Στο Δρόμο για την

 Ευημερία

Θα ακουστεί τετριμμένο αν σας πω ότι η χθεσινή ομιλία του πρόεδρου της Κυπριακής
 Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη, που διοργάνωσε η διαΝΕΟσις στο Μέγαρο Μουσικής,
 αποκάλυψε έναν ηγέτη εντελώς διαφορετικής κλάσης από αυτούς που έχουμε συνηθίσει
εδώ στη χώρα μας τελευταία; Είναι άραγε άδικο προς αυτούς που προσπαθούν για κάτι
καλύτερο εντός των συνόρων; Ε λοιπόν, το λέω: ο Νίκος Αναστασιάδης ήταν σαν να
προέρχεται από έναν άλλο κόσμο.
Ξεκινώντας την ομιλία του με μια αναφορά στην «τραγική κατάσταση» στην οποία είχε
 περιέλθει η κυπριακή οικονομία το -όχι και τόσο μακρινό- 2013, περιέγραψε όλους τους
 τρόπους με τους οποίους η χώρα του έφτασε τότε στον πάτο, μέσα από 22 διαδοχικές
υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας και στον απόηχο μιας βαθιάς και
 παρατεταμένης κρίσης. Τράπεζες στον αναπνευστήρα, αγορά σε κατάσταση πλήρους
ανασφάλειας, επενδύσεις παγωμένες, ανεργία στα ύψη… Σας θυμίζει κάτι;
Στο σημείο αυτό βρεθήκαμε μαζί του στο καθοριστικό σταυροδρόμι: «κατάρρευση ή
ανάληψη ευθύνης»;
Και στην Κύπρο, όπως και στην Ελλάδα, «το όχι είναι πάντοτε πιο ωραίο από ένα ωφέλιμο
 ναι», γεγονός που κόστισε ακριβά στους Κύπριους καταθέτες, με τρόπο που, κατά τον ίδιο,
θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί.
Ε λοιπόν, το λέω: ο Νίκος Αναστασιάδης ήταν σαν να

προέρχεται από έναν άλλο κόσμο.
Όμως, το ιστορικό κούρεμα των καταθέσεων στην Κύπρο, μια εξέλιξη που εμείς τελικώς
καταφέραμε να αποφύγουμε, ήταν ίσως το wake up call που χρειαζόταν η χώρα του.
Οι Κύπριοι κατάφεραν μετά απ’ αυτό να κάνουν με αξιοθαύμαστη αποφασιστικότητα
άλματα: δημοσιονομικής προσαρμογής, αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στις τράπεζες,
δομικών μεταρρυθμίσεων. Απολαμβάνουν σήμερα έναν αξιοζήλευτο ρυθμό ανάπτυξης,
έναν από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κατάφεραν ταυτόχρονα, μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, να επανιδρύσουν το κράτος τους και
να το κάνουν πιο φιλικό προς τον πολίτη και πιο φιλικό προς τον επενδυτή. Μόνο από το
 πρόγραμμα «χρυσή βίζα», χορήγησης άδειας παραμονής σε πολίτες εκτός της Ευρωπαϊκής
 Ένωσης, έχουν εισρεύσει στην κυπριακή οικονομία κεφάλαια 4 δισ. ευρώ, μέγεθος που
αντιστοιχεί στο 25% του ΑΕΠ της.
Ο Νίκος Αναστασιάδης είναι ο πρώτος που επισημαίνει ότι απομένει ακόμα δρόμος, όπως
 δεσμεύεται να κάνει ξανά προσπάθειες για την επίλυση του Κυπριακού, μετά το ναυάγιο
της διάσκεψης στο Κραν Μοντανά, ένα αποτέλεσμα που είναι σαφές ότι του κόστισε –
 παραδέχεται ότι τον λυπεί, το ακούει
κανείς στη φωνή του.
Όμως, με προσήλωση στο στόχο «η μοίρα της Κύπρου να αποφασίζεται από τους Κυπρίους,
Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους» και όχι από τρίτους, και με αταλάντευτη την
πεποίθηση ότι «ο διάλογος είναι ο μόνος τρόπος επίλυσης του Κυπριακού», δηλώνει έτοιμος
 να επανέλθει «στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων», αρκεί να έχουν προηγηθεί οι
απαραίτητες προπαρασκευαστικού χαρακτήρα κινήσεις, που θα εγγυώνται ότι ο επόμενος
 γύρος δεν θα τελέσει υπό την ομηρία μιας ανένδοτης Τουρκίας.
Για την άσκηση πίεσης στην Τουρκία από τρίτους, εργάζεται και θα εργάζεται. Αυτή η
 μεθοδικότητα και η πεποίθηση ότι η συστηματική και χρονοβόρα προσπάθεια θα φέρει
 κάποια στιγμή αποτέλεσμα, κι ας μη το βλέπει να γίνεται άμεσα, κι ας μην είναι σίγουρο
 ότι θα καρπωθεί κάποια μέρα τα οφέλη αυτής της προσπάθειας, είναι άλλη μια
εντυπωσιακή διαφορά αντιμετώπισης από το εγχώριο πολιτικό προσωπικό μας.
Ο πολιτισμός του ανδρός έλαμψε, όταν ρωτήθηκε για τη στάση του τουρκοκύπριου ηγέτη
Mustafa Akinci στο Κραν Μοντανά. «O Akinci είναι Κύπριος, νιώθει Κύπριος,
συμπεριφέρθηκε ως Κύπριος», στα πρώτα στάδια της διαπραγμάτευσης, μετά όμως ήρθε η
πίεση της Τουρκίας και τα πράγματα πήραν άλλο δρόμο. «Πρέπει να κοπεί ο ομφάλιος
λώρος» με την Τουρκία για να έχουμε διαφορετικά αποτελέσματα.
Εδώ κάπου αρχίζει κανείς να αντιλαμβάνεται ότι ο Αναστασιάδης είναι παράλληλα
 ρεαλιστής – δεν είναι άλλωστε τυχαίο το ότι κατάφερε να περάσει διά πυρός και σιδήρου
και το αποτέλεσμα στα οικονομικά της χώρας του είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα. Όταν
 ερωτάται αν θέλει οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις για την Τουρκία να συνεχιστούν, είναι
 σαφής: «θέλουμε μια ευρωπαϊκή Τουρκία», όχι μια Τουρκία με «ανεξέλεγκτες τάσεις»,
έναν απρόβλεπτο γείτονα.
Τα εν οίκω μη εν δήμω, η πατρίδα πάνω από εσωτερικές

