«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός» Γ. Σ.

«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός» Γ. Σ.

Της Ελένης Γλύκατζη-Αρβερλέρ

Διαχρονικός Έλληνας ο Σεφέρης. Προσθέστε αν θέλετε ποιητής της μοίρας, του γένους και της ελληνικής ψυχής χάρη στην βαθειά αίσθηση της ιστορίας και στη γνώση του ελληνικού τρόπου ζωής που αδιάλειπτα παρά τις ιστορικές αντιξοότητες ακολούθησε. Δεν έχει βέβαια δοθεί σε όλους το χάρισμα να έχουν γεννηθεί στην κοσμοπολίτικη, αλλά ελληνικότατη Σμύρνη την αυγή του 20ου αιώνα και να έχουν ανατραφεί σε σπίτι με βιβλιοθήκη από γονείς και με αδέλφια (την Ιωάννα και τον Άγγελο) που ήξεραν πως την ιστορία την γράφουν καλλιτέχνες, ποιητές και επιστήμονες και όχι μόνο οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί. Έγινε διπλωμάτης(χωρίς να γνωρίσει τον πειρασμό της πολιτικής) επάγγελμα που άσκησε ως λειτούργημα, στους χαλεπούς καιρούς του πολέμου, πάντα στην υπηρεσία μιας δοκιμασμένης και αδικημένης πατρίδας.
Μαρτυρούν την αλήθεια της ιδιόρρυθμης φιλοπατρίας του Σεφέρη η εξοικείωση του με τους  αρχαίους συγγραφείς, οι υπαινιγμοί του σε ιστορικά ή μυθικά γεγονότα, οι αναφορές του στην Ρωμιοσύνη, την Ρωμανία που «κι’ αν πέρασε ανθεί και φέρει κι’ άλλο», όπως το θέλει το ποντιακό τραγούδι, αλλά και η αγάπη του για το έργο του Μακρυγιάννη. Μιλώ για τα Απομνημονεύματα του στρατηγού που πρώτος ο Σεφέρης ανέδειξε και το ανέβασε στο ύψος πηγής και  εγχειριδίου ανεκτίμητου της νεοελληνικής ιστορίας.
Η ζωή στα χρόνια του μινωικού πολιτισμού ζωντανεύει ποιητικά στο «Γραμμένο με μολύβι»  ες Λάβρανδα, όπου ο Σεφέρης παρακολούθησε σχετικές ανασκαφές, όταν υπηρετούσε στην Τουρκία, Μπαγιαντέρες, ταυροκαθάψια, λογαριασμοί του λαβύρινθου τα εμπορεύματα που φτάνουν στην μικρασιατική αυτή πόλη κοντά στην Αλικαρνασσό που είχε σχέσεις με τους μινωικούς Κρήτες .
Να θυμίσω τη σχέση του  Σεφέρη με τον τάφο του Βασιλιά της Ασίνης, τις πέτρες των Μυκηνών, που  σήκωσε όσο μπόρεσε, τον κόσμο του Ομήρου και το μάταιο του Τρωικού μακροχρόνιου πολέμου «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη». Λίγα αυτά από την προκλασική αρχαιότητα που έδωσε στον ποιητή έναυσμα για διαχρονικούς παραλληλισμούς με την σύγχρονη πραγματικότητα.
Είναι η ελληνική ψυχή κατά τον Σεφέρη στοιχειωμένη μέσα στα αγάλματα που είναι παντού κι’ ας είναι μέσα στα μουσεία. Ο γραμματέας της σουηδικής ακαδημίας είπε σε ομιλία του με αφορμή το βραβείο Νομπέλ πολύ εύστοχα, ότι ο Σεφέρης «είναι ο μόνος που ερμήνευσε το μυστήριο των λίθων, των μαρμάρινων θραυσμάτων και των σιωπηλών μειδιόντων αγαλμάτων».
Χρειάζεται να σταθώ ωστόσο λίγο περισσότερο στα παραθέματα από κείμενα της ελληνικής γραμματείας που χρησιμοποίησε ο Σεφέρης και ενέταξε σχεδόν αυτούσια στα ποιήματά του. Μιλούν εύγλωττα όχι μόνο για την βαθειά γνώση του των έργων αυτών, αλλά κυρίως θα έλεγα δίνουν με την επιλογή τους, τον τόνο της συγκινησιακής σχέσης του ποιητή με όλες τις πτυχές και εποχές της ιστορίας του ελληνισμού. Αδιάλειπτη για τον Σεφέρη η ελληνική συνέχεια και ανεξίτηλα τα ίχνη της, τόσο στα πατροπαράδοτα στην παράδοση, όσο και στην ατομική ζωή του κάθε Νεοέλληνα, που υποσυνείδητα και λάθρα, απ’ όπου κι’ αν προέρχεται, αναγνωρίζει κοινούς πανάρχαιους, υποδειγματικούς προγόνους.
