Το BBC αποθεώνει τα εκθαμβωτικά χρώματα του Παρθενώνα

Με ένα δημοσίευμα που υμνεί την αρχαία ελληνική τέχνη, η αρθρογράφος του BBC Natalie Haynes επισημαίνει στο βρετανικό κοινό ότι τα αγάλματα που θαυμάζουν σήμερα στα μουσεία δεν ήταν πάντα φτιαγμένα από κατάλευκο μάρμαρο.


Όπως εξηγεί η Heynes τα ανεκτίμητα αυτά έργα τέχνης αποτελούσαν κατα την έναρξη της δημιουργίας τους «μία έκρηξη χρώματος και φανταχτερής διακόσμησης», κάτι που σημαίνει ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε σχηματίσει λάθος εικόνα στο μυαλό μας για τον αρχαίο κόσμο.
Alma-Tadema «Ο Φειδίας δείχνει την ζωφόρο του Παρθενώνα σε φίλους»Alma-Tadema «Ο Φειδίας δείχνει την ζωφόρο του Παρθενώνα σε φίλους»
«Όταν ο Βικτωριανός ζωγράφος Lawrence Alma-Tadema παρουσίασε για πρώτη φορά το έργο του “Ο Φειδίας δείχνει τη ζωφόρο του Παρθενώνα σε φιλους” πρέπει να υπήρξε μία ευχάριστη “κυκλικότητα”: ένας ζωγράφος αποκαλύπτει με υπερηφάνεια τον νέο του πίνακα για έναν γλύπτη που αποκαλύπτει με υπερηφάνεια το νέο του γλυπτό. Ήταν το 1868 και, στα μάτια του σύγχρονου θεατή ο πίνακας φαίνεται αρκετά αθώος. Ο Φειδίας, ο γενειοφόρος γλύπτης, στέκεται μπροστά στη Ζωφόρο του Παρθενώνα – τις φιγούρες της οποίας, ανθρώπινες και ζωικές, θα μπορούσε να μελετήσει λεπτομερώς ο Alma-Tadema στο Βρετανικό Μουσείο.


Αυθεντίες της Αθήνας του 5ου αι. θαυμάζουν την εκπληκτική δουλειά του γλύπτη: τις πτυχές των υφασμάτων, το απίστευτο βάθος (σε κάποια σημεία τέσσερα άλογα καλπάζουν το ένα δίπλα στο άλλο μόλις σε λίγα εκατοστά μαρμάρου). Οι θεατές μπορεί επίσης να σχολιάζουν τα σκούρα, πανέμορφα χρώματα που «ζωντανεύουν» το γλυπτό.
 
Ο Alma-Tadema έκανε μια τολμηρή δήλωση με αυτόν τον πίνακα: το χρώμα είχε χαθεί τελείως από τα γλυπτά όταν αυτά παρουσιάστηκαν στο Βρετανικό Μουσείο. Πάνω από δύο χιλιετίες καιρικών φαινομένων και πολέμου είχαν αποχρωματίσει τελείως το μάρμαρο, λευκαίνοντάς το. Από τον 18ο αιώνα και μετά, πολλοί σημαντικοί ιστορικοί τέχνης προτιμούσαν ακριβώς έτσι τα πράγματα: Συγγραφείς όπως ο Johann Joachim Winckelmann -του οποίου το δίτομο βιβλίο ιστορίας της αρχαίας τέχνης εκδόθηκε το 1764- αρέσκονταν να φαντάζονται τα αρχαία γλυπτά ως ένα ενιαίο σύνολο πανέμορφου, λαμπερού λευκού.

Ο Winckelmann θαύμαζε ιδιαίτερα τα ρωμαϊκά μαρμάρινα αντίγραφα των ελληνικών χάλκινων αγαλμάτων: οι Ρωμαίοι συχνά αντέγραφαν σε μάρμαρο τα ελληνικά πρωτότυπα. Μπορεί κανείς να ξεχωρίσει το μαρμάρινο αντίγραφο ενός χάλκινου έργου αν περιλαμβάνει μια φιγούρα που στηρίζεται σε κάτι: για παράδειγμα, έναν κορμό δέντρου ή ένα ραβδί. Ή ίσως υπάρχει ένα μικρό κομμάτι μαρμάρου που ενώνει τα δύο πόδια μαζί. Το μάρμαρο δεν έχει την αντοχή εφελκυσμού του χαλκού, επομένως απαιτεί επιπλέον στήριξη για να διατηρήσει σταθερές τις φιγούρες. 


Όταν, λοιπόν, ο Alma-Tadema ζωγράφισε τη ζωφόρο του Παρθενώνα και συμπεριέλαβε τη εκδοχή για το χαμένο χρώμα που είχε γεννήσει η φαντασία του, διάλεγε πλευρά σε μία «μάχη» της ιστορίας της τέχνης που εξακολουθεί να μαίνεται μέχρι σήμερα. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θεωρούν την ιδέα του ζωγραφισμένου μαρμάρου ή του χαλκού προσβλητική για την εικόνα που έχουν σχηματίσει για το παρελθόν, ως ένα λιτό και απέρριτο μέρος.


Ωστόσο, η αρχαία τέχνη αποτελούσε μία έκρηξη χρώματος και φανταχτερής διακόσμησης. Ο Φειδίας -ο πιο διάσημος γλύπτης του καιρού του – δημιούργησε επίσης ένα τεράστιο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου, για να τοποθετηθεί στο εσωτερικό του Παρθενώνα. Αν και το άγαλμα έχει καταστραφεί εδώ και πολύ καιρό, περιγραφή του σώζεται στα γραπτά του αρχαίου ιστορικού, Παυσανία. Μας λέει ότι το άγαλμα ήταν χρυσελεφάντινο: καλυμμένο με χρυσό και ελεφαντόδοντο. Υπάρχει ένα σύγχρονο αντίγραφο του αγάλματος στο Nashville, από τον γλύπτη Alan LeQuire, που σίγουρα “αιχμαλωτίζει” κάτι από το εντυπωσιακό πρωτότυπο.
 

Ξεθωριασμένα με το πέρασμα του χρόνου
Ακόμα και τα μπρούντζινα αγάλματα θα ήταν πολύ πιο λαμπερά, από ό,τι αφήνει να διαφανεί η σημερινή σκουρόχρωμη εμφάνισή τους: ο μπρούντζος αποκτά μία επίστρωση με την πάροδο του χρόνου. Αυτό που βλέπουμε σήμερα σαν μια ομοιόμορφη πρασινωπή-καφέ κεφαλή θα ήταν κάποτε ανοιχτόχρωμη και γυαλιστερή, σχεδόν χρυσαφιά. Τα μαλλιά θα ήταν βαμμένα σκούρα και το δέρμα μπορεί να ήταν επίσης ζωγραφισμένο. Οι κόγχες των ματιών των αρχαίων αγαλμάτων είναι συχνά άδειες, καθώς τα μάτια δημιουργούνταν ξεχωριστά και τα περισσότερα έχουν χαθεί με το πέρασμα του χρόνου. 
Υπάρχει ένα θαυμάσιο ζευγάρι ελληνικών ματιών στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης, φτιαγμένα από μπρούντζο, μάρμαρο, χαλαζία και οψιδιανό. Οι μπρούντζινες βλεφαρίδες είναι ιδιαίτερα όμορφες, αν και κάπως παράξενες. 


Αρχαιολόγοι μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν υπεριώδες φως για να «διαβάσουν» το χρώμα σε αγάλματα που δεν διατηρούν εμφανή σημάδια της διακόσμησής τους. Αν και δεν είναι πάντοτε δυνατό να προσδιοριστούν τα ακριβή χρώματα που είχαν χρησιμοποιηθεί, τα σχέδια που είχαν ζωγραφιστεί πάνω στην επιφάνεια ενός αγάλματος είναι συχνά πιο εύκολο να εντοπιστούν.   

Τα αγάλματα από τον Ναό της Αφαίας στην Αίγινα αποτελούν ένα τέλειο παράδειγμα για τα παραπάνω. Τα αγάλματα από το δυτικό αέτωμα του ναού στεγάζονται τώρα στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου, όπου ο Γερμανός αρχαιολόγος Vinzenz Brinkmann τα εξέτασε υπό υπεριώδες φως. Το αέτωμα είχε στο κέντρο του την Αθηνά, με την περίτεχνη περικεφαλαία της να βρίσκεται κάτω από το υψηλότερο σημείο της οροφής. Υπό το υπεριώδες φως, μπορούμε επιτέλους να δούμε το επαναλαμβανόμενο, γεωμετρικό μοτίβο διακόσμησης και το μπροστινό μέρος του μανδύα της.   
 