έριδες και διαφοροποιήσεις, νηφαλιότητα και εμφατικό

όχι στην πόλωση… Πόσο ξένα ηχούν όλα αυτά στα

αυτιά μας;
Χαρακτηριστικός της ποιότητας του Κύπριου ηγέτη ήταν ο τρόπος με τον οποίο απάντησε
 όταν ερωτήθηκε για τα εσωτερικά πολιτικά της χώρας του, εν όψει των προεδρικών
 εκλογών τον ερχόμενο Ιανουάριο, ποιον θα προτιμούσε στο δεύτερο γύρο; «Θέλω να πω
κάτι. Πρώτον, βρίσκομαι εκτός Κύπρου. Δεύτερον και εντός Κύπρου δεν σχολιάζω ποτέ,
ούτε δημοσκοπήσεις, ούτε και αντιπαρατίθεμαι με τους ανθυποψηφίους μου. Δεν πρόκειται
 να το πράξω απόψε – με όλο το σεβασμό που σας έχω».
Όταν στη συνέχεια πιέστηκε από το δημοσιογράφο να κάνει κάποιο σχόλιο για την
 προεκλογική διαδικασία, η απάντησή του ήταν εξίσου αποστομωτική. «Εκείνο που με
ενδιαφέρει είναι ένα. Να επικρατήσει νηφαλιότητα, όχι οξύτητα, όχι φανατισμός, όχι
 πόλωση. Να αποφασίσει ο κόσμος ελεύθερα και να αποφεύγονται οπωσδήποτε υποσχέσεις
 οι οποίες δεν πρόκειται να υλοποιηθούν. Αυτό είναι το σημαντικότερο. Επιταγές άνευ
 αντικρίσματος εις το τέλος οδηγούν σε περιπέτειες.» Στο σημείο αυτό το κοινό στην
αίθουσα ξέσπασε σε χειροκροτήματα.
Τα εν οίκω μη εν δήμω, η πατρίδα πάνω από εσωτερικές έριδες και διαφοροποιήσεις,
νηφαλιότητα και εμφατικό όχι στην πόλωση… Πόσο ξένα ηχούν όλα αυτά στα αυτιά μας;
Και πόσο εντυπωσιακό το γεγονός ότι προέρχονται, όχι από έναν «απόστρατο» πολιτικό,
που μη έχοντας πια τίποτα να χάσει είναι σοφός παρατηρητής των εξελίξεων, αλλά από έναν
 πολιτικό ενεργό, με εκλογές στον ορίζοντα, εντός ολίγων μόλις μηνών.
Ο Δημήτρης Δασκαλοπουλος, ιδρυτής και πρόεδρος της διαΝΕΟσις, ο οποίος απηύθυνε
χαιρετισμό πριν την ομιλία, έθεσε ως προϋπόθεση, ως τον «μόνο δρόμο για συλλογική
ευημερία» την εγκαθίδρυση μιας οικονομίας που να στηρίζεται στη γνώση και στην
τεχνολογία, να βασίζεται στο κίνητρο και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Έχει απόλυτο δίκιο.
Όμως τελικά, από την Κύπρο δεν έχουμε μόνο να διδαχθούμε σε επίπεδο συγκεκριμένων
 πολιτικών – άλλωστε ξέρουμε τι χρειάζεται να κάνουμε, άλλο αν συστηματικά διαλέγουμε
να το αγνοούμε.
Έχουμε να διδαχθούμε όμως από το ήθος και τον πολιτισμό του προέδρου της – είναι τελικά
η μόνη ελπίδα να βρεθούμε κι εμείς… στο δρόμο για την ευημερία.

Πρέπει όλοι οι νέοι να φύγουμε στο εξωτερικό;

Αν είσαι εικοσάρης στην Ελλάδα σήμερα, έχεις δεχτεί πιθανότατα την ίδια συμβουλή χιλιάδες φορές: να φύγεις στο εξωτερικό. Και αν δεν σου αρέσει, κάτι πάει στραβά με σένα ή με τους άλλους; Μία εκπρόσωπος αυτής της γενιάς αναζητά την απάντηση, αντλώντας από τη δική της εμπειρία και των φίλων της. Μιλούν ο Θοδωρής από το Βέλγιο, η Μαρία από το Άμστερνταμ και ο Θάνος από το Βερολίνο.
Χρόνος ανάγνωσης: 
12

Γκραφίτι στην πλατεία Mehringplatz του Βερολίνου. [Joan/Flickr]
Αν η πρώτη ή η δεύτερη δουλειά σου είναι στην Ελλάδα σήμερα, το έχεις μάλλον αποδεχτεί: θα δουλεύεις πολλές ώρες, με λίγα χρήματα, με γκρινιάρηδες συναδέλφους μεγαλύτερης ηλικίας ή συνομηλίκους σου με το μάτι να φύγουν έξω ή να αλλάξουν δουλειά.
Ταυτόχρονα θα ακούς «γιατί δεν έφυγες», αν έφυγες «γιατί γύρισες», ενώ θα διαβάζεις πόσο σημαντικό είναι να σταματήσει το  που έχει κάνει πολύ ανήσυχους όσους γενικώς επιμένουν «φύγετε έξω οπωσδήποτε!».
Πριν καλά καλά τελειώσω τη Νομική, άκουγα προτάσεις για το πού να πάω στο εξωτερικό. Και πριν καλά καλά γυρίσω στην Αθήνα από το εξωτερικό, άκουγα «μην έρθεις ποτέ πίσω». Όσοι ενήλικες μας επηρεάζουν, στα πενήντα τους και κάτι, ως γονείς, δάσκαλοι, δημόσια πρόσωπα ή και εργοδότες έχουν καθαρή άποψη για την απαίσια Ελλάδα, το υπέροχο εξωτερικό, στενοχωριούνται που φεύγουμε, αλλά δεν γίνεται κι αλλιώς.
Την ίδια ώρα, φίλοι στο εξωτερικό καταρρέουν από τη μοναξιά ή το άγχος μιας ζωής που δεν συνηθίζεται, ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνουν μισθούς διπλάσιους από εμάς που μένουμε στην Ελλάδα. Τελικά πού είναι καλύτερα και τι πρέπει να κάνουμε;
Ακολουθούν οι ιστορίες μερικών νέων ανθρώπων που δοκίμασαν να ζήσουν στο εξωτερικό, να γυρίσουν, να μείνουν εκεί μόνιμα ή να βρουν μια ισορροπία, αλλάζοντας διαμονή ανάλογα με τις επιθυμίες τους.

Η μοναξιά, επιλεκτική ή ακούσια

Ένα βράδυ, καθισμένη μπροστά στον υπολογιστή, έλαβα ένα ίνμποξ. Ήταν ο Θοδωρής που ζούσε στο Βέλγιο, «δεν είμαι και πολύ καλά», μου είπε, «μπορείς να μιλήσουμε;». Ο Θοδωρής, στα 25 του, είχε απελπιστεί. Στο Βέλγιο δεν συνέβαινε τίποτε. Υπερβολική ησυχία. Δεν άντεχε άλλο να μην μπορεί να ταιριάξει με άνθρωπο. Το σπίτι του στο κέντρο το ένιωθε σαν «ένα σπίτι στη μέση του πουθενά».
Δεν είχε καμία όρεξη να κάνει συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων για δουλειές έξι μηνών, για τις κλασικές θέσεις που θέλουν όλοι όσοι μεταναστεύουν στο Βέλγιο, αυτές που κυρίως συνδέονται με την υψηλού επιπέδου γραφειοκρατία των Βρυξελλών και που μόλις ανακοινώνονται σε ιστοσελίδες που όλοι ανανεώνουν διαρκώς στους υπολογιστές τους γίνεται χαμός.
Τον καθησύχασα. Για να πάρω τη σκέψη του από τη δουλειά, τον ρώτησα «δεν είναι όμορφα όμως εκεί που μένεις;» Τού θύμισα ότι το οικείο μας κέντρο που τόσο του έλειπε ήταν στενό, μίζερο και γεμάτο σκουπίδια, αλλά άκρη δεν έβγαζα. Δεν άντεχε άλλο να μιλάει με ανθρώπους που φοράνε κοστούμι από τα δεκαπέντε τους, συναναστρέφονται ανθρώπους προκειμένου να «χτίσουν δίκτυο» και βλέπουν τις παρέες τους σαν δουλειά ή τα απόνερα της δουλειάς τους.
Του έλειπαν οι παρέες του. Ένιωθε μόνος του με έναν τρόπο που είχε χρόνια να νιώσει. Όχι ότι δεν περιτριγυριζόταν από αρκετούς ανθρώπους, αλλά όσοι τον περιέβαλαν δεν τον καταλάβαιναν ή δεν τον αφορούσαν. Γύρισε στην Ελλάδα, για να συνέλθει.

Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί στη Μαρία, που έζησε για λίγο στο Άμστερνταμ ως τα 26 της. Αγαπούσε την Ολλανδία, επειδή όλα ήταν απλά και εύκολα. Από το super market μέχρι τον δήμο, όλα ήταν φτιαγμένα για να έχεις αυτό που θέλεις όταν το θέλεις, είτε πρόκειται για βεβαίωση με σφραγίδες είτε για καρπούζι το καταχείμωνο.
Μου περιέγραψε όμως ένα βράδυ στην ουρά ενός κλαμπ, τότε που φοβήθηκε ότι γύριζε στην εφηβεία. Ιδρωμένα αγόρια από τα ποτά και τα ναρκωτικά, κορίτσια ακουμπισμένα στο πεζοδρόμιο έτοιμα να κάνουν εμετό ή να αποκοιμηθούν, πολύς κόσμος που ικέτευε τον πορτιέρη να περάσει και βροχή με ομίχλη, σαν να βγαίνει για ατέλειωτες ώρες νερό από πηχτό σκοτάδι.
Πετάχτηκε από τη σειρά με τη σκέψη «τι κάνω εγώ εδώ πέρα τώρα; Τι παριστάνω;», βρήκε το ποδήλατο της, το ξεκλείδωσε, ανέβηκε και γύρισε σπίτι τρέμοντας από το κρύο. Στο Άμστερνταμ τότε είχε μόλις έναν μήνα και ήξερε μόνο τους Ολλανδούς συγκατοίκους της από το σπίτι όπου έμενε. Αυτοί θα περνούσαν το βράδυ στο κλαμπ. Αν δεν πήγαινε μαζί τους, δεν θα την περνούσαν για υπερβολικά κουλ, αλλά μάλλον για βαρετή και αντικοινωνική.
Την ρώτησα από πότε την ένοιαζε τι θα έλεγαν γι’ αυτήν. «Από τότε που σε μια ολόκληρη χώρα ήξεραν το όνομα μου πέντε άνθρωποι», δεν δίστασε να μου πει. «Δεν ήθελα όλη η κοινωνική μου ζωή να είναι το skype και το ίνμποξ», πρόσθεσε.

Mετανάστες που γεννήθηκαν στην Ελλάδα (ηλικία 15+): Κύριοι προορισμοί στον ΟΟΣΑ ανά επίπεδο εκπαίδευσης το 2010/11

Υψηλής μόρφωσης (σε χιλιάδες) Αλλαγή από το 2000/2001 (%) Χαμηλής μόρφωσης (σε χιλιάδες) Αλλαγή από το 2000/2001 (%)
ΗΠΑ 43,2 +2,5 Γερμανία 127,0 +15,5
Γερμανία 27,4 +255,6 Αυστραλία 61,1 -24,6
Ην. Βασίλειο 24,3 +36,0 ΗΠΑ 48,0 -27,8
Καναδάς 12,7 +26,2 Καναδάς 34,3 -27,0
Αυστραλία 7,4 +16,9 Τουρκία 22,4 -47,1
Σύνολο 142,3 +36,2 Σύνολο 324,7 -14,9

Εγώ είχα σταθεί πιο τυχερή. Οι συγκάτοικοι μου στην Ολλανδία δεν κατάγονταν από βόρειες χώρες και ταιριάξαμε εύκολα. Με Έλληνες, που είχαν χρόνια εκεί, δεν είχα καμία όρεξη να κάνω παρέα. Όσοι σπούδαζαν ήταν μια χαρά κι αμέριμνοι, αλλά σε όσους είχα πετύχει να εργάζονται εκεί, είχα διακρίνει μία μελαγχολία και μία νοσταλγία που με τρόμαξαν και με απώθησαν.
Ειδικά οι παλιότεροι μετανάστες είχαν χάσει και όλα τα ενδιάμεσα στάδια προόδου από τα οποία είχε περάσει η Ελλάδα, με αποτέλεσμα να μην έχουν ενσωματώσει στη σκέψη τους ούτε την υπερβολικά προοδευτική για το γούστο τους Ολλανδία, ούτε την Ελλάδα του 2015 που, ομολογουμένως, δεν έμοιαζε με την Ελλάδα του 1990 που θυμούνταν.
Έτσι, απέφευγα την παρέα των Ελλήνων ακόμη και διαδικτυακά, αφού ένας καλός τρόπος να καταλάβει κανείς ότι πολλοί από αυτούς βασανίζονται στο εξωτερικό είναι να μπει στις σελίδες τους στο facebook ή να επισκεφθεί κάποια από τις ιστοσελίδες Ελλήνων της Ολλανδίας που άνετα θα χαρακτηρίζονταν καλτ. Εκεί μπορεί να διαβάσει κανείς αληθείς δηλώσεις, όπως ότι στην Ολλανδία αν δεν συγκατοικήσεις δεν γίνεται να τα βγάλεις πέρα οικονομικά, αλλά και αναρτήσεις ψυχοθεραπευτικής στόχευσης που τα λένε όλα από τον τίτλο, όπως αυτή με θέμα «δέκα ψέματα που σου είπε ο κολλητός σου για να έρθεις στην Ολλανδία». Ανάμεσα στις μαρτυρίες ότι η Ολλανδία δεν είναι ο εργασιακός παράδεισος που πολλοί Έλληνες φαντάζονται, βρίσκει κανείς και προσκλήσεις για διασκεδάσεις με Καρρά και άλλα ελληνικά σε υπόγειες ταβέρνες. Πρόκειται για ιστοσελίδες-θρίλερ της υπερβολής, που είναι όμως εν μέρει αποκαλυπτικες.

Τα γάντια κομμωτηρίου στην Αθήνα και η Οδύσσεια για σπίτι στο Βερολίνο

Λίγους μήνες μετά τη συνομιλία μου με το Θοδωρή, βρήκα φθηνό εισιτήριο για το Βερολίνο και πήγα. Ο φίλος που θα με φιλοξενούσε, ο Θάνος, είναι γιατρός. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και δουλεύει σε ένα εξαιρετικό νοσοκομείο, όπου γίνεται σημαντική έρευνα και πληρώνεται πολύ καλά. Σε αντίθεση με τους νέους επαγγελματίες στην Ελλάδα που ανταγωνίζονται ποιος θα κλείσει τα φώτα του γραφείου τη νύχτα, για να κάνει καλή εντύπωση σε κάποιο παλιομοδίτικο και αναποτελεσματικό αφεντικό, ο Θάνος συνήθως τελειώνει την εργασία του νωρίς το απόγευμα.
Αντί για γάντια κομμωτηρίου, που του είχαν προτείνει να χρησιμοποιήσει μια φορά σε νοσοκομείο της Ελλάδας, χρησιμοποιεί ιατρικά γάντια όταν πρόκειται να αγγίξει ασθενείς και έχει στη διάθεσή του εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας και πρόσβαση σε σπάνια δεδομένα ασθενών, απαραίτητα για έρευνα. Πηγαίνει στη δουλειά με το ποδήλατο και μπορεί να προγραμματίσει από τώρα τις διακοπές του για το καλοκαίρι.
Αν είχε μείνει στην Ελλάδα θα έπληττε αφόρητα σε κάποιο κέντρο υγείας ορεινού χωριού ή θα περίμενε την παράλογη ελληνική γραφειοκρατία να τον χρίσει ειδικευόμενο.

doctors.jpg

Αλλαγές στον αριθμό των γιατρών με ελληνικό πτυχίο σε τρεις χώρες του ΟΟΣΑ, 2000-2012.

