Ήταν κάποτε ένα “θαύμα” που το έλεγαν Ανάβρα .


Ακουγόταν πολύ καλό για να είναι… ελληνικό, αλλά ήταν τόσο αληθινό που έλαβε διαστάσεις εμβληματικού παραδείγματος προόδου και προκοπής σε παγκόσμιο επίπεδο.Ακόμα και ο πλέον… καλοπροαίρετος αδυνατούσε να μην αναρωτηθεί τι γυρεύει αυτή η καθολικά εν σοφία καμωμένη κουκίδα του χάρτη στην ελληνική επικράτεια. ‘Ενα κομμάτι του παζλ αταίριαστο με όλα τα άλλα. Και ως τέτοιο μαγνήτιζε το ενδιαφέρον της διεθνούς ειδησεογραφίας, προβαλλόμενο από τα Μ.Μ.Ε. όλης της Ευρώπης (και όχι μόνο).Για το «θαύμα» της Ανάβρας και τον εμπνευστή αυτού, τον επί 16 χρόνια κοινοτάρχη της Δημήτρη Τσουκαλά, έχουν πληκτρολογηθεί δεκάδες χιλιάδες λέξεις επί σειρά ετών.Το ανακριβές είναι το… πληκτρολόγιο αρνήθηκε πεισματικά να ανταποκριθεί στη διαμόρφωση των νέων δεδομένων. Στα δημοσιεύματα περί Ανάβρας, την εποχή της κρίσης, ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει στο 2011.Ο ίδιος ο Δημήτρης Τσουκαλάς δεν χρησιμοποίησε τη φράση «ανακρίβεια», αλλά «παραπληροφόρηση», στη συνομιλία που είχαμε μαζί του.«Δυστυχώς η κατάσταση δεν είναι πια αυτή που ήταν. Μετά τον Καλλικράτη και με το πέρασμα του χρόνου η εικόνα του χωριού επιδεινώθηκε σε μεγάλο βαθμό. Τα δημοσιεύματα επιμένουν να την εξιδανικεύουν, αλλά αυτό που έχει συμβεί προκαλεί θλίψη», λέει στο Menshouse ο «εγκέφαλος» του πιο οργανωμένου σχεδίου ποιοτικής αναβάθμισης, που εφαρμόστηκε ποτέ στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.Για να κατανοήσουμε καλύτερα το πριν, το μετά και το τώρα, πρέπει να κάνουμε ένα σύντομο φλας-μπακ σε μια ιστορία που λίγο, πολύ είναι γνωστή: ένα ορεινό, απομονωμένο χωριό, σε υψόμετρο 925 μέτρων, το οποίο μαράζωνε έως τις αρχές της δεκαετίας του ’90, μετατράπηκε σε πρότυπο ανάπτυξης και κοινόβιας ευημερίας. Πολύ απλό να το γράψεις, εξαιρετικά πολύπλοκο και επίπονο όμως για να το πετύχεις.

«Αυτοί που δίνουν» κι «αυτοί που παίρνουν»