Είναι σημαδιακό το να έχεις για δάσκαλο  ή για έμπνευση  εκτός από τους μεγάλους τραγικούς, τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τον Σωκράτη (μέσω Πλάτωνος βέβαια), αλλά και το Άσμα Ασμάτων (εξαίρετη η Σεφερική μετάφραση), την Αποκάλυψη και από κοντά τον Ερωτόκριτο, την Ερωφίλη, τον Μαχαιρά, τον Νεόφυτο Έγκλειστο  (φόρος τιμής στην Κύπρο αυτοί) και καθηγούμενο πάντα τον Μακρυγιάννη. Λείπει ο Αριστοφάνης, αγνοούνται οι Βυζαντινοί παρά την προσήλωση του Σεφέρη στην Υπέρμαχο Στρατηγό, την Παναγιά με τα μύρια ονόματα. Παραβλέπει ο ποιητής (σπάνιες οι εξαιρέσεις) τους ομότεχνους σύγχρονους του και αυτό παρά τις αναφορές σε Θεοτοκά, Παπατζώνη, Κατσίμπαλη,  σε καλβικές και σε σολωμικές κρυπτομνησίες.
Όμως στέκεται  στοχαστικά σε ξένους όπως π.χ. στον Μπωντλαίρ, Ρεμπώ, Ώντεν, Πόε,  Πάουντ  και στον υποδειγματικό δάσκαλο T.S. Eliot. Αφήνω κατά μέρος αυτούς τους ξένους, παρόλο που ο καθείς με τον τρόπο του  και σύμφωνα με την εθνική του παράδοση ανήκει στον συγγενή με τον Σεφέρη κόσμο, αυτόν της αποστασιοποιημένης πια απαισιοδοξίας και της σατυρικής αντιμετώπισης μιας πεζής καθημερινότητας για να σταθώ στις αποκαλύψεις που κάνουν λάθρα βέβαια, οι ελληνικές αναφορές: Βουρκωμένοι οι ποταμοί, βάλτοι γύρω και «βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες» ως και στη λίμνη του Μαραθώνα! Για λουλούδια, τα ασφοδέλια με τους νεκρούς συντρόφους, σε τόπους κλειστούς χωρίς διέξοδο «κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει» και το Αιγαίον πέλαγος ανθεί από νεκρούς. «Αρκείτω βίος» (φτάνει ετούτη η ζωή).
Τι άραγε θέλει να πει ο ποιητής όταν δηλώνει ότι είναι ειδωλολάτρης και όταν οι λέξεις που επίμονα έρχονται και ξανάρχονται στα λόγια του είναι: αγάλματα, μάρμαρα, πέτρες Ερινύες, Ευμενίδες σεμνές και Συμπληγάδες; Η απάντηση έρχεται αβίαστα ως απόηχος από τη μακραίωνη ζωή του ελληνισμού. Μια τραγική παρωχημένη πανάρχαια ιστορία, όπου « οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά» που όμως δεν έπαψαν να πολεμούν «για την ψυχή του ανθρώπου, καθισμένη στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού, που είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης. Ζυμώθηκε η εμπειρία του Σεφέρη μ’ αυτόν τον καημό που κορύφωση έχει την μικρασιατική καταστροφή˙ ο ποιητής συμβιώνει με την αρχαία τραγωδία την χωρίς κάθαρση (θα έλεγες ότι η Ηλέκτρα έχει επισκιάσει την Αντιγόνη) όπως και με το παράτολμο και μάταια τρωικό κατόρθωμα όμως για μια νεφέλη, για μιαν Ελένη που ουδέποτε έφτασε στην Τροία. Αποστασιοποιείται και από την αποκοτιά του ταξιδιού για την Ιθάκη που άφρων σαν άλλος Ελπήνορας δεν θα γνωρίσει ίσως ποτέ («εις έρεβος στρέψας»).
Ένα χωνευτήρι της ελληνικής ιστορίας είναι η ποίηση του Σεφέρη, κάθε στίχος του υπονοεί μια κρυφή πτυχή της ιστορίας αυτής που όμως κακοφορμίζει και γίνεται πυορροούσα πληγή. Νοσταλγός του μείζονος Ελληνισμού ο άνθρωπος που ακούμπησε να ξαποστάσει στων επιγόνων την κολώνα.
Ο Σεφέρης δεν παραδέχτηκε την ελλαδική συρρίκνωση και την ψυχική σμίκρυνση. Πέθανε ορθός στα πόδια του γυρεύοντας την άλλη ζωή πέρα από τα αγάλματα. Όχι όμως πριν ρίξει στους αγκαθερούς ασπαλάθους τους πανάθλιους τυράννους  εκείνης της στιγμής. Είμαστε στα 1971 και το «Επί  ασπαλάθων» είναι η ελεύθερη κραυγή ενός ανυπότακτου ποιητή: του Γιώργου Σεφέρη.