Ο ΤοξότηςΟ Τοξότης
Λίγο πιο δίπλα, στο κάτω μέρος της κεκλιμένης οροφής, βρισκόταν η φιγούρα ενός τοξότη (ίσως ο Πάρις, γιος του Πρίαμου της Τροίας). Στα χέρια και τα πόδια του, μπορούμε να διακρίνουμε τα ίχνη ενός μοτίβου διαμαντιών. Ο Brinkmann αφιέρωσε χρόνια ολόκληρα αναβιώνοντας τη διακόσμηση με τα έντονα χρώματα σε αντίγραφα των αγαλμάτων που οι αρχαίοι Έλληνες θα αντίκριζαν παντού γύρω τους. Αυτός ο τοξότης είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά: ένα συνονθύλευμα μπλε, κόκκινων, κίτρινων και πράσινων διαμαντιών που αλληλοσυνδέονται, για να δώσουν στον τοξότη περίτεχνες περικνημίδες και μανίκια. Η φαρέτρα του είναι διακοσμημένη με μία παρόμοια παλέτα χρωμάτων, αλλά με ένα ελαφρώς διαφορετικό σχέδιο, που θυμίζει φολίδες. Το τόξο είναι βαμμένο κόκκινο και χρυσό, ενώ ακόμη και τα βέλη είναι διακοσμημένα με κόκκινο χρώμα.  Ο τοξότης είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά κομμάτια στην έκθεση «Πολύχρωμοι Θεοί» του Brinkmann, η οποία κάνει τον γύρο του κόσμου εδώ και μια δεκαπεντατία.

 
«Ζωντανά» χρώματα 
Ο Brinkmann δεν είναι ο μόνος που προσπαθεί να επανεισάγει το χρώμα στην αρχαία γλυπτική. Το Μουσείο Κλασικής Αρχαιολογίας στο Κέιμπριτζ έχει επίσης προσπαθήσει να βάλει χρώμα στις αναδημιουργίες του αρχαίων αγαλμάτων με γύψο. Το πρωτότυπο (πλέον λευκό) άγαλμα «Πεπλοφόρος κόρη» – που αναπαριστά μια νεαρή κοπέλα η οποία φοράει ένα μακρύ φόρεμα με ζώνη στη μέση- εκτίθεται στο Μουσείο της Ακρόπολης στην Αθήνα. Το φόρεμα στο αντίγραφο του Κέιμπριτζ είναι ζωγραφισμένο με έντονο κόκκινο χρώμα, με μπλε στρίφωμα και διακοσμητικά στοιχεία από μπλε, πράσινο και λευκό. Έχει επίσης αποκτήσει πόδια, που έχουν χαθεί από την αρχική μαρμάρινη έκδοση, καθώς και ένα νέο αριστερό χέρι.
αναδημιουργία της πεπλοφόρου κόρηςαναδημιουργία της πεπλοφόρου κόρης
Το ίδιο το Μουσείο της Ακρόπολης προσφέρει επίσης και μια χρωματιστή επιλογή: ενθαρρύνει τους επισκέπτες της ιστοσελίδας του να διακοσμήσουν τις δικές τους εκδοχές του πέπλου, τους επιτρέπει να ερευνήσουν αρχαϊκά χρώματα και να δουν ποια ήταν διαθέσιμα στους ζωγράφους στον αρχαίο κόσμο.   

Επιπλέον, οι Έλληνες δεν ήταν οι μόνοι που είχαν χρωματιστά αγάλματα: και οι Ρωμαίοι συνήθιζαν με τον ίδιο ενθουσιασμο να «διακοσμούν» το μάρμαρο τους. Ο Paolo Liverani, από το Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, εργάστηκε σε ένα πρότζεκτ για την αναδημιουργία του αγάλματος του Αυγούστου της Πρίμα Πόρτα. Το άγαλμα του αυτοκράτορα ανακαλύφθηκε το 1863 και είχε ίχνη του χρώματος που κάποτε το στόλιζε. Ένα γύψινο αντίγραφο του αγάλματος, με την πολυχρωμία του αποκατεστημένη (και, εν μέρει, όπως την φαντάστηκαν), βρίσκεται πλέον στο Μουσείο του Βατικανού.Η διακόσμηση έχει αλλάξει πάρα πολύ σε σχέση με την αρχαία Ελλάδα: το άγαλμα του Αυγούστου χρονολογείται περίπου στο 20 π.Χ. Το προστήθιο της πανοπλίας του Αυγούστου είναι διακοσμημένο όχι με γεωμετρικό σχέδιο, αλλά με φιγούρες. Ο μανδύας του είναι βαθυκόκκινος, οι άκρες του χιτώνα του έχουν έντονο κόκκινο και μπλε χρώμα.

   Και πιο νότια στην Ιταλία, έχουμε έναν από τους καλύτερα διατηρημένους χώρους από τον αρχαίο κόσμο. Το Ερκολάνο κοντά στην Πομπηία στον κόλπο της Νάπολης, θάφτηκε στην τέφρα όταν εξερράγη ο Βεζούβιος το 79 μ.Χ. Τα απομεινάρια της πόλης έχουν διατηρηθεί διαφορετικά από αυτά της Πομπηίας, επειδή οι δύο τοποθεσίες βρίσκονται σε διαφορετική απόσταση από το ηφαίστειο.
Η Πομπηία «χτυπήθηκε» με μεγαλύτερα κομμάτια βράχων, για παράδειγμα, που κατέστρεψαν τους πάνω ορόφους των κτιρίων της. Το Ερκολάνο εξακολουθεί να έχει ξύλινα αντικείμενα απανθρακωμένα στη θέση τους, τα οποία είχαν καεί στην Πομπηία. Το 2009, μια ομάδα επιστημόνων στο Σαουθάμπτον ξεκίνησε τη ψηφιακή αναδημιουργία ενός ζωγραφισμένου αγάλματος μίας τραυματισμένης Αμαζόνας που είχε βρεθεί στο Ερκολάνο. Το μπροστινό μέρος του προσώπου της πολεμίστριας είχε καταστραφεί, αλλά τα κόκκινα μαλλιά της, σγουρά με χωρίστρα στη μέση (όπως τα χτένιζαν οι Ρωμαίες) ήταν ορατά. 


Το παγκόσμιο κοινό για την έκθεση «Πολύχρωμοι Θεοί» του Brinkmann έχει αποδείξει περίτρανα ότι υπάρχει μια προτίμηση για σύγχρονες αναπαραστάσεις της πολυχρωμίας των αρχαίων αγαλμάτων. Πέρα από οτιδήποτε άλλο, μας υπενθυμίζει πόσο απέχουν οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες από εμάς, παρόλο που συχνά φαντάζουν τόσο οικείοι. Τα άσπρα μαρμάρινα αγάλματα ή οι κίονες που χτίσαμε ως φόρο τιμής στους αρχαίους λένε περισσότερα για εμάς -και τον τρόπο που επιλέγουμε να φανταζόμαστε τον αρχαίο κόσμο- απ ‘ ό,τι για τους ανθρώπους που έζησαν πριν από 2.000 ή περισσότερα χρόνια.
Και ίσως η συζήτηση που είχε διχάσει τον κόσμο της τέχνης για 100 χρόνια, όταν ο Alma-Tadema ζωγράφιζε την δική του εκδοχή του Παρθενώνα, μπορεί εν τέλει να παραμεριστεί. Έχοντας συνηθίσει να βλέπουμε τα άγαλμα της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης σε αστραφτερό λευκό, μπορούμε να τα καταλάβουμε καλύτερα αν θυμόμαστε τα αρχικά τους χρώματα.»
πηγή thetoc.gr


Κέρδος online   25/1/2018 7:30

Πραξιτελους 25

Πραξιτέλους 24. Το κτίριο είναι ένα όρθιο κουφάρι. Μάλλον θύμα πυρκαγιάς κι αυτό. Στα σωθικά του κατοικοεδρεύει μια αποικία αρουραίων. O δήμος μπουκώνει τις τρύπες με διάφορα υλικά και για ένα διάστημα οι αρουραίοι δεν έχουν έξοδο διαφυγής. Τώρα έχουν καλύψει ολόκληρη την πρόσοψη με μια γιγαντοαφίσα που διαφημίζει παράσταση χορού, πάνω στην οποία αναγράφεται «Πρόγραμμα αναβάθμισης εμπορικού τριγώνου»! Έτσι αναβαθμίζεται το κέντρο; Με αφίσες που καλύπτουν το τεράστιο πρόβλημα που γιγαντώνεται από κάτω; 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Mοναστηράκι – Πλατεία: Η πιάτσα των ταξί. Διπλή λωρίδα. Αν σ’ αρέσει. Αν όχι, μπορεί να πέσει και ξύλο. Γιατί έτσι. Φυσικά και περνάει από το σημείο και η Δημοτική Αστυνομία και η κανονική. Αλλά μάλλον περιπολεί κόσμος με σοβαρά προβλήματα στην περιφερειακή όραση και γενικώς πρόβλημα στα μάτια. Και φυσικά, ισχύει η προτεραιότητα –«μπροστά, κυρία, μπροστά σας, ο συνάδελφος προηγείται»–, και φυσικά ισχύει το αν το δρομολόγιο ικανοποιεί το πρόγραμμα του αυτοκινητιστή. Δεν είναι ερώτηση το πόσοι μπορούν να βρεθούν και να γνωριστούν μέσα σ’ αυτή την κούρσα. Χίλιοι καλοί χωράνε, ακριβώς όπως χωράει όσα ταξί μπορεί να αντέξει αυτή η πλατεία. 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

ΣΟΦΤ
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΙΚΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΩΝ.  
ΤΣΙΓΚΟΥΡΑΤΊΟΥ ΣΚΟΎΡΤΩΝ 
ΔΕΡΒΕΝΟΧΏΡΙΑ Ν ΒΟΙΩΤΊΑΣ 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

23  Ιανουαρίου 2018
Σας γνωρίζουμε ότι το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018 και ώρα 12 θα διενεργηθεί η ετήσια γενική συνέλευση των μελών του Συλλόγου στην Ταβέρνα ΘΑΝΑΣΗΣ  στα Σκούρτα  .
Τα θέματα της γενικής συνέλευσης είναι τα εξής:
•Εγκριση πεπραγμένων.
•Υποβολή απολογισμού οικονομικής διαχείρισης 2017
•Ανακοινώσεις .
Μετά το πέρας των εργασιών θα κοπεί  η πίτα για την νέα χρονιά και θα ακολουθήσει γεύμα , θα υπάρχει δε ζωντανή ορχήστρα με την φροντίδα του Γιάννη του Αναγνωστάκη .
Για την κάλυψη των σχετικών εξόδων έχει προβλεφθεί ένα ελάχιστο κόστος συμμετοχής 10 ευρώ το άτομο.  