Σεπτέμβριος 25, 2017
Η χώρα πλέον έχει εθισθεί σε κινήσεις περιθωρίου. Προοπτικές να ξεφύγει από τον φαύλο αυτό κύκλο ολοένα ελαχιστοποιούνται. Οι παραλογισμοί της αριστερής ρητορικής μαζί με την νοοτροπία της αυθαιρεσίας, που συνοδεύει συχνά καθεστωτικές μεταβολές επαναστατικής όμως φύσης, αρχίζουν να κυριαρχούν στον τόπο απονεκρώνοντας τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της αστικής τάξης.
Υφιστάμενοι τις υπερβολές της ρητορικής μέρους της νέας κομματικής εξουσίας, η αγανάκτηση του μετριοπαθούς αστικού πληθυσμού μετατρέπεται σταδιακά σε μούδιασμα, απόγνωση και οργισμένη αποδοχή.
Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου
Δεν υπάρχει διέξοδος στην σιωπηλή λαϊκή κατακραυγή. Το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα παίζει με τους παραδοσιακούς πολίτικους κανόνες που όμως στον κόσμο δεν προσφέρουν διέξοδο και προοπτική. Πριν από μήνες κυβερνητικό στέλεχος προκάλεσε ανοιχτά την μετριοπαθή αστική τάξη μιλώντας για «τους μένουμε Ευρώπη» και το χαμένο παιχνίδι των προσπαθειών τoυς. Κάνεις όμως από την μετριοπαθή αντιπολίτευση δεν τόλμησε να σηκώσει το γάντι. Και να ζητήσει αναμέτρηση των δυο κόσμων που συγκρούονται.
Τι εκφράζει δηλαδή ο ένας και τι εκπροσωπεί ο άλλος. Επαναφέροντας έτσι τη χώρα στο κέντρο του πολιτικού διαλόγου που κυριαρχεί διεθνώς και που χαρακτηρίζει παντού τις δημόσιες εξελίξεις.
Στο όνομα μιας ανερμάτιστης φοβίας για την οποία αναμέτρηση με το ιερό εικονοστάσι της Αριστερής λογικής, στην Ελλάδα η αστική τάξη φοβάται την αντιπαράθεση. Κι εμμένει σε λογικές κατευνασμού, στρόγγυλου πολιτικού λόγου κι εξάλειψης κάθε αιχμής από την περιγραφή των αδικιών και της πραγματικής εκμετάλλευσης που πνίγουν σήμερα την ελληνική κοινωνία.
Η κοινωνία χωρίζεται όλο και πιο βαθιά ανάμεσα σε «αυτούς που δίνουν» και σε «αυτούς που παίρνουν». Μέλημα της κυβέρνησης είναι να πείσει πως αυτοί που παίρνουν είναι συντριπτικά περισσότεροι. Και πως οι άλλοι είναι καταδικασμένοι από τις συνθήκες να σκύψουν το κεφάλι και να υποστούν τις συνέπειες. Παθητικά η αντιπολίτευση αποδέχεται αυτή την συλλογιστική.
Αφενός μεν αποφεύγοντας να αντισταθεί στη λογική της «κακομοίρης κοινωνίας» που απαιτεί λογής παροχές κι αφετέρου αντιμετωπίζοντας «αυτούς που παίρνουν» σαν ένα αδιαπέραστο τείχος που αποτελεί χάσιμο χρόνου η όποια προσπάθεια εκπόρθησης του.
Δεν τολμάει έτσι να μιλήσει για απολύσεις στον δημόσιο τομέα λχ που μηδενίζουν όμως στην ουσία την προσπάθεια να πείσει για μειώσεις φορών. Και να εξηγήσει σε πολλούς δύσπιστους πως έχει προτάσεις με προοπτική που θα τους απελευθερώσουν από τα σημερινά αδιέξοδα.
Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι απόλυτης ουσίας. Ο αστικός κόσμος «που δίνει» αποκαρδιώνεται και το αποτέλεσμα το δείχνει η στασιμότητα στις δημοσκοπήσεις.
Σε ένα οικονομικό αλλά και πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει ήδη συντριβεί, διαπιστώνουμε ακατανόητες αντοχές και κάποιες εκλάμψεις ανάκαμψης.
Η αντιπολίτευση οφείλει να διαβάσει σωστότερα την ελληνική κοινωνία. Ξεπερνώντας τις συμβουλές των απολογητών της λεγόμενης «κοινωνικής ευαισθησίας».
Προερχόμενες κατά βάση είτε από απολογητές της λεγόμενης λαϊκής Δεξιάς (βλ. επιβίωση μέσω ρουσφετολογίας) είτε από βετεράνους της Αριστεράς (απόφοιτους των σχολείων ζωής της ΚΝΕ).
Η νέα κοινωνική ανάγνωση οφείλει να λάβει υπόψιν τα άγχη και τις απογοητεύσεις της καταπιεσμένης μεσαίας τάξης στην οποία πλέον ανήκουν και οι περιθωριοποιημένοι μισθοσυντήρητοι των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων και οι βεβαρημένοι με εξοντωτικούς φόρους αγρότες.
Σε τελευταία ανάλυση, ποιοι είναι «αυτοί που δίνουν»; Οι οποίοι και αποτελούν την κοινωνική δεξαμενή που θα έπρεπε σύσσωμη να σιχαίνεται την κυβέρνηση; Κατ’ αρχήν όσοι έχουν στην κατοχή τους κάποιας σημασίας περιουσιακά στοιχεία.