Πριν βάλει τη ζωή του σε αυτήν την καθησυχαστική τάξη, ο πρώτος χρόνος στο Βερολίνο ήταν σκληρός. Αποφάσισε να συγκατοικήσει, γιατί το είχε δοκιμάσει και παλιά σε άλλη γερμανική πόλη και «μειώνει τη δυσκολία προσαρμογής». Για να βρει συγκατοίκους και σπίτι περνούσε από διαδοχικές συνεντεύξεις όπου έπρεπε να δείχνει από κουλ μέχρι πλούσιος, ενώ συχνά οι πιθανοί του συγκάτοικοι, αφού σημείωναν όσα έλεγε σε ένα σημειωματάριο, τον ενημέρωναν ότι μετά από αυτόν θα έβλεπαν άλλα πενήντα άτομα, επομένως καλό θα ήταν να μην σταματήσει το ψάξιμο.
Μετά από αμέτρητα ίνμποξ, μέιλ και ώρες χαμένες στα σχετικά διαδικτυακά γκρουπ που σε βοηθούν να βρεις διαμέρισμα (όποιος αφήνει ή υπενοικιάζει το σπίτι του «ανεβάζει» εκεί φωτογραφίες και αμέσως συρρέουν όσοι ενδιαφέρονται) βολεύτηκε σε ένα δωμάτιο σε μια γειτονιά του κέντρου, υποβαθμισμένη και βρώμικη, με κατοίκους κυρίως φτωχούς μετανάστες που δουλεύουν ως εργάτες.
Από εκείνη τη γειτονιά ο Θάνος θυμάται μεθυσμένους παππούδες να ξαπλώνουν από το πρωί στην είσοδο των σούπερ μάρκετ κρατώντας μπύρες, οικογένειες ολόκληρες να πετάνε τα σκουπίδια τους στο πεζοδρόμιο και να φτύνουν κάτω και άντρες να μιλούν ρώσικα ή πολωνικά στα κινητά τους και να κάθονται τις νύχτες στις εισόδους των πολυκατοικιών καπνίζοντας και συζητώντας ύποπτα. Με συννεφιά ή βροχή, η γειτονιά γινόταν ακόμη πιο μίζερη και φοβόσουν ευκολότερα.

Τα ποσοστά της ανεργίας από το 2012 ως το 2017 (τον Αύγουστο κάθε χρονιάς)

Ηλικιακή ομάδα Έτος
  2012 2013 2014 2015 2016 2017
15-24 56,5 57,6 49,9 48,3 45,2 40,2
25-34 32,6 36,5 34,7 30,9 29,9 26,9
35-44 21,8 24,0 23,0 21,9 20,1 18,5
Σύνολο 25,7 27,8 26,3 24,7 23,4 20,6
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Προκειμένου να φύγει από εκεί και να μείνει μόνος έπρεπε να αρχίσει το ψάξιμο από την αρχή, αυτή τη φορά μπλέκοντας με τους ίδιους τους εκμισθωτές (συνήθως με κάποια εταιρεία ενοικιάσεων) και όχι με πιθανούς συγκατοίκους. Έπρεπε να ετοιμάσει έναν φάκελο από τον οποίο θα προέκυπτε ότι είναι σε θέση να πληρώνει το ενοίκιο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι βρίσκεται νόμιμα στη χώρα. «Γενικά βάζεις ό,τι πληροφορία μπορεί να τους πείσει να σου νοικιάσουν το σπίτι».
Οι ημέρες που τα σπίτια δέχονταν υποψήφιους ενοικιαστές ήταν ένας εφιάλτης. Στις ώρες υποδοχής σχηματίζονταν μπροστά τους μεγάλες ουρές. «Μπορώ να πω ότι, για να βρω το σπίτι που ήθελα, δηλαδή ένα σπίτι όπου θα μπορούσα να μείνω για τα επόμενα χρόνια, χρειάστηκα συνολικά 11,5 μήνες». Τι συμβαίνει με αυτούς που δεν έχουν όλα τα χαρτιά τους στην εντέλεια; «Θα αλλάζουν συνέχεια σπίτι, μάλλον, και θα υπενοικιάζουν λογικά, μέχρι να αδειάσει κάτι», λέει ο Θάνος που είχε την τύχη να έχει όλα τα χαρτιά του στην εντέλεια και εξασφαλισμένο μισθό.

Το παραπάνω βίντεο αποτελεί συρραφή αποσπασμάτων από τα έξι διαδικτυακά ντοκιμαντέρ του New DiasporaΗ ιστοσελίδα, που είναι μία παγκόσμια διαδικτυακή κοινότητα για τη νέα φουρνιά Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό –όπως χαρακτηριστικά λένε οι ίδιοι, «ένα συμμετοχικό κανάλι που καταγράφει ένα ολόκληρο μεταναστευτικό ρεύμα σε πραγματικό χρόνο».

Η άπιαστη ευτυχία

Την ίδια ώρα όσοι βρισκόμαστε στην Αθήνα ακούμε: «Αν δεν φύγεις από εδώ, θα τρέχεις και δεν θα φτάνεις για μικροπράγματα, θα σου συμβούν φοβερές αναποδιές στην δουλειά σου και δεν θα βρεις ποτέ το δίκιο σου» ή «εδώ έχει μόνο ήλιο, δεν τρώγεται, να έρχεσαι για διακοπές, δεν είμαστε για τίποτα». Βιώνουμε ταυτόχρονα την απορρύθμιση και την καθησυχαστική αίσθηση ενός οικείου περιβάλλοντος. Πληροφορούμαστε από τους σημερινούς πενηντάρηδες ότι η χώρα καταρρέει επειδή φεύγουμε, αλλά πως αν δεν φύγουμε θα γίνουμε ή γραμματείς, αν έχουμε πτυχίο, ή σερβιτόροι, αν δεν έχουμε.
Δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς σκέφτονται. Υποθέτω, αυθαίρετα, ότι η γενιά που κατόρθωσε να κάνει τον τόπο της αφόρητο και αποπνικτικό για την ίδια νομίζει ότι εξιλεώνεται λέγοντάς μας πού να ζούμε. Αναγνωρίζω ότι το κάνει από αγάπη και από ειλικρινή αλτρουισμό, κανείς γονιός δεν θέλει το παιδί του μακριά και κανένας συνταξιούχος δεν θέλει να μην υπάρχουν εργατικά χέρια να του χρηματοδοτούν τη σύνταξη, αλλά με κουράζει αυτή η μόνιμη προσδοκία ότι θα ζήσουμε κάπου, για να εκπληρώσουμε την επιθυμία φυγής ή εξιλέωσης άλλων ή ότι θα ζήσουμε εδώ αλλά θα παραιτηθούμε από την ιδέα της ευτυχίας μας με τους δικούς μας όρους.

icapgraph.jpg

Λόγοι μετακίνησης στο εξωτερικό των συμμετεχόντων σε έρευνα της ICAP του 2017 για το brain drain.

Εν τέλει δεν πείθομαι ότι ξέρουν καλύτερα, παρά τις καλές προθέσεις τους. Η γενιά αυτή φαίνεται να πιστεύει σε μεγάλο βαθμό «ότι οι Έλληνες έχουν παντού ζήτηση στο εξωτερικό», επειδή το άκουσε κάπου, κι ότι μια γειτονιά που την βλέπεις δύο φορές στο street view του google maps μπορεί να γίνει η γειτονιά σου. Θέλει εδώ τους νέους, αλλά όταν βρει πραγματικό νέο με σάρκα και οστά μπροστά της επιμένει ότι οι εικοσάρηδες και τριαντάρηδες οφείλουν να φύγουν άμεσα.
Μάλιστα οι επίμονοι προβολείς του «φύγετε» παραβλέπουν εναλλακτικές που είναι πολύ της μόδας ανάμεσα στους ίδιους τους νέους, αλλά όχι τόσο απόλυτες όσο ένα τελεσίδικο «μένω» ή «φεύγω», ώστε να λειτουργήσουν ως βάση βολικών γενικεύσεων. Πολλοί εικοσάρηδες δεν θέλουν να μένουν κάπου σταθερά. Θέλουν να πάνε και να έρχονται, να ταξιδεύουν ή να δοκιμάζουν να ζουν σε πολλά διαφορετικά «αλλού». Συχνά δεν χρειάζεται καν να αφήσουν το σπίτι τους στην Αθήνα, είτε επειδή ζουν εκεί συγγενείς τους ή επειδή μπορούν να το νοικιάσουν στο airbnb.