ο πρόεδρος               ο γραμματέας

Νίκος Λαγάρας          Δ Χωριανόπουλος

για δηλώσεις συμμετοχής τηλεφωνήστε στον Ν Λαγάρα  6974389612

Ακροβάτες μεταξύ offline και online ζωής

8FCC5AA189B56BC39F659445D2676BB9

Το Διαδίκτυο τείνει να γίνει δεύτερη φύση. Είναι μια προέκταση του εαυτού μας, ένα μέσο ενσωματωμένο στην εργαλειοθήκη της καθημερινής μας επιβίωσης. Μπορεί ως εργαλείο να μην έχει μεγάλη ιστορία, αλλά η διείσδυσή του σε κρίσιμα πεδία του βίου γίνεται όλο και πιο αισθητή. Το Διαδίκτυο είναι ο νέος κοινός μας τόπος, η νέα κοινή μας επικράτεια. Καθώς τώρα μπορεί καθένας μας στα χέρια του να κυκλοφορεί με μια φορητή συσκευή και να είναι διαρκώς διασυνδεδεμένος, αναδύεται στην επιφάνεια ένα νέο αίτημα, μια νέα πρόκληση.
Πώς θα ισορροπήσουμε την offline ζωή με την online ζωή; Πώς θα δραπετεύσουμε απ’ τις ψευδαισθήσεις που πωλούνται αφειδώς τόσο εντός όσο κι εκτός των δημοφιλών δικτύων; Είναι απαραίτητο άλλοτε να δαιμονοποιούμε κι άλλοτε να εξιδανικεύουμε τις επιλογές μας ή έχουμε κι εναλλακτικές;
Το βέβαιο είναι ότι στις νέες προκλήσεις δεν μπορείς να απαντάς με παλιά εργαλεία σκέψης. Ναι, θα χρησιμοποιήσω το Διαδίκτυο για να επικοινωνήσω, να ενημερωθώ, να ψυχαγωγηθώ, να εκφραστώ, ακόμα και να «χαζολογήσω», αλλά θα το πράξω με συνείδηση, με νόημα, με πνευματική εγρήγορση, με αυτεπίγνωση. Είναι τέτοια η ρευστότητα κι η πλαστικότητα του Μέσου, η δύναμή του να σε κάνει να χάνεσαι και να ξεχνιέσαι, που χρειάζεται διαρκώς να στοχάζεσαι τη θέση σου εντός του. Δεν είναι εύκολο, δεν περιέχεται στις οδηγίες χρήσης του. Ακόμα και η πιο αθώα καθημερινή πλοήγηση στο Διαδίκτυο, με τη μονότονη περιοδικότητα και κανονικότητά της, μπορεί να προσδώσει στον χρήστη χαρακτηριστικά επίκτητης προσωπικότητας ή, αλλιώς, αυτό που ο καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφροντ, Elias Abejaoude, αποκαλεί «ηλεκτρονική προσωπικότητα».
Νέοι «καλωδιωμένοι» με «έξυπνες» συσκευές, τάμπλετ και τηλέφωνα. Το Διαδίκτυο είναι ο νέος κοινός μας τόπος, η νέα κοινή μας επικράτεια.
Νέοι «καλωδιωμένοι» με «έξυπνες» συσκευές, τάμπλετ και τηλέφωνα. Το Διαδίκτυο είναι ο νέος κοινός μας τόπος, η νέα κοινή μας επικράτεια.
Η ηλεκτρονική προσωπικότητα δεν είναι ένα θεωρητικό σχήμα. Προκύπτει απ’ την εικονική περιήγηση του χρήστη στο Διαδίκτυο και φέρει συγκεκριμένες παθογένειες, οι οποίες αν δεν αντιμετωπιστούν, καταλήγουν σε παθολογίες. Καθώς όμως βρισκόμαστε σε μια εν εξελίξει κατάσταση, καμία σχετική ασθένεια δεν έχει το κατάλληλο φάρμακο. Στο βιβλίο του «Virtually you: The traits of e-personality» (Norton, 2011), ο Abejaoude αποφαίνεται ότι οι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συμβάλλουν οικειοθελώς σ’ ένα μεγάλο κοινωνικό πείραμα, του οποίου τα αποτελέσματα δεν είναι κανείς σε θέση να γνωρίζει σήμερα. Επομένως, μπορεί τώρα η συνετή στάση να είναι μια πιο κριτική συμμετοχή.
Για να εξασφαλίσουμε ένα ικανό επίπεδο ψυχικής και πνευματικής υγείας και να αντισταθμίσουμε τα ελλείμματα που προκαλούνται απ’ την εκτεταμένη χρήση του Διαδικτύου, θα χρειαστεί να αντισταθούμε σε πολύ ανθρώπινες παρορμήσεις, έχοντας πάντα στο μυαλό μας ότι στο Διαδίκτυο ικανοποιούμε πραγματικές ανάγκες κι επιθυμίες. Ο Abejaoude, περιγράφοντας τα ανησυχητικά χαρακτηριστικά της ηλεκτρονικής προσωπικότητας, προτείνει μια σύγχρονη μορφή «γνώθι σαυτόν». Πιο συγκεκριμένα, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε μια σειρά πυρηνικών ιδιοτήτων του είδους μας, οι οποίες πυροδοτούνται και μεγεθύνονται μέσω της συμμετοχής μας στα διαδικτυακά μέσα, όπως: η ψευδαίσθηση του μεγαλείου, ο ναρκισσισμός, η καθημερινή μνησικακία, οι ψυχαναγκασμοί, ο εθισμός, η ανωριμότητα, οι επιδερμικές σχέσεις, η αυταπάτη της γνώσης, η απώλεια της ιδιωτικότητας.
Πώς θα αυτοθεραπεύσουμε την ψευδαίσθηση του μεγαλείου που μας προσφέρει η απόκτηση δημόσιου βήματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Με την ταπεινότητα, με την επίγνωση ότι η γνώμη του άλλου είναι εξίσου βαρύνουσα και σοβαρή. Με την ενσυναίσθηση θα αμβλύνουμε πολύ και τις υπόλοιπες παθογένειες που αφορούν την έλλειψη φυσικής επαφής με τον άλλον. Μπαίνοντας συνειδητά στη θέση του άλλου, μειώνουμε τις πιθανότητες να υποκύψουμε στην επιδειξιομανία και τον κυνισμό, ενώ απομακρυνόμαστε κι απ’ την κοινότοπη τάση να φερόμαστε με σκληρότητα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε.
Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους ψυχαναγκασμούς που μας επιβάλλει η διαδικτυακή χρήση με ελεγχόμενη αυτοσυγκράτηση, καθορισμένες «δίαιτες» και «ψηφιακές αποτοξινώσεις». Πιθανώς έτσι να αντιμετωπίσουμε την «υπερσύνδεση», τους αφόρητους περισπασμούς και τον εθισμό στο Διαδίκτυο, ο οποίος βέβαια προβάλλεται δυσανάλογα περισσότερο ως αποσταθεροποιητικός παράγων της προσωπικότητας, ενώ η καλπάζουσα ανωριμότητα, ο πειρασμός του τρολαρίσματος, η ένδεια της γλώσσας, η επιρρέπεια στη χαμέρπεια κι η αυταπάτη της γνώσης παρουσιάζονται ως ελάσσονες ή παρεμπίπτουσες πτυχές, κάτι σαν παράπλευρες αλλά ανεκτές απώλειες. Για όλα αυτά το πιστοποιημένο φάρμακο είναι η μελέτη, η επαφή με το διαφορετικό, η νοηματοδότηση των σχέσεών μας και της επαφής μας με τον κόσμο.
Αν με ρωτήσετε πόσο συχνά πρέπει να αναρτάτε στο Facebook ή τι θα ήταν καλύτερα να μοιράζεστε ώστε να μην απολέσετε οριστικά την ιδιωτικότητά σας, θα σας πρότεινα να υιοθετήσετε τον κανόνα των 50 ευρώ.
Καθώς η χρήση των ψηφιακών μέσων είναι πολύ φθηνή, είναι εύκολο να ευτελίζεται η ύπαρξή μας εντός τους. Δώστε αξία σ’ αυτό που είστε αλλά και στους άλλους με τους οποίους σχετίζεστε, και γίνετε πιο εκλεκτικοί στη δημόσια παρουσίας σας, θέτοντας στον εαυτό σας το απλό ερώτημα «αν χρειαζόταν να πληρώσω 50 ευρώ για να κάνω αυτή την ανάρτηση, θα την έκανα;».
_____________
   ~ ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΔΡΙΩΤΑΚΗΣ
   Πηγή: kathimerini.gr
Στην εποχή του παραδείσου, ο διάβολος έκανε τη γυναίκα να ντυθεί, σήμερα την κάνει να γυμνώνεται… Αλίμονο! Κι αυτός ο διάβολος διεφθάρη από τότε.
Πολύβιος Δημητρακόπουλος, 1864-1922, Έλληνας θεατρικός συγγραφέας
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Οι Έλληνες και οι υπερφυσικές δυνάμεις
Όπως γράφω στο πρώτο κεφάλαιο, οι Έλληνες της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου, παρά την αναμφισβήτητη πρόοδό τους σε πολλούς τομείς και παρά το γεγονός ότι εμφανίστηκαν ανάμεσά τους τόσο μεγάλα και τολμηρά πνεύματα, δεν έπαυαν να είναι άνθρωποι πρωτόγονοι, με την έννοια ότι έβλεπαν με δέος τις εκρήξεις οργής της φύσης, τις οποίες έσπευδαν να αποδώσουν σε θεϊκές ενέργειες. Αυτό κάνει ακόμα μεγαλύτερη τη δόξα των αρχαίων φιλοσόφων, που είχαν την περιέργεια να ερευνήσουν τα μυστικά της φύσης και την παρρησία να διακηρύξουν τα αποτελέσματα των ερευνών τους, έστω κι αν αυτό σήμαινε να κατηγορηθούν ως άθεοι.
Το σύνολο σχεδόν των ελλήνων διανοητών υπέρτατη αρχή δεν θεωρούσε τους θεούς αλλά την Ανάγκη. Η αντίληψη αυτή για την υποταγή των θεών στην αναγκαιότητα, διαμετρικά αντίθετη με την ιουδαϊκή σύλληψη για έναν παντοδύναμο και ανεξέλεγκτο θεό, «ποιητήν των πάντων», αποτέλεσε μιαν από τις αιτίες που οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι θεμελιωτές της χριστιανικής δογματικής, στάθηκαν τόσο εχθρικοί απέναντι στην ελληνική σκέψη.
