νέες κατευθυντήριες, οδηγίες και κανονισμούς για κάθε περιφέρεια, για κάθε δραστηριότητα, για κάθε προϊόν. Αυτό το πλαίσιο που δημιουργήθηκε από το 1985 και ύστερα, όχι μόνο έγινε σεβαστό από όλους του φορείς που συνδιαμορφώνουν την αγροτική παραγωγή και τη φυσιογνωμία κάθε τόπου, αλλά ενισχύθηκε δυναμικά με τη συμπερίληψη όλο και περισσότερων κριτηρίων και παραγόντων που ξεπερνούν τα στενά εσκαμμένα της αγροτικής παραγωγής. Στο κάδρο ανάδειξης της αγροτικής ταυτότητας ‘μπήκε’ και η μεσαιωνική φυσιογνωμία της περιοχής, τα μοναστήρια, οι πύργοι, οι φάρμες, οι αγροικίες, τα εστιατόρια, οι υπαίθριες αγορές και τα χειροποίητα προϊόντα. Το αποτέλεσμα είναι ότι μετά από 35 χρόνια μια μάλλον περιθωριοποιημένη περιοχής της Ιταλίας αποτελεί πόλο έλξης εκατομμυρίων τουριστών και συμβάλλει ουσιαστικά στην οικονομία της Ιταλίας. Την εμπειρία της Τοσκάνης μιμήθηκαν και οι υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας, οι οποίες προσάρμοσαν τη νομοθεσία στις ιδιαιτερότητες της τοπικής αγροτικής παραγωγής και του πολιτιστικού πλούτου της κάθε περιοχής με πολλαπλασιαστικό όφελος για τη συνολική τουριστική ανάπτυξη ολόκληρης της Ιταλίας.
Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: εμάς τι μας λείπει; Γιατί τα προϊόντα μας δεν έχουν την ίδια παγκόσμια απήχηση με τα προϊόντα της Τοσκάνης; Είναι χειρότερα τα κρασιά μας; Είναι χειρότερο τα λάδι μας; Είναι χειρότερα τα φρούτα και τα λαχανικά μας; Είναι χειρότερα τα χειροποίητα προϊόντα μας; Γιατί η χώρα μας δεν αποτελεί πόλο έλξης ποιοτικού τουρισμού που θα έρθει να ζήσει εμπειρία ανάλογη με αυτή της Τοσκάνης; Είναι πιο πλούσια η ιστορική ταυτότητα της Τοσκάνης από αυτή της Θεσσαλίας, της Ηπείρου ή της Μακεδονίας; Είναι λιγότερο ελκυστικές οι φυσικές ομορφιές ή η ποικιλότητα της φυσιογνωμίας κάθε γωνιάς της Ελλάδας; Είναι λιγότερο ελκυστικός ο θησαυρός της εκκλησιαστικής κληρονομιάς σε κάθε γωνιά της Ελλάδας; Ασφαλώς και όχι. Το γεγονός ότι η Τοσκάνη έχει εξελιχθεί σε μια καταξιωμένη δύναμη στον αγροτουρισμό και αποφασιστικό παράγοντα κίνησης της ιταλικής οικονομίας δεν οφείλεται στην ανωτερότητα των προϊόντων της.
Αυτό που διαφοροποιεί το παράδειγμα της Τοσκάνης από αυτό των περισσοτέρων περιφερειών της Ελλάδας είναι το ζήτημα της συνολικής αποτύπωσης του δυναμισμού τους. Είναι η έλλειψη συγκροτημένης και μακρόπνοης στρατηγικής, για τον αγροτουρισμό μας, τον εκκλησιαστικό τουρισμό μας και συνολικά του ποιοτικού τουρισμού της χώρας μας. Μιας προσέγγισης η οποία δεν αντιμετωπίζει κάθε ένα από τα προϊόντα ως αντικείμενο που τυγχάνει διαφορετικής εκμετάλλευσης, αλλά μιας αντίληψης η οποία συνενώνει τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού αλλά και σε επίπεδο επικοινωνίας το σύνολο των προϊόντων, του φυσικού τοπίου και της ιστορίας τους ως ενός συνολικού τουριστικού προϊόντος.
Αυτό οφείλει να μας προβληματίσει. Πέρα ωστόσο από αυτό οφείλει να μας δώσει το έναυσμα να ξεκινήσουμε επιτέλους μια δυναμική, συνολική και αποτελεσματική διαχείριση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος με τρόπο που να αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου αλλά και να ενισχύει το συνολικό μπραντ του τουρισμού και της αγροτικής παραγωγής της χώρας μας.
Θα κάνω μια πρόταση που μπορεί να φαντάζει απλοϊκή. Ας βάλουμε ως στόχο ότι τα πενήντα (50.000.000) εκατομμύρια των τουριστών που θα κατακλύσουν τη χώρα μας τα επόμενα χρόνια πρέπει να παραγγείλουν σε μια τοπική ταβέρνα που θα επισκεφτούν τουλάχιστον μια απλή ελληνική χωριάτικη σαλάτα φτιαγμένη από την τοπική παραγωγή του χώρου που επισκέπτονται. Απλό, θα πείτε. Όχι θα σας πω. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να καταστήσουμε το συγκεκριμένο πιάτο ως ‘ελληνικό’ με πατέντα και με την κατάλληλη επικοινωνιακή καμπάνια διεθνώς. Οι τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα μας, να αναζητούν την ελληνική χωριάτικη σαλάτα, τη φέτα μας, τα κρασιά μας, τα γλυκά του κουταλιού μας και όλα τα χειροποίητα είδη που παράγονται με μεράκι στη χώρα μας. Να αναζητούν να επισκεφτούν τις εκκλησιές μας και τα μοναστήρια μας (Μετέωρα, Άγιο Όρος και πολλά άλλα μοναστήρια), όπως επίσης να περπατήσουν τα χιλιάδες σοκάκια της χώρας μας και να κολυμπήσουν στις χιλιάδες πανέμορφες παραλίες μας.
Πρέπει λοιπόν να σχεδιάσουμε την παραγωγή μας με ανταγωνιστικό τρόπο ανάλογα με την προσδοκία της κατανάλωσης, ώστε να χρησιμοποιούν οι τουρίστες την τοπική παραγωγή και έτσι, οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις να μην καταφεύγουν σε εισαγωγή προϊόντων, πολλές φορές δε, χαμηλής ποιότητας. Θα πρέπει να συνεννοηθούμε όλοι μας και μαζί με τους φορείς να συναποφασίσουμε σε τοπικό, περιφερειακό και κεντρικό πολιτικό επίπεδο ότι θα στηρίξουμε με συνέπεια και συνέχεια και με την ίδια έμφαση όλους αυτούς τους στόχους και όχι με εξαιρέσεις και ιδιοτέλειες.
Η Ελλάδα και οι Έλληνες πρέπει να ενωθούμε, πρέπει να γίνουμε μια γροθιά, εάν θέλουμε να δούμε άσπρη μέρα σε αυτή την πατρίδα. Και πρέπει να το κάνουμε αυτό με όλα τα προϊόντα μας και σε όλα τα επίπεδα των παρεχόμενων υπηρεσιών αυτής της χώρας. Ενωμένοι να προχωρήσουμε στην ανάπτυξη.
Τροφή για σκέψη.