Με το ένα πόδι στην Ελλάδα

Η Ελένη είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Τελείωσε με άριστα το πτυχίο και το μεταπτυχιακό της στην Αθήνα. Βρήκε δουλειά και την κράτησε δυο χρόνια. Δούλευε για λίγα χρήματα, όλη μέρα, αλλά μαθαίνοντας διαρκώς και απολαμβάνοντας τις παρέες της στην Αθήνα. Κάποια στιγμή αποφάσισε ότι το να σταδιοδρομήσει σε ένα αυστηρό εταιρικό περιβάλλον δεν ήταν στις φιλοδοξίες της και μόλις το πράγμα σοβάρεψε αποφάσισε να φύγει για τις ΗΠΑ, όπου σπούδασε κι άλλο, στο Harvard αυτή τη φορά, παίρνοντας υποτροφίες.
Μόλις τελείωσε τις σπουδές της δεν θέλησε να μείνει στις ΗΠΑ. «Δεν με νοιάζει να ζω κάπου, επειδή στην Ελλάδα θεωρείται ιδανικό ή της μόδας, αφού αισθάνομαι εγώ η ίδια ότι δεν μου πάει», μου είπε. «Πολλοί απ’ τη σχολή μου έκαναν αιτήσεις για δουλειές στη Νέα Υόρκη. Εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου εκεί, δεν ήταν το δικό μου όνειρο», συνέχισε, «δεν μπορώ να στο εξηγήσω ακριβώς, αλλά κάπως διαισθητικά αποφασίζω τι μου πάει και τι όχι. Δεν μπορούσα να με φανταστώ ευτυχισμένη σ’ ένα γραφείο στη Νέα Υόρκη, το να σπουδάζεις στην Αμερική είναι τέλειο, δεν θα το άλλαζα, να βρω δουλειά όμως εκεί, δεν μου έλεγε τίποτα».
Έτσι, παρότι υπήρχαν ευκαιρίες, η Ελένη αποφάσισε ότι δεν ήθελε να τις κυνηγήσει. Γυρίζοντας για λίγους μήνες στην Αθήνα, κουράστηκε να εξηγεί γιατί επέστρεψε από την Αμερική. Την βρήκα σε ένα φιλικό πάρτι και όλοι την κοιτούσαν σαν να εξέπεσε από τον παράδεισο. Άνθρωποι που έχουν περάσει όλη τη ζωή τους μένοντας ένα πάτωμα από τη μαμά και τον μπαμπά είχαν τη γνώμη ότι «έπρεπε να το κυνηγήσεις μερικά χρόνια εκεί, δεν χάνονται έτσι τέτοιες ευκαιρίες!», κι αν όχι εκεί, δηλαδή στην μακρινή Αμερική, σε πόλεις που οι Έλληνες έχουν αγιοποιήσει και που μιλούν γι’ αυτές με αληθινή λαχτάρα, όπως το βρεγμένο, ανταγωνιστικό, αγχώδες και επισήμως εσωστρεφές πια Λονδίνο.
Η Ελένη, αφού πέρασε αρκετούς μήνες στην Αθήνα, βρήκε δουλειά στο Παρίσι κι από κει σχεδιάζει να βρει έμπνευση και να κάνει ό,τι της κατέβει. Εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Αθήνα παραμένει ανθρώπινη, ζωντανή και καθόλου βαρετή. Την ενοχλούν η γκρίνια και το παράπονο των Ελλήνων για τα πάντα, όμως ανάμεσα στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη μάλλον επιλέγει το οικείο χάος γύρω από την Ακρόπολη, στο οποίο θέλει να γυρίζει με κάθε ευκαιρία.

Οι σημαντικότερες χώρες προέλευσης της ελληνικής «μετακινούμενης διασποράς»

Ηνωμένο Βασίλειο 21%
Γερμανία 14%
ΗΠΑ 10%
Κύπρος 7%
Ελβετία 5%
Πηγή: Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος

Η Βίκυ από την άλλη έχει φύγει από την Αθήνα εδώ και έντεκα χρόνια. Έχει αλλάξει τρεις χώρες, άλλοτε σπουδάζοντας, άλλοτε ακολουθώντας παρέες και άλλοτε κυνηγώντας δουλειές που δεν θα την κλείδωναν σαν τιμωρημένη σε ένα γραφείο 9 με 7. «Δεν μου άρεσε ο εαυτός μου στην Ελλάδα, ηρέμησα φεύγοντας, έκανα αυτό που ήθελα, δεν έδωσα λογαριασμό, απλώς έφυγα», μου είπε από το ίνμποξ.
Τώρα βρίσκεται στο Στρασβούργο, πριν ήταν στη Σκανδιναβία. Ταξιδεύει συχνά σε διάφορες πόλεις στην Ευρώπη. Έρχεται και στην Αθήνα. «Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον μέρος η Αθήνα». Μου λέει πως έχει την εντύπωση ότι όσοι βρίσκονται εδώ ξέρουν γιατί ζουν εδώ. Δεν έχουν την προσδοκία ότι θα βρουν την καθαριότητα και την τάξη της Στοκχόλμης, αλλά μάλλον θεωρούν σημαντικό το φως γύρω τους και το φθηνό νοίκι.
«Φαίνεται σαν κάτι να γεννιέται στα ερείπια, πολλά μαγαζιά έκλεισαν, αλλά ανοίξανε άλλα, καλύτερα, υπάρχει καλλιτεχνική παραγωγή και καλλιτεχνικά ερεθίσματα και φαίνεται σαν να καθάρισε το τοπίο απ’ τους παλιούς, σαν να μην μετράνε πια». Της είπα ότι το παλιό υπάρχει ακόμη εδώ, έχει κολλήσει, έχει γίνει ένα με το τοπίο, αλλά συμφωνήσαμε στο ότι ίσως οι νέοι άνθρωποι να μην του δίνουν πια και τόση σημασία, μάλλον δεν αισθάνονται ότι τους αφορά ή ότι μπορεί να τους κηδεμονεύσει: για μας απέτυχε κι αυτό είναι απελευθερωτικό.

Ο καθένας με τον τρόπο του

Ίσως έχει νόημα να δοκιμάζουμε. Και το εδώ και το αλλού. Είμαι κι εγώ απ’ αυτούς που νομίζουν ότι αν καθίσουν πολύ στην Αθήνα κάτι απροσδιόριστο, αλλά μίζερο και σκοτεινό θα τους καταπιεί, ότι θα χάσουν την όρεξη και τη στόχευσή τους. Ταυτόχρονα, δεν μπορώ καθόλου, δυστυχώς, να πω σε όλους τους πενηντάρηδες που αναρωτιούνται γιατί συνέχεια επιστρέφουμε στον τόπο της γκρίνιας και της αναποτελεσματικότητας ότι η ζωή στο εξωτερικό κυλάει σαν όνειρο.
Έχοντας τη γνώμη ότι δεν μπορείς να ξέρεις τι σου πάει πιο πολύ, διάλεξα να μείνω και έξω και στην Αθήνα. Και θέλω να επιστρέφω και έξω και στην Αθήνα. Πουθενά δεν είναι τέλεια, το πώς θα περάσεις εξαρτάται από χίλια δυο πράγματα, η ζωή σου δεν καθορίζεται από γενικούς δείκτες (ανεργίας, ευτυχίας, υγείας κ.λπ.) αλλά από συγκυρίες, περιστάσεις και προτιμήσεις που μπορεί και να μην φαντάζεσαι καν μένοντας ή φεύγοντας. Μάλλον η μόνη λογική επιλογή είναι να δοκιμάζεις τι σου πάει.