Μικρή η μεγάλη ιδιοκτησία, χωράφια, κτήματα, αστικά ή αγροτικά ακίνητα, αυτοκίνητο ή κάθε άλλου είδους μέσο μεταφοράς που πληρώνει τέλη και φόρους για να κινείται η και να μην μετακινείται.
Όλοι εκείνοι επίσης που κατέχουν την οποία μικρή ή μεγάλη εμπορική επιχείρηση και μεταποιητική μονάδα που είτε είναι οικογενειακή επιχείρηση είτε κατορθώνει να απασχολήσει από δυο ανθρώπους και πάνω. Όλοι αυτοί είναι καταδικασμένοι να καταβάλουν ουσιαστικά λύτρα στο κράτος, δίχως την προσδοκία κάποιας ανταποδοτικής βασικά υπηρεσίας ή παροχής από αυτό.
Δεν είναι όμως μόνο αυτοί. Κι όσοι προσφέρουν μισθωτές υπηρεσίες σε έναν ή περισσοτέρους εργοδότες – είτε με μπλοκάκι είτε μέσω μισθολογίου – βρίσκονται όμηροι ενός συστήματος που τους επιβαρύνει συνεχώς όχι για να καλυτερεύσει την καθημερινότητά τους, αλλά για να συντηρήσει δημόσιους φορείς και διορισμένους υπάλληλους.
Το ίδιο και οι συνταξιούχοι της πραγματικής εργασίας, που πληρώνουν φόρους από αποδεκατισμένες απολαβές για τις οποίες θυσίασαν μια ζωή πάνω στη λογική ενός πλάνου εξασφαλισμένης αποστρατείας.
Κι όλα αυτά γιατί; Ώστε μέσω εξωφρενικών αδικιών και παράλογων ρυθμίσεων κάποιοι να τρυπώσουν στο συνταξιοδοτικό σύστημα και να το οδηγήσουν ακόμα και στα προ κρίσης αδιέξοδά του.
Στόχος όλων αυτών είναι η μακροημέρευση του πλέγματος κρατικών ελέγχων και παρεμβάσεων που κάνει την ζωή όλων αυτών που πληρώνουν ουσιαστικά αφόρητη και το μέλλον αυτών που απαρτίζουν το δημόσιο πλέγμα εξασφαλισμένο.
Κοινοτικός αξιωματούχος πρόσφατα ομολόγησε πως όλες οι φορολογικές επιβαρύνσεις υπήρξαν επιλογές της κυβέρνησης, προκειμένου να μην πειράξει τους φορείς του δημοσίου και να μην μειώσει δαπάνες που θα πείραζαν τους βολεμένους τροπαιούχους. Και είναι έωλο το επιχείρημα πως πολλοί κι απ’ αυτούς «δίνουν» μέσω φορών συνεισφέροντας στα βάρη.
Δίνουν κατ’ αρχήν από αυτά που ούτως η άλλως παίρνουν από την κοινωνία. Δεν παράγουν πλούτο τον οποίο αποστερούνται – όπως όλοι οι υπόλοιποι.
Πρόσφατη μελέτη εξάλλου έδειξε πως κάθε μια θέση απασχόλησης στο Δημόσιο στοιχίζει περίπου όσο τρεις στον ιδιωτικό τομέα. Δηλαδή, χάνονται τρεις θέσεις εργασίας στην υπόλοιπη κοινωνία για κάθε (κομματικό ουσιαστικά) διορισμό στο κράτος.
Ας αναλογισθεί κάνεις πως θα σαν τα πράγματα αν «αυτοί που παίρνουν» έμπαιναν επιτέλους στο στόχαστρο με αντικειμενικό σκοπό την ανακούφιση της υπόλοιπης κοινωνίας από τα βάρη που της συσσωρεύουν.
Η οικονομική ανακούφιση από την απαλλαγή της κοινωνίας από υποχρεώσεις που δεν της ανήκουν – όπως η εξασφάλιση απασχόλησης στον δημόσιο τομέα προσωπικού που θα ‘πρεπε να αναζητήσει εργασία στην ιδιωτική οικονομία, παροχές με μοναδικό στόχο την ψηφοθηρία κι όχι την κάλυψη πραγματικών κοινωνικών αναγκών, άχρηστη γραφειοκρατία για δικαιολόγηση απλά διορισμών κι αμοιβών – θα ήταν θεαματική.
Πιθανότατα θα οδηγούσε σε κατάργηση της οικονομικής επιτροπείας (μνημόνια) που υφίσταται η χώρα από Ευρωπαίους δανειστές και ΔΝΤ. Και θα οδηγούσε σε ένα μέλλον απαλλαγμένο από τον οποίο κίνδυνο παλινδρόμησης σε οικονομικά αδιέξοδα.
Οφείλει η Αντιπολίτευση να συνειδητοποιήσει πως η κοινωνία δεν έχει άλλα περιθώρια υπομονής. Η οργή με τον υποαπασχολούμενο αλλά τεράστιο δημόσιο τομέα ξεχειλίζει.
Ο κόσμος βαρέθηκε να υπομένει την ψευδεπίγραφη ρητορική της φροντίδας δήθεν των αδυνάτων που σηματοδοτεί στην πράξη διαφθορά, ακινησία και κατρακύλα σε αποτελμάτωση.
Κοιτάξτε τον κόσμο που υποφέρει στα μάτια. Και πες τε του επιτέλους αυτά που θέλει να ακούσει. Ξεπεράστε τις αλυσίδες της πολιτικής ορθότητας κι απευθυνθείτε σ’ αυτούς που αποτελούν την κινητήριο δύναμη της κοινωνίας – σ’ αυτούς δηλαδή που δίνουν. Κάντε τους να αισθανθούν πως εκφράζετε τις αγωνίες τους.
Μια καινούργια ημέρα τότε θα ξημερώσει…