Σύμφωνα με την ιουδαϊκή αντίληψη, που πέρασε και στον χριστιανισμό, ο Θεός δεν έπλασε μόνο τον κόσμο αλλά και τον άνθρωπο, και μάλιστα «κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του». Οι έλληνες σοφοί είχαν την αντίθετη ακριβώς άποψη. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος υποστήριζε ότι πράγματι οι άνθρωποι έπλασαν τους θεούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Σε τρία αποσπάσματα του αναπτύσσει τη σκέψη του.
Οι περισσότεροι έλληνες διανοητές της Αρχαιότητας συμφωνούν ότι οι θεοί είναι προσωποποιήσεις των φυσικών δυνάμεων. Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης λέει: «Θέλοντας να ερμηνεύσουν τα παράξενα φαινόμενα που γίνονται στον κόσμο φαντάστηκαν την έννοια του θεού» [εἰσὶ δὲ οἱ ἀπὸ τῶν γιγνομένων κατὰ τὸν κόσμον παραδόξων
ὑπονοήσαντες εἰς ἔννοιαν ἡμᾶς ἐληλυθέναι θεῶν] και πιο καθαρά ο Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός υποστήριζε ότι: «Ούτε Ήρα, ούτε Αθηνά, ούτε Δίας υπάρχουν, όπως νομίζουν αυτοί που τους αφιέρωσαν ναούς και τεμένη, αλλά παραστάσεις της φύσης και απεικονίσεις των στοιχείων» [οὔτε γὰρ Ἥραν οὔτε Ἀθηνᾶν οὔτε Δία τοῦτ’ εἶναί φησιν ὅπερ οἱ τοὺς περιβόλους αὐτοῖς καὶ τεμένη καθιδρύσαντες νομίζουσιν, φύσεως δὲ ὑποστάσεις καὶ στοιχείων διακοσμήσεις.]
Ο Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης αμφέβαλλε αν υπάρχουν καν θεοί: «Για τους θεούς, εάν υπάρχουν ή σαν τι μοιάζουν, δεν μπορώ να πω τίποτα»[περὶ δὲ θεῶν οὔτε εἰ εἰσὶν οὔθ’ ὁποῖοί τινές εἰσι δύναμαι λέγειν] έλεγε, ενώ ο Επίκουρος πίστευε πως: «Οι απόψεις των πολλών (του πλήθους) για τους θεούς είναι λανθασμένες» [ὑπολήψεις ψευδεῖς
αἱ τῶν πολλῶν ὑπὲρ θεῶν ἀποφάσεις] και είχε εξορίσει τους θεούς (για τους οποίους δεχόταν ότι είχαν υλική υπόσταση, αποτελούμενοι και αυτοί από άτομα), στο διαστρικό διάστημα, όπου διέμεναν μακάριοι, αδρανείς και αμέτοχοι στα δρώμενα επί γης, και ως εκ τούτου είναι άσκοπο να τους λατρεύουμε και να προσευχόμαστε σ’ αυτούς. Υπήρχαν όμως και αυθεντικοί άθεοι, όπως ο Διαγόρας ο Μήλιος ή ο Θεόδωρος ο Άθεος.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο γεγονός ότι μετά τον 4ο αιώνα μ.Χ., μετά δηλαδή την πλήρη επικράτηση των χριστιανών, όλα τα βιβλία (και μιλάμε για εκατοντάδες συγγράμματα) αυτών ακριβώς των διανοητών καταστράφηκαν συστηματικά, σε σημείο που να μη σώζονται σήμερα παρά ελάχιστα αποσπάσματα.
Η καταγωγή της αρχαίας ελληνικής θρησκείαςΟι ρίζες της αρχαίας ελληνικής θρησκείας βρίσκονται στη νεολιθική εποχή και συνδέονται με τη γεωργική παραγωγή. Η θρησκεία των μινωικών Κρητών φαίνεται ότι αποτέλεσε το κυριότερο συστατικό στοιχείο της θρησκείας των Ελλήνων της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής, και σ’ αυτήν ακριβώς την καταβολή οφείλεται ο μεγάλος αριθμός θεαινών. Ο μέγιστος άλλωστε των θεών, ο Δίας, ήταν κρηταγενής, και κατά την κρητική παράδοση (προς μέγα σκανδαλισμό των λοιπών Ελλήνων), πέθανε και θάφτηκε στην Κρήτη, στο βουνό Ιυκτός, το σημερινό Γιούχτα.
Η μινωική θρησκεία όμως δεν ήταν το μοναδικό συστατικό της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Στη διαμόρφωση της τελευταίας έπαιξαν σοβαρότατο ρόλο επιδράσεις και στοιχεία από λατρείες της Θράκης της Ηπείρου και της Μικρασίας, στα πλαίσια συνύπαρξης προελληνικών και ελληνικών φύλων: π.χ. η Άρτεμις ήταν αφενός μεν εξέλιξη μιας προελληνικής (μινωικής) θεάς των αγριμιών (Πότνια Θηρών), αφετέρου δε μια καινούργια θεά του κυνηγιού.
Άρχισε έτσι να διαμορφώνεται, ήδη από τη Μυκηναϊκή Εποχή, η αρχαία ελληνική θρησκεία. Στις επιγραφές με γραμμική γραφή Β διαβάζουμε πολλά ονόματα θεών και θεαινών του Δωδεκάθεου. Την οριστική της μορφή όμως η θρησκεία αυτή την πήρε κατά τους Σκοτεινούς Χρόνους και την Αρχαϊκή Εποχή, ενώ κατά την Κλασική Εποχή εξελίσσεται στη λεγόμενη θρησκεία των πόλεων.
Οι θρησκευτικές εκδηλώσεις ρυθμίζουν τον ιδιωτικό και δημόσιο βίο του Έλληνα (γέννηση, γάμος, οικογένεια, φατρία, πόλη), με αποτέλεσμα θρησκευτικές να είναι και οι σπουδαιότερες αξίες του. Μέσον επικοινωνίας με τις θεότητες, σε εκδήλωση σεβασμού ή για την εξασφάλιση της εύνοιάς τους, αποτελούσε η θυσία –αιματηρή ή αναίμακτη.
Μελετώντας την ελληνική θρησκεία, παρατηρούμε πως πέρα από το δέος και το θάμβος που προκαλεί το Θείον, χαρακτηρίζεται ως μία ευρύτατη συμβολική κατασκευή, σύνθετη, αλλά με συνοχή, που επιτρέπει στη σκέψη, όπως και στο συναίσθημα, να εκδηλώνονται σε όλα τα επίπεδά της. Οι τρεις τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται η θρησκευτική εμπειρία των αρχαίων Ελλήνων είναι ο μύθος, η τελετουργία και η εικαστική αποτύπωση.
Ο μύθος, δηλαδή οι αφηγήσεις οι σχετικές με θεούς και ημίθεους, παίζει τον βασικό ρόλο, ο οποίος όμως συμπληρώνεται με την εικαστική αποτύπωση των θεών και των κατορθωμάτων τους, και το σύνολο ολοκληρώνεται με τις τελετουργικές πρακτικές.
Από τα τρία αυτά συστατικά, εκείνο που έφτασε ώς εμάς με σχετική πληρότητα είναι ο μύθος. Η ελληνική μυθολογία είναι εξαιρετικά γοητευτικό τμήμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και αστείρευτη πηγή έμπνευσης για πολλούς αρχαίους ή μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Από την εικαστική αποτύπωση έχουν περισωθεί κυρίως γλυπτά και κεραμικά έργα, πολύ λίγα ψηφιδωτά και ελάχιστες ζωγραφικές παραστάσεις, ενώ δεν έχει διασωθεί σχεδόν τίποτα από τη μουσική επένδυση των τελετουργιών.
Κρίνοντας, είτε άμεσα, από τα στοιχεία που έφτασαν ώς εμάς (κείμενα, γλυπτά, κεραμικά και ψηφιδωτά), είτε έμμεσα (από περιγραφές συγγραφέων, από την εικαζόμενη συγγένεια της βυζαντινής με την αρχαία ελληνική μελωδία), συμπεραίνουμε πως η αρχαία ελληνική θρησκεία χαρακτηριζόταν από υψηλής στάθμης καλαισθησία. Βρισκόταν δηλαδή μέσα στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής σκέψης.
Τα βασικά χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής θρησκείας
Η επίσημη θρησκεία του Δωδεκάθεου χαρακτηρίζεται από την απόλυτη νομοτέλειά της. Όλοι, ακόμα και οι θεοί, υπακούουν στον υπέρτατο Νόμο της Ανάγκης. Ολόκληρη η οικουμένη υπακούει σε αντικειμενικούς νόμους, που της εξασφαλίζουν την εσωτερική τάξη και αρμονία και την κάνουν Κόσμο δηλαδή στολίδι. Η παράβαση των νόμων αυτών οδηγεί στην καταστροφή και τους ισχυρότερους ή τους δικαιότερους ανθρώπους, ακόμα και τους ημίθεους.
Στο ελληνικό πάνθεον με το πλήθος των θεοτήτων, κάθε θεότητα έχει τον δικό της ρόλο, το δικό της πεδίο, τους ιδιαίτερους τρόπους δράσης της, τη δική της μορφή εξουσίας. Οι θεότητες αυτές, οι οποίες στις μεταξύ τους σχέσεις συγκροτούν μια ιεραρχημένη κοινωνία θεών, όπου οι ιδιότητες και τα προνόμια αποτελούν αντικείμενο μιας αρκετά αυστηρής κατανομής, αναγκαστικά περιορίζουν η μία την άλλη, ενώ ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονται
Εκτός από τους δώδεκα Ολύμπιους θεούς, υπήρχαν δεκάδες άλλοι, επίσης σημαντικοί, μολονότι δεν περιλαμβάνονταν στο Δωδεκάθεο, καθώς και εκατοντάδες ελάσσονες θεότητες, νύμφες, νηρηίδες, ναϊάδες, σάτυροι, που ονομάζονταν συχνά δαιμόνια ή δαίμονες. Η ονομασία αυτή στην αρχαιότητα δεν είχε τη σημασία του κακοποιού πνεύματος, που την απέκτησε πολύ αργότερα.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα του πολυθεϊσμού είναι πως το Θείον δεν συνεπάγεται τη μοναδικότητα, αλλά ούτε την παντοδυναμία, την παντογνωσία, την αιωνιότητα ή το απόλυτο. Οι θεοί των Ελλήνων δεν βρίσκονται έξω από τον κόσμο: αντίθετα, αποτελούν μέρος του. Ούτε και δημιούργησαν τον κόσμο. Αντίθετα, γεννιούνται από τον κόσμο. Το γένος των Ολύμπιων θεών, τους οποίους λάτρευαν οι Έλληνες, εμφανίζεται ταυτόχρονα με το σύμπαν. Καθώς διαφοροποιείται και ταξινομείται, παίρνει την τελειωμένη μορφή του οργανωμένου κόσμου. Υπάρχει, επομένως, μέρος του Θείου στον κόσμο, όπως υπάρχει μέρος του κοσμικού στις θεότητες. Απουσιάζει δηλαδή από την ελληνική θρησκεία η πράξη εκείνη η οποία, στην περίπτωση του ενός και μοναδικού Θεού, δηλώνει την απόλυτη υπερβατικότητά του, ως προς ένα έργο που εκπορεύεται ολοκληρωτικά από αυτόν.
Με βάση τα παραπάνω, η λατρεία δεν θα μπορούσε να αναφέρεται σε ένα ον ριζικά υπερκόσμιο, του οποίου ο τρόπος ύπαρξης δεν θα είχε τίποτα κοινό με οτιδήποτε ανήκει στη φυσική τάξη, στο φυσικό σύμπαν, στην ανθρώπινη ζωή, στην κοινωνική ύπαρξη. Αντίθετα, η (πολυθεϊστική) λατρεία μπορεί να απευθύνεται σε κάποια άστρα, όπως η Σελήνη, ή στην Αυγή, στο φως του Ήλιου, στη Νύχτα, σε μια πηγή, σε ένα ποτάμι, σε ένα δέντρο, στην κορφή ενός βουνού, όπως και σε ένα συναίσθημα ή ένα πάθος (Αιδώς, Έρως), σε μια ηθική ή νομική έννοια (Δίκη, Ευνομία). Όχι ότι πρόκειται κάθε φορά για θεότητες στην κυριολεξία, αλλά όλες, στον χώρο που τους ανήκει, δηλώνουν το Θείον με τον ίδιο τρόπο που παριστάνει τη θεότητα ένα λατρευτικό είδωλο.
Με την παρουσία του σε έναν κόσμο γεμάτο θεούς, ο Έλληνας δεν διακρίνει το φυσικό και το υπερφυσικό σαν δύο αντίθετους χώρους. Και τα δύο παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένα. Μπροστά σε κάποια φαινόμενα του κόσμου βιώνει το ίδιο αίσθημα ιερότητας που δοκιμάζει στη συναλλαγή του με τους θεούς, κατά τις τελετές που τον φέρνουν σε επαφή μαζί τους. Δεν πρόκειται όμως για μια θρησκεία της φύσης, οι θεοί των Ελλήνων ήταν Δυνάμεις αλλά δεν αποτελούσαν προσωποποιήσεις φυσικών δυνάμεων ή φαινομένων, ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Ο κεραυνός, η καταιγίδα, οι ψηλές κορυφές δεν είναι ο Δίας, αλλά του Διός. Του Διός που είναι πέραν αυτών, εφόσον τα περικλείει όλα στους κόλπους μιας Δύναμης που αγγίζει πραγματικότητες, όχι πλέον φυσικές, αλλά ψυχολογικές, ηθικές ή θεσμικές.
Αυτό που κάνει μια Δύναμη θεότητα είναι το γεγονός ότι βάζει κάτω από την εξουσία της πλήθος «εκδηλώσεις», που για μας είναι εντελώς διακριτές, στις οποίες όμως ο αρχαίος Έλληνας έβλεπε την έκφραση μιας και μόνης εξουσίας, που ασκείται στα πιο διαφορετικά πεδία. Αν ο κεραυνός ή οι ψηλές κορυφές είναι του Διός, αυτό συμβαίνει διότι ο Θεός εκδηλώνεται στο σύνολο του σύμπαντος κόσμου με όλα εκείνα τα στοιχεία που φέρουν την σφραγίδα μιας εμφανούς ανωτερότητας, μιας υπεροχής. Ο Δίας δεν είναι φυσική δύναμη. Είναι άρχων κυρίαρχος, κάτοχος εξουσίας με όλες τις μορφές που αυτή μπορεί να λάβει.
Ο πολυθεϊσμός των Ελλήνων δεν στηρίζεται σε κάποια «θεϊκή αποκάλυψη». Η προσκόλληση στη θρησκευτική παράδοση στηρίζεται στη χρήση (στα προγονικά ανθρώπινα έθιμα, τους νόμους). Όπως η γλώσσα, ο τρόπος ζωής, τα έθιμα του φαγητού και της ένδυσης, η στάση και η συμπεριφορά των ανθρώπων στις ιδιωτικές και δημόσιες συναναστροφές τους, έτσι κι η λατρεία δεν χρειάζεται άλλη αιτιολόγηση από την ύπαρξή της. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι την ασκούν, είναι ήδη αιτιολογημένη. Εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες κατάφεραν εξαρχής να οργανώσουν τη σχέση τους με το Θείον. Το να αποκλίνουν από αυτό θα σήμαινε αυτομάτως ότι παύουν ξαφνικά να είναι ο εαυτός τους.
Η λατρεία των θεών από τους αρχαίους Έλληνες συνεπαγόταν τιμές, επειδή ακριβώς κατείχαν θέση υπεροχής έναντι των θνητών. Αν και ανήκαν στον ίδιο κόσμο με τους θνητούς, αν και είχαν κατά κάποιον τρόπο κοινή την καταγωγή τους, αποτελούσαν ένα γένος που, απαλλαγμένο από όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τα θνητά όντα –αδυναμία, μόχθους, πάθη, αρρώστιες, θάνατο– δεν ενσάρκωναν το Απόλυτο ούτε το Αιώνιο, αλλά το σύνολο των αξιών που αποτελούν τα αγαθά της ύπαρξής μας πάνω σ’ αυτήν τη γη, την ομορφιά, τη δύναμη, την αιώνια νεότητα, μια ζωή γεμάτη δόξα και λαμπρότητα.
Η θρησκεία των πόλεων
Ήδη από την αρχαϊκή εποχή, με τον παραμερισμό των βασιλέων, οι οποίοι εκτός των πολιτικών είχαν και θρησκευτικές αρμοδιότητες, εμφανίζονται τα σπέρματα της λεγόμενης θρησκείας των πόλεων, και κατά την κλασική εποχή θα έχουμε την ολοκληρωτική συγχώνευση της θρησκευτικής με την πολιτική σφαίρα. Η αρχαία ελληνική θρησκεία διαμορφώθηκε σε ένα σύστημα λατρευτικών και λειτουργικών δοξασιών και συμπεριφορών, οι οποίες σταθεροποιούν την έννοια της πόλης-κράτους.
Η ελληνική θρησκεία είχε, με τα σημερινά κριτήρια, περισσότερο πολιτικό παρά θρησκευτικό χαρακτήρα. Εξυπηρετούσε τους θεσμούς της πόλης-κράτους, της αρχαίας δημοκρατίας. Χωρίς υπερβολή μπορούμε να πούμε πως η αρχαία ελληνική θρησκεία, στην επίσημη έκφρασή της, κατά την κλασική και μετακλασική περίοδο της ελληνικής ιστορίας, είναι η θρησκεία της δημόσιας τάξης και αρμονίας, με προεκτάσεις στη φύση και στον κόσμο. Εκτός από σπάνιες, τοπικής σημασίας περιπτώσεις (όπως λ.χ. το ιερατείο των Δελφών), οι ιερείς στην Ελλάδα είχαν πολύ μικρό πολιτικό κύρος. Ουσιαστικά ήταν υπηρέτες της κοινωνίας.
Ανάμεσα στο θρησκευτικό από τη μία και το κοινωνικο-ιδιωτικό και πολιτικό από την άλλη, δεν υπάρχει επομένως αντίθεση ή ξεκάθαρη τομή, όπως επίσης δεν υπάρχει ανάμεσα σε υπερφυσικό και φυσικό, θεϊκό και κοσμικό. Η ελληνική θρησκεία δεν συνιστά ένα τμήμα ξεχωριστό, κλεισμένο στα όριά του, το οποίο θα ερχόταν να επιβληθεί πάνω στην οικογενειακή, επαγγελματική, πολιτική ζωή, ή πάνω στον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων, δίχως να συγχέεται με όλ’ αυτά. Αν έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε, όσον αφορά την αρχαϊκή και κλασική Ελλάδα, για «θρησκεία της πόλεως», είναι διότι σε αυτήν το θρησκευτικό περιλαμβάνεται μέσα στο κοινωνικό και, αντίστοιχα, το κοινωνικό, σε όλα τα επίπεδα και στην ποικιλία των εκφάνσεών του, διαποτίζεται από το θρησκευτικό.
Από τα παραπάνω προκύπτουν δύο συνέπειες. Σε αυτόν τον τύπο θρησκείας, το άτομο ως άτομο δεν κατέχει κεντρική θέση. Δεν μετέχει στη λατρεία ως πρόσωπο, ως ένα ιδιαίτερο ον υπεύθυνο για τη σωτηρία της ψυχής του. Αναλαμβάνει τον ρόλο που του αναθέτει η κοινωνική του υπόσταση: άρχων, πολίτης, μέλος της φατρίας, γυναίκα ηλικιωμένη, νεαρό άτομο (αγόρι ή κορίτσι) στα διάφορα στάδια της ένταξής του στην ωριμότητα. Θρησκεία που καθιερώνει μια συλλογική τάξη και η οποία ενσωματώνει σε αυτήν, στη θέση που τους αρμόζει, τα διάφορα συστατικά της στοιχεία. Θρησκεία όμως που αφήνει εκτός του πεδίου της τη μέριμνα για τον καθένα ξεχωριστά ως πρόσωπο, την πιθανή αθανασία του, τη μοίρα του πέραν του θανάτου.