Ντοκιμαντέρ της New DiasporaΗ ιστοσελίδα. Σκηνοθεσία και μοντάζ: Νίκος Σταμπουλόπουλος, ηχοληψία και μιξάζ: Νίκος Κανδαράκης.
Οι σημερινοί εικοσάρηδες ενηλικιωθήκαμε όταν κατέρρεαν οι σιγουριές, ενώ ο κόσμος μίκραινε ξαφνικά με πτήσεις χαμηλού κόστους και τις εφαρμογές της google. Μάθαμε να εκτιμούμε τα στοιχειώδη, να μην είμαστε μεγαλομανείς και να φοβόμαστε τις ψευδαισθήσεις. Δεν μας έπεισε ποτέ κανείς ότι όλα μας ανήκουν και δεν έχουμε καθόλου την άποψη ότι η μικρή μας χώρα είναι το κέντρο του σύμπαντος. Δεν έχουμε όνειρο ένα σταθερό εισόδημα, ένα αμάξι κι ένα σπίτι αλλά πώς να φύγουμε από τα σπίτια των γονιών μας και πώς να κάνουμε μια δουλειά με νόημα που να μην μας πνίγει και να μην μας βουτά στην κατάθλιψη.
Δεν μας ενοχλεί που δεν θα πάρουμε σύνταξη, επειδή αυτό φαίνεται τόσο μακρινό που καταντά μη ρεαλιστικό πρόβλημα, αλλά που τώρα δουλεύουμε όλη μέρα και πάλι χρειαζόμαστε τη σύνταξη και τη φροντίδα της μαμάς, για να τα βγάλουμε πέρα. Δεν μας απωθεί το δημόσιο θεωρητικά κι αφηρημένα, αλλά μας φαίνεται αλλόκοτο όταν μπορείς να παραγγείλεις πίτσα ηλεκτρονικά ή να κανονίσεις να βγεις ραντεβού με έναν άγνωστο, να πρέπει να συναντηθείς με τον ίδιο τον βαριεστημένο υπάλληλο, από κοντά, σε μια άθλια δυσκίνητη ουρά, για να πάρεις μία βεβαίωση. Θέλουμε να μπορούμε να νοικιάσουμε ένα πολυτελές εξοχικό στο airbnb, όχι να χτίσουμε το δικό μας.
Έχουμε, όπως είναι εντελώς φυσικό, μεγαλώσει αλλιώς, με άλλα πρότυπα ευτυχίας και άλλες επιθυμίες από εκείνους που μας λένε επίμονα πού να ζήσουμε. Η ευτυχία μας μπορεί να βρίσκεται εδώ ή αλλού ή άλλοτε εδώ και άλλοτε αλλού. Δεν αποκλείεται η συμβουλή «φύγετε» να μην είναι τίποτε άλλο παρά αχρείαστος θόρυβος, που περισσότερο απευθύνεται στις ανάγκες αυτού που τον παράγει.