Υ.Σ.
Στον Σεφέρη
«Ετούτη την πληγή θα την κρατήσω ανοιχτή
να κλαίει και να αιμορραγεί
όταν μιλούν για τα παλιά μας μεγαλεία.
Και συ άσε τους φαύλους ν’ ανεβάζουν στη σκηνή
 πουκάμισα αδειανά και κούφια προσωπεία.
Σαν τις τσιγγάνες να μας λεν’ τα μυστικά
που χάραξε στο χέρι μας
μια τραγική πανάρχαια ιστορία.

                                                                                                          Ε.Α.

Οδ. Ελύτης – Χρόνος Δεσμώτης και Χρόνος Λυόμενος


Ευδαίμων και ποιητικός ο νέος χρόνος! Όπου ποίηση εννοείται «όχι μόνο η σύνθεση στίχων αλλά και η ανασύνθεση ζωής μεταφορικά και κυριολεκτικά».
TΟΝ ΕΚΛΕΙΣΑΜΕ σ’ ένα μικρό κουτί μεταλλικό που τ’ ονομάσαμε «ωρολόγιον», και ησυχάσαμε. Όμως αυτό το κλασικό τικ τακ που απασχολούσε τους παλαιούς μυθιστοριογράφους μπορεί να είναι μέτρηση, μπορεί και διαμαρτυρία. Τίνος είναι, ο ένας του άλλου, δεσμώτης; Ποιος μας έδωσε το δικαίωμα να κάνουμε τον ήλιο τον ανίδεο μετρητή μας; Και τι ’ναι τα ημερονύχτια; Κέρματα που τα ρίχνουμε σ’ ένα τρύπιο κουμπαρά;

Δεύτερη φύση – Προσανατολισμοί
Οι σοφοί, μερικοί σοφοί τουλάχιστον, διατείνονται ότι ο χρόνος δεν υπάρχει. Άλλοι το αντίθετο. Ας τα βρούνε μεταξύ τους. Εμείς, που δεν διαθέτουμε παρά τις γνώσεις ενός μέτριου μαθητή λυκείου, ας τα πούμε αλλιώς. Απλοϊκά. Όσο απλοϊκός είναι κι ο τρόπος που βλέπουμε να προσπαθούν οι περισσότεροι ν’ αντιμετωπίσουν και να εξουδετερώσουν τον υποθετικό τους εχθρό, που τον φαντάζονται να καραδοκεί σε κάποια γωνία το πέρασμά τους, μ’ ένα σακούλι, γεμάτο ρυτίδες και λευκά μαλλιά, στο χέρι. Αξίζει να τους ιδούμε.

Η Μαρίνα των Βράχων – Προσανατολισμοί
Υπάρχουν, εν πρώτοις, οι εκατομμυριούχοι των βιωμάτων, που με απανωτές περιπέτειες, ταξίδια, γάμους, επιχειρήσεις, δολοπλοκίες, μυστικές συμφωνίες και τα παρόμοια ζητούν να τον γεμίσουν, να τον στουμπώσουν σε τέτοιο σημείο, που κυριολεκτικά να μη βρίσκει τρόπο να υποδηλώσει την παρουσία του· να ’ναι σαν να μην αφορά τουλάχιστον τη δική τους περίπτωση.
Στο άλλο άκρο υπάρχουν οι μοναχικές υπάρξεις, οι ασκητές, οι στυλίτες στο είδος τους, που του αρνούνται τροφή κι αισθάνονται ότι έτσι του έχουν αφαιρέσει κάθε υπόσταση· ότι ζούνε χωρίς να υπάγονται στους δικούς τους νόμους.
Τέλος, υπάρχουμε κι εμείς, οι άλλοι, που βαυκαλιζόμαστε προς στιγμήν με την ιδέα ότι εάν δεν υπήρχε ο χρόνος θα μπορούσαμε να ’μαστε οι αιώνιοι νεόνυμφοι μιας αγνώστου ταυτότητας ευτυχίας. Ύστερα, το βάζουμε κάτω, και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε.