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Υπεγράφη η προγραμματική σύμβαση για την αναπαλαίωση του μεταβυζαντινού Ι.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Φυλής
Την τετραμερή προγραμματική σύμβαση για την αποκατάσταση του μεταβυζαντινού Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Φυλής που βρίσκεται δίπλα στο νέο, υπέγραψαν σήμερα, Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017, ο Δήμαρχος Φυλής Χρήστος Παππούς και ο εφημέριος του ναού, Πρωτοπρεσβύτερος κ. Δημήτριος Παναγακόπουλος.
Η σύμβαση αφορά στο έργο συντήρησης, αποκατάστασης, προστασίας και ανάδειξης του μνημείου. Ο προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται σε 480.000 ευρώ και θα καλυφτεί  με δαπάνη του Δήμου Φυλής.

Φορέας υλοποίησης είναι το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού δια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής, ενώ το τέταρτο, εκ του νόμου, συμβαλλόμενο μέρος είναι η Περιφέρεια Αττικής.
Με την τετραμερή Προγραμματική Σύμβαση μεταξύ Δήμου Φυλής, Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, Περιφέρειας Αττικής και Ι.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου, ανοίγει ο δρόμος για την αποκατάσταση του ιερού μνημείου, που αποτελεί πάγιο και διαχρονικό αίτημα των πολιτών της Δημοτικής Ενότητας Φυλής.

Το συντονισμό των διαδικασιών για την υπογραφή της προγραμματικής σύμβασης είχε ο Επιστημονικός Συνεργάτης του Δημάρχου Φυλής, κ. Γιάννης Λιάκος, ενώ παρευρέθηκαν, επίσης, ο Αντιδήμαρχος ΔΕ Φυλής Σπύρος Μπρέμπος, ο Αντιδήμαρχος Τεχνικής Υπηρεσίας Θανάσης Σχίζας και η Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου της ΔΕ Φυλής Ελένη Λιάκου.

Ομιλία Draghi….. 16:00 (Ώρα Ελλάδος)!