Το να λέει κανείς ότι η σφαίρα του πολιτικού είναι διαποτισμένη από το θρησκευτικό στοιχείο, ισοδυναμεί με το να αναγνωρίζει ταυτόχρονα ότι και η σφαίρα του θρησκευτικού είναι συνδεδεμένη με το πολιτικό στοιχείο. Κάθε πολιτικό αξίωμα έχει έναν χαρακτήρα ιερό, αλλά και κάθε ιερατικό αξίωμα προέρχεται από την κοσμική εξουσία. Αν οι θεοί είναι θεοί της πόλεως, εντούτοις είναι η συνέλευση του λαού που έχει τον πρώτο λόγο στη διοίκηση των Ιερών, των υποθέσεων δηλαδή που αφορούν τους θεούς, όπως και τη διοίκηση των ανθρώπων. Αυτή είναι που καθορίζει το θρησκευτικό ημερολόγιο, που εκδίδει νόμους οι οποίοι ρυθμίζουν τα Ιερά, που αποφασίζει για τη διοργάνωση των εορτών, για τη διοίκηση των ναών, για την προσφορά των θυσιών, για την προσθήκη νέων θεών, καθώς και για τις τιμές που πρέπει να τους αποδοθούν.
O πιστός δεν συνάπτει, επομένως, μια προσωπική σχέση με τη θεότητα. Ένας Θεός υπερβατικός, ακριβώς επειδή βρίσκεται εκτός του κόσμου τούτου, μακριά από την επίγεια ζωή, μπορεί να βρει στα βάθη της ψυχής κάθε πιστού, αν η ψυχή αυτή έχει κατάλληλα προετοιμαστεί από τη θρησκεία, έναν χώρο πρόσφορο για επαφή και επικοινωνία.
Ακόμα και κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ., όταν η επίσημη λατρεία κυριαρχεί στο σύνολο της θρησκευτικής ζωής των πόλεων, δεν απουσιάζουν από αυτήν αλλά βρίσκονται κοντά της, στις παρυφές της, τάσεις λίγο ώς πολύ περιθωριακές, με προσανατολισμό διαφορετικό. Η ίδια η θρησκεία της πόλεως, αν και υπαγορεύει τις θρησκευτικές συμπεριφορές, δεν μπορεί να διασφαλίσει πλήρως την κυριαρχία της παρά μόνο παραχωρώντας, μέσα στους κόλπους της, έναν χώρο στις μυστηριακές λατρείες και ενσωματώνοντας, για να συμπεριλάβει και αυτήν, μια θρησκευτική εμπειρία όπως είναι η διονυσιακή λατρεία, της οποίας το πνεύμα είναι τελείως αντίθετο από το δικό της.
Διαφορές της ελληνικής θρησκείας από τις μονοθεϊστικές
Σημαντικό χαρακτηριστικό της αρχαίας ελληνικής θρησκείας ήταν η απουσία κάθε σωτηριολογικής αναμονής και κάθε εσχατολογικής προσδοκίας. Τελείως ξένη προς τις ελληνικές αντιλήψεις είναι η έννοια του προπατορικού αμαρτήματος, ενώ συγκεχυμένοι και ασυστηματοποίητοι ήταν οι περί αμαρτίας θρησκευτικοί ορισμοί και κανόνες, καθώς και οι απόψεις για τη μεταθανάτια επιβράβευση των δικαίων και την τιμωρία των ασεβών. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει κατ’ ουδένα τρόπο ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν περισσότερο ή λιγότερο ηθικοί από τους άλλους συγχρόνους τους λαούς. Ενδεχομένως ήταν λιγότερο υποκριτές. Το ρητό που αποδίδεται στον Δημόκριτο: «Να αποφεύγεις τα αμαρτήματα, όχι από φόβο αλλά γιατί δεν πρέπει» [Μὴ διὰ φόβον, ἀλλὰ διὰ τὸ δέον ἀπέχεσθαι ἁμαρτημάτων] δείχνει καθαρά πόσο ηθικότερη ήταν η στάση τους
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν έτρεφαν προς τους θεούς τους αισθήματα δουλικής υποταγής και αφοσίωσης. Η ευλάβειά τους δεν είχε ποτέ τον χαρακτήρα που απέκτησε επί χριστιανισμού και σπανίως συνοδευόταν από φόβο. Υπήρχε γενικό πνεύμα ανεξιθρησκείας και πολύ εύκολα ξένοι θεοί γίνονταν αποδεκτοί. Υπήρχε λατρεία πολλών θεών, αλλά οι πολίτες ήταν τρόπον τινά υποχρεωμένοι να τιμούν τους θεούς της πόλης τους και η παράλειψη αυτή επέσυρε κάποτε την κατηγορία της αθεΐας: «Αδικεί Σωκράτης, ους μεν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων» όπου το ρήμα νομίζω σημαίνει «παραδέχομαι κάτι καθορισμένο από το νόμο». Η λατρεία των θεών περιλάμβανε προσευχές, αφιερώματα και θυσία, την οποία συνήθως ακολουθούσε κοινό γεύμα.
Για τους Έλληνες οι θεοί γεννήθηκαν μαζί με τον κόσμο και δρουν αξεχώριστα από αυτόν. Σε καμία περίοδο της εξέλιξης της ελληνικής θρησκείας δεν εμφανίζεται η ιδέα της δημιουργίας (του κόσμου από τους θεούς). Απουσιάζει επίσης ολοκληρωτικά η ιδέα οποιασδήποτε αποκάλυψης. Η αρχαία ελληνική θρησκεία, στην επίσημη τουλάχιστον μορφή της, ενώ χαρακτηριζόταν από λαμπρές όσο και καλαίσθητες τελετές, εντυπωσιακές γιορτές και δαπανηρές θυσίες, δεν διέθετε κεντρικά δόγματα ούτε ενιαίο σύνολο δοξασιών ούτε ιερά βιβλία, και δεν απαιτούσε από τους οπαδούς της πίστη με την έννοια που έδιναν στον όρο η ιουδαϊκή και αργότερα οι ιουδαιογενείς θρησκείες (χριστιανισμός και ισλαμισμός). Απαιτούσε κυρίως την τήρηση των λατρευτικών τύπων. Εξάλλου δεν υπήρχε ισχυρό και οργανωμένο ιερατείο (με εξαίρεση τους Δελφούς και δευτερευόντως τη Δωδώνη και την Ολυμπία).
Απουσιάζει επίσης από την ελληνική θρησκευτική αντίληψη η έννοια του Διαβόλου, ως εκπροσώπου του Κακού και κατά κάποιον τρόπο αντιπάλου του (ενός) Θεού. Στην αρχαία ελληνική σκέψη δεν υπήρχε επίσης η αντίληψη του παράδεισου και της κόλασης, όπως την εννοούσαν αργότερα οι χριστιανοί. Ο Άδης, για τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν καθόλου καλή ιδέα, δεν ήταν το ελληνικό αντίστοιχο του χριστιανικού παράδεισου ή της κόλασης. Ήταν ο χώρος των σκιών όσων άλλοτε είχαν ζήσει στη γη. Δεν βρισκόταν στους ουρανούς αλλά κάτω από τη γη, και ήταν τόπος θλιβερός και σκοτεινός, όχι όμως τόπος μεταθανάτιας ανταμοιβής ή τιμωρίας.
Οι εξαιρετικά ενάρετοι και δίκαιοι δεν πήγαιναν στον Άδη αλλά στη Νήσο των Μακάρων, ενώ οι εξαιρετικά κακοί στα Τάρταρα. Τις σκιές των νεκρών που έφταναν στην είσοδο του Άδη τις περνούσε, διαπλέοντας την Αχερουσία λίμνη, ο Χάρων με το ακάτιόν του. Το στόμιο του Άδη το φρουρούσε ο Κέρβερος. Ήταν εντούτοις γνωστά τρία τουλάχιστον στόμια του Άδη: στο Ταίναρο, στον Αχέροντα και στην Τροιζήνα. Για το τελευταίο αυτό, πολλοί πίστευαν πως βρισκόταν πολύ πλησιέστερα στον κυρίως Άδη και δεν μεσολαβούσε η Αχερουσία λίμνη. Γι’ αυτό σε όσους πέθαιναν στην Τροιζήνα οι συγγενείς τους δεν τους έβαζαν στο στόμα έναν οβολό, για το ναύλο της διαπόρθμευσής τους. Εξάλλου, όπως αναφέρεται για τον Ηρακλή, τον Ορφέα και τον Οδυσσέα, ήταν δυνατή η σύντομη επίσκεψη ζωντανών ανθρώπων στον Άδη και η επιστροφή τους από αυτόν.
Συγκεχυμένες ήταν επίσης και οι αντιλήψεις οι σχετικές με τη μέλλουσα ζωή και την αθανασία της ψυχής. Από τους φιλοσόφους την αποδέχονται ο Πυθαγόρας και ο Πλάτων, ενώ ο Δημόκριτος, ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος και πολλοί άλλοι δίδασκαν ότι η ψυχή έχει σωματική υπόσταση και φθείρεται μαζί με το υπόλοιπο σώμα μετά τον θάνατο του ανθρώπου.
Οι λαϊκές μυστηριακές λατρείες
Οι μυστηριακές λατρείες υπήρξαν εν ενεργεία σε όλη την αρχαιότητα παραλλήλως προς την επίσημη θρησκεία κάθε πόλης-κράτους. Σε αντίθεση δε με αυτήν ήταν εξαπλωμένες πολύ πέρα από τα όρια της πόλης. Η προέλευσή τους είναι αρχαιότατη και ξεκινά από την προϊστορική εποχή. Αρχικά ήταν αγροτικές τελετουργίες, που σχετίζονταν με την καλλιέργεια των δημητριακών ή του αμπελιού, και γι’ αυτό ήταν πολύ δημοφιλείς και διαδεδομένες, αργότερα όμως, και όσο μεγάλωνε ο μυστηριακός τους χαρακτήρας, σχετίστηκαν με τον αδιάκοπο κύκλο της ζωής καθώς και με την ιδέα του πάσχοντος και ανισταμένου θεού.