Γεννήθηκε το 1992. Σπούδασε Νομικά στη Νομική της Αθήνας και έκανε μεταπτυχιακό στην Οικονομική Ανάλυση του Δικαίου στη Νομική της Ουτρέχτης. Έχει γράψει μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο Μπλε Υγρό (2017). Κείμενα της φιλοξενούνται στο The books journal. Ζει στην Αθήνα.
Αγιασμοί δίχως ιερό
του Γιάννη Πατίλη
Οι θεσμοί της παραπαιδείας έχουν μετατραπεί σε οργανικό μέρος του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Κώστας Γαβρόγλου, υπουργός Παιδείας, Αυγή, 3 Σεπτ. 2017 (συνέντ.)
Επειδή έχω την ασυνήθιστη συνήθεια εκτός από το δίκτυο να «σερφάρω» και στα τεκμήρια του ιστορικού μας παρελθόντος, πρόσφατου και απώτερου, έπεσα προ μηνός σε ένα δημοσίευμα της Ακροπόλεως της Τετάρτης 7 Σεπτεμβρίου 1888 (!) που δίνει στον παραπάνω «αθώο» παρακείμενο («έχουν μετατραπεί») του υπουργού Παιδείας, και μ’ όλο το βάρος του συντελεσμένου που διαθέτει, ένα τέτοιο ιστορικό βάθος, που εγώ, τουλάχιστον, δεν θα τολμούσα, μ’ όλη την ιστορική μου καχυποψία, να φανταστώ! Το θέμα μου, βεβαίως, και το ζωτικό ενδιαφέρον (μιας και ακόμη με συντηρεί ως συνταξιούχο εκπαιδευτικό το δημόσιο), δεν είναι η παραπαιδεία, αλλά το ίδιο το σύστημα της λαϊκής παιδείας μας, του οποίου αποτελεί ανεστραμμένο κάτοπτρο. Παραθέτω το δημοσίευμα (εδώ το πρωτότυπο):
Οι καθηγηταί και η ιδιωτική διδασκαλία
Πολλοί των καθηγητών, των εχόντων δημοσίας θέσεις και διδασκόντων ιδίως εις τας πόλεις, διαθέτουσι συνήθως τόσας πολλάς εις ιδιωτικήν διδασκαλίαν ώρας, ώστε ολίγος ή ουδόλως απομένει εις αυτούς καιρός, όπως προετοιμάζωνται πρεπόντως και διδάσκωσι μετά της απαιτουμένης εμβριθείας και ηρεμίας, αφού μάλιστα διατρέχουσι πολλάκις μακράς οδούς και φθάνουσι κατάκοποι και ασθμαίνοντες. Παρετηρήθη δυστυχώς, ότι εις τοιαύτην κερδοσκοπικήν διδασκαλίαν επιδίδονται και γυμνασιάρχαι και διευθυνταί διδασκαλείων επί μεγίστη βλάβη των εκπαιδευτηρίων, των οποίων την τύχην ενεπιστεύθη εις αυτούς το δημόσιον.
Είνε αληθές, ότι οι δημόσιοι καθηγηταί έχουσι εκ του νόμου το δικαίωμα να διδάσκωσιν εις ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ή εις οικίας δώδεκα ώρας, αλλά του δικαιώματος τούτου εγένετο μεγάλη κατάχρησις. Προς άρσιν του κακού εξέδωκε το υπουργείον εγκύκλιον, δι’ ης αυστηρότατα απαγορεύει πάσαν υπέρβασιν του ορίου των δώδεκα ωρών επί ποινή αυστηροτάτη. Είχον καταντήσει πολλοί καθηγηταί να θεωρώσι το κύριον αυτών καθήκον ως τι πάρεργον.
(Ακρόπολις, 07-09-1888)
Εκατόν είκοσι εννέα χρόνους πριν η «παραπαιδεία» είναι ήδη συγκροτημένη ως παρα-κρατικός θεσμός, ημιαναγνωρισμένη από το ίδιο το κράτος, με εκπλήσσουσα ομοιότητα προς την τωρινή στα δομικά της στοιχεία και τις βλαπτικές της συνέπειες για τα συμφέροντα της δημόσιας εκπαίδευσης. Στοιχειώδης λογική και ιστορική κατανόηση της εν λόγω κοινωνικής παθογένειας καταλήγει σε τρία τουλάχιστον θεμελιώδη συμπεράσματα:
(1) H «παραπαιδεία» δεν είναι χθεσινό ή προχθεσινό φαινόμενο, αλλά έχει βαθειές ιστορικές ρίζες μέσα στο σώμα της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας και συνιστά ανθεκτική επιθυμία μεγάλης μερίδας μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών. Είναι σχεδόν η εθνική εκπαιδευτική μας ταυτότητα ή «ιδιοπροσωπία».
(2) Η «παραπαιδεία» τρέφεται από τις σάρκες της κρατικής παιδείας και αποτελεί αντικοινωνική «διόρθωση» των δομικών και μακροχρόνιων στρεβλώσεών της, ευνοούμενη από την απαξίωση στη συνείδηση της κοινωνίας της ίδιας της δημόσιας εκπαίδευσης.
(3) Η απαξίωση αυτή έχει να κάνει με την εκ γενετής πελατειακή και αναξιοκρατική συγκρότηση του νεοελληνικού δημόσιου τομέα και την συνεπακόλουθη ευρεία κοινωνική αντίληψη ότι η δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα παρέχει πρωτίστως δικαιώματα καί εξασφάλιση για τον εργαζόμενο και δευτε­ρευόντως σοβαρές υποχρεώσεις ατομικής αυτοβελτίωσης και κοινωνικής προσφοράς.
Κάθε δημοκρατική κυβέρνηση, πρωτίστως όμως μια αριστερή κυβέρνηση, έχει ανελαστική ιστορική, πολιτική και ηθική υποχρέωση και ευθύνη για την ριζική αναβάθμιση του επιπέδου εκπαίδευσης των παιδιών του λαού και την απαλλαγή των οικογενειών τους από την χρόνια βαρειά οικονομική τους αιμορραγία προς όφελος μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, και μάλιστα σε καιρούς βαθειάς και παρατεινόμενης κρίσεως.
Το κρίσιμο ερώτημά μου, τόσο προς τον εαυτό μου όσο και προς τον (κάθε) καλοπροαίρετο υπουργό Παιδείας και (κάθε) ενεργό πολίτη, είναι τούτο: πώς μια τέτοια ριζική και αποβλεπτική σε θετικά αποτελέσματα και σε βάθος χρόνου αλλαγή, θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί ποτέ, με δεδομένα τα τρία προηγούμενα συμπεράσματα, δίχως σύγκρουση με πλατειά κοινωνικά στρώματα και ιδίως με εκείνα που, πέραν των νόμιμων ή ημινόμιμων ιδιωτικών δραστηριοτήτων τους, εκφράζουν και πολιτικώς τις συνεστημένες δημοσιοϋπαλληλικές έξεις και τα συμφέροντα;…
Το επί ενάμιση περίπου αιώνα βαθύ και σχεδόν πλήρες, κατά τη γνώμη μου, αδιέξοδο στην πραγματική ποιοτική αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης (πλην ελάχιστων και δίχως συνέχεια εξαιρέσεων), έχει ως εκ τούτου μεταφερθεί εκτονωτικώς στο πεδίο των πολιτικών αντιπαραθέσεων, ιδίως κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης – και μολονότι συμμερίζομαι τη διαπίστωση του νυν υπουργού για την κακοπροαίρετη στάση των αντιπολιτευομένων κομμάτων που όλα «θέλουν με ατάκες να κάνουν πολιτική» αρνούμενα να συνεργαστούν επί της ουσίας, νιώθω πως είναι, ως διαπίστωση, δυστυχώς αυτεπίστροφη για μεγάλο μέρος του πολιτικού βίου και της ίδιας της ευρύτερης αριστεράς ως κομματικής αντιπολίτευσης.
***
Επειδή το τελετουργικό του δημόσιου διαλόγου, και δη το αριστερό, θέλει –και ορθώς– πέραν των μελαγχολικών διαπιστώσεων και την ύπαρξη προτάσεων, υπογραμμίζοντας προς τούτο «την αφασία του δημόσιου διαλόγου», θα ήθελα να εκφράσω, επί τη ενάρξει του νέου σχολικού έτους, εναρίθμως και συνοπτικώς τις προσωπικές μου απόψεις, με το ελάχιστο δικαίωμα που μου δίνει η τριακονταετία κατά την οποία συνειδητά υπηρέτησα την δημόσια εκπαίδευση από το χαράκωμα της σχολικής τάξης, κατ΄ επιλογήν και εγκαταλείποντας τη Νομική επιστήμη, διατρεφόμενος ακόμη κατά φθίνουσες μερίδες «άρτου» από τον λεγόμενο δημόσιο κορβανά.
Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, καμιά εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν έχει ελπίδα επιτυχίας αν δεν υπάρξουν ή εφαρμοστούν όλες ή οι περισσότερες από τις παρακάτω αλλαγές:
(1) Η πλήρης αποσυσχέτιση και των τριών τάξεων του Λυκείου (που θα μπορούσαν να συρρικνωθούν για τον σκοπό αυτό και σε δύο) από το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων.
(2) Η κοινωνική αποδραματοποίηση του θεσμού των εισαγωγικών εξετάσεων με την θεσμική και χρονική απομάκρυνσή τους από την λυκειακή βαθμίδα.