Ο Mario Draghi (γεννημένος στις 3 Σεπτεμβρίου 1947) είναι Ιταλός τραπεζίτης και οικονομολόγος, ο οποίος ήταν κυβερνήτης της Τράπεζας της Ιταλίας και διαδέχτηκε τον Jean Claude Trichet ως Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τον Νοέμβριο του 2011.
Ως επικεφαλής της ΕΚΤ, έχει μεγαλύτερη επιρροή στην αξία του ευρώ από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Οι παρατηρήσεις του ενδέχεται να καθορίσουν βραχυπρόθεσμη θετική ή αρνητική τάση.
Οι πρώτες εκτιμήσεις χθες βράδυ στις Βρυξέλλες, μεταξύ στελεχών που εμπλέκονται θεσμικά στη συνεργασία με την ΕΚΤ, υποστήριζαν ότι για τους λίγους επόμενους μήνες και μέχρι τον σχηματισμό της νέα πολυκομματικής κατά πάσα πιθανότητα κυβέρνησης ο κ. Ντράγκι “καλείται για άλλη μία φορά να διασφαλίσει τη νομισματική σταθερότητα από πιθανές αναταράξεις…”. Μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης ο ρόλος του κ. Ντράγκι είναι πολύ πιθανό – σύμφωνα με τους ίδιους κύκλους – ότι “θα αντιμετωπίσει μεγαλύτερα προβλήματα” όσον αφορά τη διαμόρφωση της πολιτικής που ακολουθεί η ΕΚΤ. 
Συγκεκριμένα η ΕΚΤ αυτή την περίοδο είναι αντιμέτωπη με τις προς το παρόν μη προβλέψιμες αντιδράσεις των αγορών έναντι της απόφασης της Fed της προηγούμενης εβδομάδας (σ.σ. απόφαση να αρχίσει τη μείωση του ισολογισμού της ήτοι να “μαζέψει” σταδιακά από τις αγορές τα 4,5 τρισ. δολ που έχει “ρίξει” τα τελευταία 7 χρόνια). Ταυτόχρονα και σε συνδυασμό με τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης, ο κ. Ντράγκι πρέπει να διαχειρισθεί τις ασφυκτικές πιέσεις από τη Γερμανία στον δικό του ισολογισμό (πιέζεται ασφυκτικά να αναδιπλωθεί), ενώ οι ανάγκες της ευρωζώνης και του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση. 
Η κατάσταση μοιάζει, σύμφωνα με κύκλους της Φρανκφούρτης, με “ένα φαύλο κύκλο” από τον οποίο ο κ. Ντράγκι καλείται να βρει διέξοδο σε χρονικό διάστημα το οποίο αρχίζει όχι πιο αργά από τα τέλη του 2017 όταν η νέα συμμαχική γερμανική κυβέρνηση, θα έχει αναλάβει δράση…
Η Ευρωζώνη όπως εκτιμούν ευρωπαίοι οικονομικοί αναλυτές, είναι σε διαφορετική “φάση” από εκείνη των ΗΠΑ και αναμφίβολα με λιγότερα περιθώρια ευελιξίας από εκείνα της Ιαπωνίας… Η ΕΚΤ καλείται πλέον να διασχίσει ένα οικονομικό και πολιτικό “ναρκοπέδιο”, στο οποίο η θεσμικά κατοχυρωμένη, αλλά πρακτικά αμφισβητούμενη (Bundesbank, κ.α.) ανεξαρτησία της δεν είναι δεδομένο ότι θα δώσει στον κ. Ντράγκι την ελευθερία για αποφάσεις που θα έχουν την ισχύ και την αποτελεσματικότητα του Ιουνίου του 2012… 
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, υπάρχουν κοινοτικοί αξιωματούχοι στην Κομισιόν –οι οποίοι είχαν προβλέψει τη σύνθεση της νέας γερμανικής κυβέρνησης – που εκτιμούν ότι θα είναι πολύ πιο δύσκολο πλέον να γίνουν πράξη τα επόμενα βήματα για την τραπεζική ενοποίηση. Εξέλιξη η οποία βρίσκεται στην καρδιά των “αλλαγών” στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, που πρόσφατα ακούσαμε να περιγράφεται από τον κ. Γιουνκέρ και τον κ. Μακρόν. Ο γάλλος πρόεδρος, σαν ο ένας πόλος του γερμανογαλλικού άξονα, αύριο πρόκειται να εκθέσει αυτόν τον σχεδιασμό υπό τη σκιά των εξελίξεων στην Γερμανία. Και θα έχει ιδιαίτερη σημασία να διαπιστωθεί αν θα έχει μετακινηθεί από τις αρχικές του απόψεις. Σήμερα επίσης αναμένεται να ερωτηθεί σχετικά και ο κ. Ντράγκι ο οποίος “ανακρίνεται” από την Οικονομική Επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου, αλλά είναι μάλλον βέβαιο ότι θα αποφύγει για προφανείς λόγους κάθε σχετικό σχόλιο… 

Ο Μπέρντραντ Ράσελ, Άγγλος φιλόσοφος, μαθηματικός, πασιφιστής και πολέμιος των πυρηνικών εξοπλισμών, έγραψε αυτή την επιστολή προς τον αρχιφασίστα Sir Oswald Mosley, ιδρυτή της Βρετανικής Ένωσης Φασιστών, σε ηλικία 89 ετών το 1962.Ο αρχιφασίστας του έστελνε επιστολές για να τον προβοκάρει να ανοίξουν συζήτηση σχετικά με τα ηθικά «πλεονεκτήματα» του φασισμού. Η επιστολή του Μπέρτραντ Ράσελ αποτελεί μανιφέστο του δικαιώματος να μην ανοίγουμε καμιά συζήτηση με τους αρνητές τις ελευθερίας του λόγου, για χάρη μιας ψευδεπίγραφης, όσο και επικίνδυνης ελευθερίας του λόγου των φασιστών, των ναζί και κάθε είδους αυταρχικών και πρωτοφασιστών.

Αγαπητέ σερ Όσβαλντ,Σας ευχαριστώ για την επιστολή σας και όσα μου επισυνάψατε. Έκατσα και σκέφτηκα σε ότι αφορά την πρόσφατη αλληλογραφία μας. Είναι πάντα δύσκολο να αποφασίζει κανείς πως θα απαντήσει σε ανθρώπους που το ήθος τους είναι τόσο ξένο και, στην πραγματικότητα, αποκρουστικό σε σχέση με το δικό του. Δεν είναι πως μου κακοφαίνονται οι γενικές θέσεις που παίρνετε, αλλά πως κάθε ουγκιά της ενέργειας μου έχει αφοσιωθεί στην ενεργή αντιπολίτευση προς την σκληρή μισαλλοδοξία, την παθολογική βία και την σαδιστική καταδίωξη, που έχουν χαρακτηρίσει την φιλοσοφία και την πρακτική του φασισμού.Αισθάνομαι υποχρεωμένος να πω πως τα συναισθηματικά σύμπαντα που κατοικούμε, είναι τόσο διαφορετικά και βαθύτατα αντίθετα, που τίποτα παραγωγικό ή ειλικρινές δεν θα μπορούσε να προκύψει από μια συναναστροφή μας.Θα ήθελα να κατανοήσετε την ένταση αυτής της πεποίθησης εκ μέρους μου. Τα λέω αυτά, όχι λόγω κάποια προσπάθειας να φανώ αγενής, αλλά λόγω όσων εκτιμώ στην ανθρώπινη εμπειρία και τα ανθρώπινα επιτεύγματα.Μετά τιμήςΜπέρτραντ Ράσελ