Ακόμα και στα μυστήρια, όπως για παράδειγμα στα Ελευσίνια, όπου οι μυημένοι λαμβάνουν από κοινού την υπόσχεση για μια καλύτερη τύχη στον Άδη, δεν ασχολούνται με την ψυχή, δεν υπάρχει τίποτα που να φανερώνει έναν προβληματισμό γύρω από τη φύση της ψυχής ή μια σειρά πνευματικών ασκήσεων για τον εξαγνισμό της
Υπήρχαν πολλές, ευρύτατης αποδοχής και εξαπλωμένες ανάμεσα στις λαϊκές μάζες, λατρείες, που ανήκουν σ’ αυτή την πλευρά της ελληνικής και αργότερα της ελληνιστικής και ελληνορωμαϊκής θρησκείας. Οι πιο αξιομνημόνευτες είναι η λατρεία της Περσεφόνης, του Διόνυσου, του Ορφέα και του Ηρακλή. Από την ελληνιστική εποχή και μετά διαδόθηκαν επίσης πολύ οι λατρείες της Μεγάλης Θεάς ή Κυβέλης, της Ίσιδας και του Όσιρη, της Αστάρτης και του Άδωνη, και άλλες.
Ο μύθος της Περσεφόνης, (κόρης της πανάρχαιας θεάς Δήμητρας, που την έκλεψε ο θεός του Κάτω Κόσμου Πλούτωνας, αλλά ύστερα από την επέμβαση του Δία συμφωνήθηκε να γυρίζει έξι μήνες στη μητέρα της, στον Επάνω Κόσμο), συμβολίζει τον αιώνιο κύκλο της καλλιέργειας των δημητριακών και των άλλων ετήσιων φυτών, αλλά με τον καιρό άρχισε να συμβολίζει την ανάσταση των νεκρών και την επιστροφή τους από τον Άδη.
Ο μύθος της Περσεφόνης ή Κόρης γέννησε τα Ελευσίνια Μυστήρια, κλειστές τελετουργίες, προσιτές μόνο σε μυημένα άτομα. Τα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν η μόνη μυστηριακή λατρεία που δεν πήρε ποτέ ευρύ λαϊκό χαρακτήρα και γι’ αυτό δεν ξέρουμε πολλά πράγματα για το περιεχόμενό τους. Από τότε που η Ελευσίνα προσαρτήθηκε στο αθηναϊκό κράτος, γίνονταν δύο τελετές: τα Μικρά και τα Μεγάλα Μυστήρια. Τα Μικρά τελούνταν κατά τον μήνα Ανθεστηριώνα (μέσα Φεβρουαρίου – μέσα Μαρτίου) και ήταν η εισαγωγή στα Μεγάλα Μυστήρια, που τελούνταν κατά το μήνα Βοηδρομιώνα (μέσα Σεπτεμβρίου – μέσα Οκτωβρίου). Άρχιζαν με πομπή που ξεκινούσε από την Αθήνα και έφτανε στο Τελεστήριο της Ελευσίνας, διαρκούσαν εφτά ημέρες και περιλάμβαναν καθαρμούς, αναπαράσταση του μύθου της αρπαγής της Κόρης, και την εποπτεία, την παρουσίαση δηλαδή των ιερών συμβόλων, ένα από τα οποία ήταν το στάχυ. Οι τελετές τελείωναν με κοινό γεύμα, που είχε βάση τα δημητριακά, και με ποτό που παραγόταν, με ζύμωση, από το κριθάρι.
Η λατρεία του Διόνυσου, που ήταν πολύ διαδεδομένη και δημοφιλής κατά την αρχαιότητα, συνδυάζει την ιδέα του πάσχοντος θεού με την ιδέα της ανάστασης. Υπάρχουν πολλοί μύθοι σχετικά με τον Διόνυσο. Ο γνωστότερος είναι ότι ήταν γιος του Δία και της Σεμέλης. Όταν η τελευταία έμεινε έγκυος, με την πονηρή προτροπή της Ήρας, παρακάλεσε τον Δία, δεσμεύοντας τον με όρκους, να παρουσιαστεί μπροστά της με όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Ο Δίας παρουσιάστηκε μέσα σε κεραυνούς και φλόγες, με αποτέλεσμα να καεί η Σεμέλη. Ο Δίας πήρε το έμβρυο από τη νεκρή και το έχωσε στον μηρό του ώσπου να συμπληρωθεί ο χρόνος της κύησης. Έτσι ο Διόνυσος γεννήθηκε από τον μηρό του πατέρα του.
Υπάρχει όμως και άλλος μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο Δίας είχε έναν αγαπημένο γιο, τον Ζαγρέα, που τον αιχμαλώτισαν οι Κορύβαντες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τα πνεύματα του Κακού. Οι Κορύβαντες κατακρεούργησαν και έφαγαν τον Ζαγρέα. Από τη μιαρή ευωχία τους είχε γλιτώσει μόνο η καρδιά του Ζαγρέα, όταν η θεά Αθηνά σκότωσε τους Κορύβαντες κι έφερε στον Δία την καρδιά του γιου του, από την οποία εκείνος δημιούργησε έναν νέο θεό, τον Διόνυσο. Από τα σώματα των σκοτωμένων Κορυβάντων οι θεοί δημιούργησαν τη γη, τις θάλασσες, τα ζώα και τους ανθρώπους, που γι’ αυτόν τον λόγο κλείνουν μέσα τους κάτι από τη θεία ουσία. Στον μύθο του Ζαγρέα-Διόνυσου συναντάμε όλα εκείνα τα στοιχεία που, ενώ απουσιάζουν από την ελληνική θρησκεία των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, αποτελούν δόγματα νεοτέρων θρησκειών: την ιδέα της αθάνατης ψυχής, την ιδέα του πάσχοντος και ανιστάμενου θεού, την ιδέα της θείας δημιουργίας του Κόσμου.
Από την κλασική αρχαιότητα ήδη, η λατρεία του Διονύσου πήρε μυστηριακή μορφή. Στην Ήπειρο, στη Θράκη και στη Βοιωτία οι τελετές προς τιμήν του είχαν οργιαστικό και μυστικοπαθή χαρακτήρα, μολονότι οι όροι όργιο και οργιαστικός δεν είχαν κατά την αρχαιότητα σχέση με την κραιπάλη και την ακολασία. Όπως φαίνεται, η λατρεία του περιλάμβανε τελετές μύησης, καθαρμούς, κοινά δείπνα των μυημένων κλπ. Οι Αθηναίοι είχαν ιδιαίτερη αγάπη προς τον Διόνυσο, αλλά οι τελετές τους δεν είχαν μυστηριακό χαρακτήρα. Στην Αττική γίνονταν κάθε χρόνο τέσσερις γιορτές αφιερωμένες στον θεό. Τα Μικρά ή Κατ’ αγρούς Διονύσια, τα Λήναια, τα Ανθεστήρια και τα Μεγάλα ή Εν άστει Διονύσια.
Κατά την ελληνιστική εποχή η λατρεία του Διονύσου απλώνεται ακόμη περισσότερο. Οι οπαδοί του συγκροτούν ιδιαίτερους συλλόγους, τους θιάσους, τα μέλη των οποίων αλληλοβοηθούνται και αλληλοαποκαλούνται αδελφοί. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή η λατρεία του εξαπλώνεται στην Ιταλία και, παρά την αντίδραση της Συγκλήτου και των συντηρητικών Ρωμαίων, αποκτά πολυάριθμους οπαδούς.
Η λατρεία του Ορφέα είναι μία επίσης μυστηριακή λατρεία, που ξεκίνησε αρχικά από τη Θράκη, απ’ όπου κατάγεται ο ίδιος. Κατά την παράδοση, ήταν γιος του Απόλλωνα, γεννήθηκε σε σπήλαιο, υπήρξε μαθητής του Μουσαίου και πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Οι περισσότεροι αρχαίοι συγγραφείς τον δέχονται ως ιστορικό πρόσωπο, μολονότι ο Ηρόδοτος αμφισβητεί την ιστορικότητά του και ο Αριστοτέλης την αρνείται. Κατά την παράδοση, όταν πέθανε νεότατη η αγαπημένη του Ευρυδίκη, ο Ορφέας κατέβηκε στον Άδη για να τη βρει και να τη φέρει πίσω στη γη. Εκείνη όμως είχε πιει το νερό της λήθης και δεν τον αναγνώρισε, οπότε αυτός επέστρεψε άπρακτος και θλιμμένος στη Θράκη.
Δεν είναι εξακριβωμένο αν ο Ορφέας δημιούργησε την Ορφική λατρεία ή, αντίθετα, οι Ορφικοί και ο Ορφισμός προϋπήρχαν και ο Ορφέας δημιουργήθηκε ως προσωποποίηση αυτής της λατρείας. Το γεγονός είναι ότι από τον 7ο αιώνα πριν από τη χρονολογία μας, ο Ορφισμός είχε ήδη διαδοθεί στη μητροπολιτική Ελλάδα και στις αποικίες. Ήταν μυστηριακή λατρεία, με δικούς της λειτουργούς και μύστες, ιερά κείμενα, διαδικασίες μύησης, καθαρμούς και τελετές, καθώς και ιερούς κανόνες, μεταξύ των οποίων η αποφυγή των κουκιών, των τροφίμων που προέρχονται από έμψυχα, των μάλλινων ρούχων κ.ά.
Ο Ορφισμός ήταν λαϊκή θρησκεία, άσχετη και ξένη προς τη λατρεία του Δωδεκάθεου. Ο υπέρτατος θεός της δεν είναι ο Δίας αλλά ο Φανής, που τον υποσκέλισε ο Κρονίδης. Ο Φανής όμως θα επανέλθει και θα αναλάβει τη διακυβέρνηση του κόσμου μαζί με τον Δία. Στο σημείο αυτό έγινε αργότερα ταύτιση του Φανή με τον αναστημένο Διόνυσο, και από τότε αρχίζει η λατρεία του Διονύσου να ταυτίζεται με τη λατρεία του Ορφέα, και οι δύο μαζί με την ιδέα της αθανασίας.
Η λατρεία του Ηρακλή ήταν χωρίς μυστηριακό χαρακτήρα, αλλά εξίσου ή και περισσότερο λαϊκή. Γιος και αυτός του Δία, του υπέρτατου θεού των Ελλήνων, ήταν πολύ αγαπητός στον λαό, γιατί σε όλη την επίγεια ζωή του αγωνίστηκε κατά της Κακίας και της Αδικίας, και γι’ αυτό μετά τον θάνατό του ανέβηκε στον Όλυμπο δίπλα στον πατέρα του.

ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ 

Advertisements

Αιξωνή Γλυφάδας: 

Η δεύτερη αναγνωρισμένη ιαματική πηγή Αττικής

η πηγή Αιξωνής Γλυφάδας αναγνωρίστηκε ως ιαματική

Επίσημα και με την υπογραφή της υπουργού Τουρισμού Έλενας Κουντουρά, η πηγή Αιξωνής Γλυφάδας αναγνωρίστηκε ως ιαματική.
Με την απόφαση που υπέγραψε η Ελενα Κουντουρά και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ η πηγή Αιξωνής είναι η δεύτερη στην Αττική αναγνωρισμένη ιαματική μετά τη λίμνη της Βουλιαγμένης.
Οι αναγνωρίσεις ιαματικών πόρων εντάσσονται στο πλαίσιο της υλοποιούμενης εθνικής τουριστικής πολιτικής, με στόχο την ανάπτυξη των θεματικών μορφών τουρισμού και εν προκειμένω την ανάπτυξη του τουρισμού υγείας-ευεξίας και την ανάδειξη νέων ιαματικών προορισμών.
Συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται ως ιαματικός ο φυσικός πόρος «πηγή Αιξωνής » του Δήμου Γλυφάδας (γεώτρηση αντλούμενη) για λουτροθεραπεία, με ιαματικές ιδιότητες που ενδείκνυνται για ρευματικές παθήσεις, χρόνιους ρευματισμούς, ισχιαλγίες, οσφυαλγίες καθώς και για παθήσεις του νευρικού συστήματος.
Επίσης, με απόφαση της Υπουργού, αναγνωρίζεται ως ιαματικός φυσικός πόρος το «νερό Πηγής Πρέβεζας» του Δήμου Πρέβεζας με τρόπο χρήσεως τη λουτροθεραπεία, και με ιαματικές ιδιότητες που ενδείκνυνται για ρευματικές παθήσεις, χρόνιους ρευματισμούς, ισχιαλγίες, οσφυαλγίες και παθήσεις νευρικού συστήματος.
Οι δύο νέες αναγνωρίσεις δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ 4744/τεύχος Β΄ /29.12.2017 και αναρτήθηκαν στη Διαύγεια στις 17.1.2018.