(3) Η αναφορά των εξεταζομένων στις εισαγωγικές εξετάσεις μαθημάτων σε θεματικές ενότητες δίχως παραπομπή σε συγκεκριμένη ύλη συγκεκριμένων διδακτικών βιβλίων. Η αθέτηση αυτής της κεφαλαιώδους σημασίας αρχής έχει τεράστια ευθύνη, μετά την εγκατάλειψη της μεταρρύθμισης Παπανούτσου, για την σταδιακή προς τα κάτω διάχυση και εμπέδωση του φαινομένου της «παπαγαλίας» σε όλες τις τάξεις του Λυκείου. Επί του προκειμένου έχω να σημειώσω δύο προσωπικές εμπειρίες: (α) την εισαγωγή μου το 1965 στη Νομική Αθηνών με το σύστημα Παπανούτσου, με αριθμό επιτυχίας 222 επί 600 περίπου επιτυχόντων και με μέσο όρο βαθμολογίας περίπου 14,5, την στιγμή που, μετά την εγκατάλειψη του συστήματος αυτού και την σύνδεση της ύλης των εξεταζομένων μαθημάτων με συγκεκριμένα εγχειρίδια, και ο τελευταίος επιτυγχάνων στην ίδια σχολή (υψηλής ζήτησης πάντα), εισαγόταν με μέσο όρο βαθμολογίας περίπου 17 καί άνω, ως επιβράβευση βεβαίως των παπαγαλικών του ικανοτήτων!… (β) την τραυματική εμπειρία μου, είκοσι χρόνια μετά, ως βαθμολογητή πλέον του μαθήματος της Ιστορίας κατά τις εισαγωγικές εξετάσεις, όταν γραπτά φωτοτυπικής απομνημόνευσης της εξεταζόμενης ύλης ήμουν υποχρεωμένος να τα βαθμολογήσω με άριστα 100 (20)!!! Την αυτονόητη αυτή αρχή διατύπωσε, σε ώτα μη ακουόντων, ο πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Εξετάσεων Γιώργος Δάσιος σε συνέντευξή του στην εφ. Αυγή, τον περασμένο Φεβρουάριο: «Μια βασική διαφορά του δικού μας συστήματος σε σχέση με τα ευρωπαϊκά είναι ότι οι υποψήφιοι στην Ευρώπη εξετάζονται σε σημαντικά εκτενέστερη ύλη, η οποία περιγράφεται με επιστημονικούς όρους και όχι με οριοθέτηση σελίδων από το σχολικό εγχειρίδιο. Η εκτενέστερη ύλη συνεπάγεται ότι τα θέματα των εξετάσεων είναι λιγότερο απαιτητικά, καλύπτουν όμως ευρύ φάσμα.»
(4) Η συγκρότηση, για την εφαρμογή μιας τέτοιας αρχής όπως η αμέσως προηγούμενη, εξειδικευμένου, έμπειρου και με σχετική μονιμότητα εξεταστικού σώματος εκπαιδευτικών, ξεχωριστού για κάθε μάθημα, και μικτού ως προς την σύνθεσή του με προσωπικό τόσο από την δευτεροβάθμια όσο και από την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
(5) Η ανά δεκαετία ετήσια επιμόρφωση κάθε εκπαιδευτικού με την καθολοκληρίαν απομάκρυνσή του από τη σχολική αίθουσα και την ως αντιπαροχή υποχρέωσή του παραγωγής σχετικού με την ειδικότητά του επιστημονικού ή παιδαγωγικού έργου.
(6) Η κατά τακτά διαστήματα ατομική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου μέσα από κοινά αποδεκτές και δίκαιες διαδικασίες. Αποτελεί ηθικό και κοινωνικό σκάνδαλο να αξιολογείται ατομικώς και ο τελευταίος μαθητής της ελληνικής επικράτειας και να μην αξιολογείται ατομικώς ο καθηγητής του. Επειδή η θεμελιώδης αυτή αρχή για την ποιοτική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος είναι σχεδόν αδύνατον να εφαρμοστεί, με δεδομένες τις βαθειές ιστορικές του στρεβλώσεις, μια από τις οποίες είναι και η συνήθως αναξιοκρατική και με πολιτικά κριτήρια συγκρότηση του στελεχιακού δυναμικού, έχω εναλλακτικώς να προτείνω το εξής: την εισαγωγή του θεσμού της «ανοιχτής τάξης». Δηλαδή την ύπαρξη ενός άδειου διθέσιου θρανίου σε κάθε αίθουσα, ώστε να μπορεί ο συνάδελφος της ίδιας ειδικότητας, ο διευθυντής ή ο σύμβουλος να παρακολουθεί οποτεδήποτε το μάθημα του εκπαιδευτικού. Η παρακολούθηση αυτή δεν θα είναι υποχρεωτική για τον εκπαιδευτικό ούτε θα αποτυπώνεται σε συγκεκριμένη επίδοση. Θα μοριοδοτείται, όμως, κάθε εκπαιδευτικός που παρακολουθεί και με διπλά μόρια κάθε εκπαιδευτικός που συναινεί στην παρακολούθηση, και η ετήσια συγκέντρωση υψηλού αριθμού μορίων θα έχει σημαντική συμβολή στην οικονομική και επαγγελματική εξέλιξή του. Η συζήτηση για την διδασκαλία μετά από κάθε παρακολούθηση μεταξύ των εκπαιδευτικών να είναι ευκταία, μοριοδοτούμενη και αυτή, αλλά όχι υποχρεωτική. Και μόνη η παρουσία του άλλου εκπαιδευτικού στην τάξη, ακόμη και αν αυτή είναι «στημένη», θα έχει θετική επίδραση όχι μόνο στην απόδοση του καθηγητή που διδάσκει αλλά και στην έμμεση σύγκριση με εκείνη του εκπαιδευτικού που παρακολουθεί, μαθαίνοντας έτσι ο καθένας από το πώς του άλλου. Επί τριάντα χρόνια ποτέ κανένας δεν μου χτύπησε την πόρτα να δει αν είμαι μέσα στην αίθουσα, τις ελάχιστες όμως φορές που συμπτωματικώς είχα κάποιον ξένο σ’ αυτή, αισθάνθηκα την ανάγκη να αυξήσω κατακόρυφα την επίδοσή μου. Επιτέλους οι νέες γενιές των εκπαιδευτικών ας κάνουν πράξη αυτό που δεν έκαναν οι δικές μας: να ανοίξουν ελεύθερα την τάξη στους συναδέλφους τους και να συζητήσουν μαζί τους τις δυνατότητες και τα προβλήματα της διδασκαλίας.
(7) Σε άμεση συνάφεια με το προηγούμενο, αλλά και για άλλους πολύ σοβαρούς λειτουργικούς για την σχολική κοινότητα λόγους, ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να παραμένει στο σχολείο καθ’ όλο το εξάωρο της λειτουργίας του. Το μεταπολιτευτικό σχολείο που γνώρισα εγώ δούλευε στην ουσία σε δύο βάρδιες: 8 με 11 και 11 με 2! Ανάδελφος ρωμέϊκη πατέντα παγκόσμιας πρωτοτυπίας! Για την εφαρμογή μιας τέτοιας αρχής οι εκπαιδευτικοί συνήθως αντιτείνουν ότι δεν έχουν τους κατάλληλους χώρους και τις άλλες υλικές προϋποθέσεις για μια τέτοια παραμονή – πράγμα που ισχύει σε μεγάλο βαθμό: ξεχωριστά γραφεία, ειδικά εργαστήρια, λειτουργικές σχολικές βιβλιοθήκες, γραμματειακή υποστήριξη, κλιματισμός και πολλά άλλα που κάνουν ευχάριστη και παραγωγική την εργασία στο σημερινό σχολείο, δεν είναι ο κανόνας, αλλά η διαφημιστική εξαίρεση. Αν η πολιτεία θέλει πράγματι να ανεβάσει την ποιότητα της παρεχόμενης από το δημόσιο εκπαίδευσης, θα πρέπει να τα εξασφαλίσει σε κάθε σχολική μονάδα. Αλλά και οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να τα διεκδικούν αποφασιστικά και, σε συνθήκες κοινωνικής κατάρρευσης όπως οι παρούσες, να επινοούν, για την στήριξη του δημόσιου αγαθού της παιδείας και το ουσιαστικό περιεχόμενο της δικής τους ζωής, τρόπους υπέρβασής τους, όπως το κάνουν αυτοθυσιαστικά αρκετοί από αυτούς. Γίναμε εκπαιδευτικοί από αγάπη για την συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία και όχι για την εξυπηρέτηση των κομμάτων και της εξουσίας, και δεν πρέπει να δεχόμαστε κανένα συμψηφισμό αυτών των επιθυμιών μας μαζί τους.
***
Αυτά, ως στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την εύρυθμη λειτουργία και την καλύτερη απόδοση των σχολικών μονάδων και κοινοτήτων, δίχως αναφορά στο περιεχόμενο και τον σκοπό του σημερινού σχολείου. Ως εκπαιδευτικός, όσο και ως πολίτης, ήμουν και είμαι κατά των μαθητικών παρελάσεων, της έπαρσης σημαίας από σχολικές μονάδες, των αγιασμών και της σχολικής προσευχής, της αρρωστημένης ανταγωνιστικής «αριστείας». Επίσης, υποστηρίζοντας ένα σχολείο ανοιχτό, συνειδητοποιώ ότι επ΄ ουδενί δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι εικόνα της περιβάλλουσας κοινωνίας. Πρέπει να είναι ανοιχτό σ’ αυτήν, αλλά όχι δίχως φίλτρο. Εργαστήριο και πρότυπο ενός διαφορετικού, μοναδικού και ιδεατού τόπου. Αυτό το φίλτρο υποχρεώνει το σχολείο να είναι, ταυτόχρονα, συντηρητικό, ως φορέας της παράδοσης και αξιοποίησης της εμπειρίας του παρελθόντος, και κοινωνικά προοδευτικό, ως χώρος προδιαμόρφωσης συγκροτημένων και ελεύθερων προσωπικοτήτων που με αυτοπεποίθηση καινουργώντας θα συντελέσουν στη δημιουργία ενός καλύτερου αύριο για τους συνανθρώ­πους τους.
Η δύσκολη λεπτουργία ώστε στην σχολική πράξη να συντηρείται αυτό το φίλτρο όσο το δυνατόν περισσότερο καθαρό από την περιρρέουσα κοινωνική παθογένεια είναι ο καθημερινός αγιασμός της σχολικής κοινότητας και το πολύτιμο ιερό της.
11 Σεπτεμβρίου 2017