Από πού πάνε για τη Τζαμάικα;

από sarant

Η Τζαμάικα, που αριστερά βλέπουμε τη σημαία της, είναι νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής, νότια από την Κούβα.Έχει έκταση σχεδόν 11.000 τ.χλμ. και πληθυσμό σχεδόν 3 εκατομμύρια -για να κάνουμε μια σύγκριση, η Κρήτη έχει τα τρία τέταρτα της εκτασης της Τζαμάικας (8300 τχλμ) αλλά το ένα πέμπτο του πληθυσμού της (620.000).Οι Τζαμαϊκανοί είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία μαύροι, μιλάνε αγγλικά και έχουν παράδοση στους δρόμους ταχύτητας -πρόσφατα κρέμασε τα παπούτσια του ο μέγας Γιουσέιν Μπολτ.Εγώ τη Τζαμάικα την έμαθα στη Γεωγραφία του σχολείου ως Ιαμαϊκή, έτσι ήταν ο ευπρεπισμένος τύπος του βιβλίου, σε μια εποχή που προφανώς επικρατούσε η ανόητη άποψη ότι ο φθόγγος τζ δεν υπάρχει στην ελληνική γλώσσα (τζάμπα το τζάμι, τζουτζούκο μου). Το όνομα Jamaica δεν έχει σχέση με κάποιο αγγλικό James, αλλά είναι προσαρμογή του xaymaca, που θα πει “χώρα των πηγών” ή κάτι τέτοιο σε μια γλώσσα της περιοχής. Ο Κολόμβος, που την ανακάλυψε το 1494, την είχε ονοματίσει Σαντιάγο. Επειδή το νησί πέρασε από νωρίς σε αγγλικό έλεγχο, το όνομα αυτό δεν έμεινε -και γι’ αυτό άλλωστε μιλάνε αγγλικά. Η Τζαμάικα απέκτησε την ανεξαρτησία της στη δεκαετία του 60 και είναι μέλος της Κοινοπολιτείας.Η Τζαμάικα κείται μακράν κι έτσι δεν έχει επηρεάσει το λεξιλόγιο και τη φρασεολογία μας, αλλά χάρη στον Λευτέρη Παπαδόπουλο έχει κερδίσει θέση περίοπτη στο ελληνικό τραγούδι:Όμως εδώ δεν κάνουμε γεωγραφία, λεξιλογούμε -και το ενδιαφέρον μας για τη χώρα της Καραϊβικής γεννήθηκε επειδή μετά τις χτεσινές γερμανικές εκλογές φαντάζει ιδιαίτερα πιθανό το ενδεχόμενο να σχηματιστεί τρικομματική κυβέρνηση από τον λεγόμενο “συνασπισμό Τζαμάικα” δηλαδή από την CDU της Μέρκελ, τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους, που τα χρώματά τους, αντίστοιχα μαύρο, κίτρινο και πράσινο, είναι τα χρώματα της σημαίας της Τζαμάικας.Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ελλάδα, καν’ το όπως η Τοσκάνη

 Είμαι σίγουρος ότι θα αναρωτιέστε για την επιλογή του τίτλου. Τι σχέση μπορεί να έχει η Τοσκάνη με τα ελληνικά δρώμενα; Η σύντομη απάντηση είναι ότι στη χώρα μας δεν χρειάζεται να ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα συνεχώς. 
Και αναφέρομαι φυσικά στην εκμετάλλευση του πλούτου της αγροτικής παραγωγής και της σύνδεσής της με τον τουρισμό. Αν τα δούμε αυτά τα δύο ως ένα ενιαίο προϊόν προώθησης της χώρας, τότε μια χώρα όπως η Ελλάδα είναι βέβαιο ότι θα πρωτοπορούσε παγκοσμίως. Μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, όμως όλοι ξέρουμε ότι δεν είναι. Τι χρειάζεται λοιπόν; Ας αντλήσουμε συμπεράσματα από την Τοσκάνη, η οποία μπορεί να βρίσκεται γεωγραφικά κοντά μας, απέχει όμως έτη φωτός σε αποτελέσματα σε σύγκριση με τη χώρα μας.

Εκεί, η κυβέρνηση είχε -εδώ και αρκετές δεκαετίες- αναγνωρίσει ότι η αγροτική παραγωγή αποτελούσε την ‘ψυχή’ της χώρας. Και για το λόγο αυτό προστάτευσε και οργάνωσε νομικά τον αγροτικό πλούτο με νέες κατευθυντήριες, οδηγίες και κανονισμούς για κάθε περιφέρεια, για κάθε δραστηριότητα, για κάθε προϊόν. Αυτό το πλαίσιο που δημιουργήθηκε από το 1985 και ύστερα, όχι μόνο έγινε σεβαστό από όλους του φορείς που συνδιαμορφώνουν την αγροτική παραγωγή και τη φυσιογνωμία κάθε τόπου, αλλά ενισχύθηκε δυναμικά με τη συμπερίληψη όλο και περισσότερων κριτηρίων και παραγόντων που ξεπερνούν τα στενά εσκαμμένα της αγροτικής παραγωγής. Στο κάδρο ανάδειξης της αγροτικής ταυτότητας ‘μπήκε’ και η μεσαιωνική φυσιογνωμία της περιοχής, τα μοναστήρια, οι πύργοι, οι φάρμες, οι αγροικίες, τα εστιατόρια, οι υπαίθριες αγορές και τα χειροποίητα προϊόντα. Το αποτέλεσμα είναι ότι μετά από 35 χρόνια μια μάλλον περιθωριοποιημένη περιοχής της Ιταλίας αποτελεί πόλο έλξης εκατομμυρίων τουριστών και συμβάλλει ουσιαστικά στην οικονομία της Ιταλίας. Την εμπειρία της Τοσκάνης μιμήθηκαν και οι υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας, οι οποίες προσάρμοσαν τη νομοθεσία στις ιδιαιτερότητες της τοπικής αγροτικής παραγωγής και του πολιτιστικού πλούτου της κάθε περιοχής με πολλαπλασιαστικό όφελος για τη συνολική τουριστική ανάπτυξη ολόκληρης της Ιταλίας.

Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: εμάς τι μας λείπει; Γιατί τα προϊόντα μας δεν έχουν την ίδια παγκόσμια απήχηση με τα προϊόντα της Τοσκάνης; Είναι χειρότερα τα κρασιά μας; Είναι χειρότερο τα λάδι μας; Είναι χειρότερα τα φρούτα και τα λαχανικά μας; Είναι χειρότερα τα χειροποίητα προϊόντα μας; Γιατί η χώρα μας δεν αποτελεί πόλο έλξης ποιοτικού τουρισμού που θα έρθει να ζήσει εμπειρία ανάλογη με αυτή της Τοσκάνης; Είναι πιο πλούσια η ιστορική ταυτότητα της Τοσκάνης από αυτή της Θεσσαλίας, της Ηπείρου ή της Μακεδονίας; Είναι λιγότερο ελκυστικές οι φυσικές ομορφιές ή η ποικιλότητα της φυσιογνωμίας κάθε γωνιάς της Ελλάδας; Είναι λιγότερο ελκυστικός ο θησαυρός της εκκλησιαστικής κληρονομιάς σε κάθε γωνιά της Ελλάδας; Ασφαλώς και όχι. Το γεγονός ότι η Τοσκάνη έχει εξελιχθεί σε μια καταξιωμένη δύναμη στον αγροτουρισμό και αποφασιστικό παράγοντα κίνησης της ιταλικής οικονομίας δεν οφείλεται στην ανωτερότητα των προϊόντων της.

Αυτό που διαφοροποιεί το παράδειγμα της Τοσκάνης από αυτό των περισσοτέρων περιφερειών της Ελλάδας είναι το ζήτημα της συνολικής αποτύπωσης του δυναμισμού τους. Είναι η έλλειψη συγκροτημένης και μακρόπνοης στρατηγικής, για τον αγροτουρισμό μας, τον εκκλησιαστικό τουρισμό μας και συνολικά του ποιοτικού τουρισμού της χώρας μας. Μιας προσέγγισης η οποία δεν αντιμετωπίζει κάθε ένα από τα προϊόντα ως αντικείμενο που τυγχάνει διαφορετικής εκμετάλλευσης, αλλά μιας αντίληψης η οποία συνενώνει τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού αλλά και σε επίπεδο επικοινωνίας το σύνολο των προϊόντων, του φυσικού τοπίου και της ιστορίας τους ως ενός συνολικού τουριστικού προϊόντος.

Αυτό οφείλει να μας προβληματίσει. Πέρα ωστόσο από αυτό οφείλει να μας δώσει το έναυσμα να ξεκινήσουμε επιτέλους μια δυναμική, συνολική και αποτελεσματική διαχείριση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος με τρόπο που να αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου αλλά και να ενισχύει το συνολικό μπραντ του τουρισμού και της αγροτικής παραγωγής της χώρας μας.

Θα κάνω μια πρόταση που μπορεί να φαντάζει απλοϊκή. Ας βάλουμε ως στόχο ότι τα πενήντα (50.000.000) εκατομμύρια των τουριστών που θα κατακλύσουν τη χώρα μας τα επόμενα χρόνια πρέπει να παραγγείλουν σε μια τοπική ταβέρνα που θα επισκεφτούν τουλάχιστον μια απλή ελληνική χωριάτικη σαλάτα φτιαγμένη από την τοπική παραγωγή του χώρου που επισκέπτονται. Απλό, θα πείτε. Όχι θα σας πω. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να καταστήσουμε το συγκεκριμένο πιάτο ως ‘ελληνικό’ με πατέντα και με την κατάλληλη επικοινωνιακή καμπάνια διεθνώς. Οι τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα μας, να αναζητούν την ελληνική χωριάτικη σαλάτα, τη φέτα μας, τα κρασιά μας, τα γλυκά του κουταλιού μας και όλα τα χειροποίητα είδη που παράγονται με μεράκι στη χώρα μας. Να αναζητούν να επισκεφτούν τις εκκλησιές μας και τα μοναστήρια μας (Μετέωρα, Άγιο Όρος και πολλά άλλα μοναστήρια), όπως επίσης να περπατήσουν τα χιλιάδες σοκάκια της χώρας μας και να κολυμπήσουν στις χιλιάδες πανέμορφες παραλίες μας.

Πρέπει λοιπόν να σχεδιάσουμε την παραγωγή μας με ανταγωνιστικό τρόπο ανάλογα με την προσδοκία της κατανάλωσης, ώστε να χρησιμοποιούν οι τουρίστες την τοπική παραγωγή και έτσι, οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις να μην καταφεύγουν σε εισαγωγή προϊόντων, πολλές φορές δε, χαμηλής ποιότητας. Θα πρέπει να συνεννοηθούμε όλοι μας και μαζί με τους φορείς να συναποφασίσουμε σε τοπικό, περιφερειακό και κεντρικό πολιτικό επίπεδο ότι θα στηρίξουμε με συνέπεια και συνέχεια και με την ίδια έμφαση όλους αυτούς τους στόχους και όχι με εξαιρέσεις και ιδιοτέλειες.

Η Ελλάδα και οι Έλληνες πρέπει να ενωθούμε, πρέπει να γίνουμε μια γροθιά, εάν θέλουμε να δούμε άσπρη μέρα σε αυτή την πατρίδα. Και πρέπει να το κάνουμε αυτό με όλα τα προϊόντα μας και σε όλα τα επίπεδα των παρεχόμενων υπηρεσιών αυτής της χώρας. Ενωμένοι να προχωρήσουμε στην ανάπτυξη.
Τροφή για σκέψη.

>>Αειφόρος γεωργία και εξαγωγές ρεκόρ.
Πριν από σχεδόν μία εικοσαετία, οι Ολλανδοί δεσμεύτηκαν για τη στροφή της χώρας τους προς τη βιώσιμη γεωργία με κύριο σύνθημά τους «Δύο φορές περισσότερα τρόφιμα με τους μισούς πόρους». κατά 90%, σχεδόν κατάργησαν τη χρήση χημικών παρασιτοκτόνων στα φυτά που αναπτύσσονται εντός θερμοκηπίων ενώ από το 2009 έως και σήμερα κατάφεραν και οι κτηνοτρόφοι να μειώσουν κατά 60% τη χρήση αντιβιοτικών. 
>>Σύμπραξη επιστήμης και επιχειρηματικότητας κατά της πείνας «Μόνον  η ένωση επιστήμης και επιχειρηματικότητας μπορεί να αντεπεξέλθει στην πρόκληση που βρίσκεται μπροστά μας», 
εξήγησε ο ίδιος, προειδοποιώντας ότι τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες «ο πλανήτης θα πρέπει να παράξει περισσότερα τρόφιμα από όλα όσα έχουν συλλέξει οι αγρότες όλου του κόσμου τα τελευταία 8.000 χρόνια». 
Και αυτό πρόκειται να συμβεί γιατί έως το 2050 στη Γη θα ζουν (και θα πρέπει, φυσικά, να τραφούν) έως και 10 δισεκατομμύρια άνθρωποι, 2,5 δισ. περισσότεροι απ’ ότι σήμερα