Το Μονόγραμμα
Κανείς μας δεν έδειξε την πρόθεση να τον κτυπήσει στο αδύνατο σημείο του, που είναι η συμβατική του υπόσταση, αυτή που εμείς οι ίδιοι του προσδώσαμε απλώς για να διευκολύνει τις καθημερινές μας συναλλαγές. Μας τρομάζει το ποσοστό της αυθαίρετης σκέψης που απαιτείται για να σπάσουμε το φράγμα του κοινώς νοείν και ν’ αντιληφθούμε ότι τα κομμάτια της ζωής που προσκτάται και συμπαρασύρει στην ευθύγραμμη πορεία του ο χρόνος είναι δυνατόν να νοούνται ως ανεξάρτητα, ν’ αρμόζονται από διαφορετικές πλευρές και να σχηματίζουν μιαν άλλου είδους αλληλουχία, εξίσου αν όχι και περισσότερο έγκυρη, από την άποψη ότι προβάλλει ανάγλυφη την ονειρική φύση της ζωής μας και την κατακυρώνει.

Το Άξιον Εστί
Χρειάζεται να αποβάλεις το λίπος του τυπικού των καθημερινών σου αναγκών, καθώς και όλα τα ουδέτερα ή άχροα στοιχεία που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα σημαντικά της ζωής σου και τ’ αποδυναμώνουν, για να νιώσεις τις πραγματικές σου διαστάσεις. Διαφορετικά, χάνεις τα μέτρα σου, περιπίπτεις από ’να σε άλλο αδιέξοδο, και στα ύστερα συνθηκολογείς. Δέχεσαι να ενσαρκώνεις το περίφημο πρακτικό πνεύμα, που μπορεί να αποσπά τον έπαινο των δικών σου επειδή σου παρέχει πλουσιοπάροχα να φας και να πιεις, την ίδια στιγμή όμως σε προσβάλλει με τον ιό της πλήξης και της μοναξιάς.
Άμε ύστερα, όσο κι αν ξαναρίχνεις την τράπουλα, να βρεις την ντάμα σπαθί της ζωής σου. Έχει γίνει αέρας. Ψάχνεις μέσα στο απορριμματοφόρο της μνήμης σου. Τίποτα. Μόνον καμία φορά, τις νύχτες που η στεναχώρια σε πνίγει, σαν να υποψιάζεσαι ότι κάτι μισοαρχινισμένες σκηνές της ζωής σου, που δεν τους είχες δώσει τη δέουσα σημασία, παραμένουν ακόμα ζωντανές, σαλεύουν, και, μόλο που τις διώχνεις, εκείνες επανέρχονται και σε παρενοχλούν μέσα στο παραΰπνι σου. Δεν καταλαβαίνεις γιατί. Και όμως. Ζητούν να συνεχίσουν κάτι που αγνοείς επειδή το έχεις ήδη απολέσει, και να συνεχιστούν από κάτι άλλο, που επίσης αγνοείς επειδή δεν έχει επισυμβεί ακόμη, θα σημάνει όμως η ώρα του, έστω και ερήμην της δικής σου παρουσίας.

Το Μονόγραμμα
Χρησιμοποιώ εξεπίτηδες την υπερβολή, που συνήθως με απωθεί, αλλ’ ακριβώς στην περίπτωση αυτή με βοηθά να πλησιάσω και να πλευρίσω το παράλογο μέρος μιας τέτοιας υπόθεσης. Όπου ανάμεσα σε μιαν υπέρμετρη αποτίμηση κι έναν άστοχο παραλληλισμό ζητώ να βρω τον κοινό τους παρονομαστή. Αλλά μήπως τι άλλο ζητάμε να κάνουμε όλοι μας, από τη γέννηση ως τον θάνατό μας, παραπλανημένοι μέσα στις συμπτώσεις και τις τυχαιότητες, που άλλοτε βλέπουμε να μας αποκλείουν την έξοδο, άλλοτε πάλι μας διανοίγουν ευρείες λεωφόρους.
Κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να μπει σ’ ένα τέτοιο επικίνδυνο παιχνίδι, προπάντων αν συμβαίνει να είναι, όπως λέμε στα νομικά, «συνετός οικογενειάρχης». Αρκεί εντούτοις να ρίξει λίγο διαλυτικό στο άθροισμα των ημερών του, για να δεις ότι προ πολλού έχει μπει κι εκείνος, χωρίς ίσως να έχει πλήρη επίγνωση. Κακά τα ψέματα. Πρόκειται για μια υπόθεση που τη σηκώνει ο καθένας μας, αλλά την υποδύεται και την ερμηνεύει κατά διαστήματα και σε γραμμή ευθεία, τη στιγμή που ο αόρατος σκηνοθέτης με αλλεπάλληλους τεχνικούς χειρισμούς ολοκληρώνει ένα σενάριο δικό του όπου πρωταγωνιστείς, είναι όμως αμφίβολο –ή μάλλον από σένα εξαρτάται– αν θα παραστείς ποτέ στην προβολή του. Έτσι, και το πιο παράδοξο αποκαλύπτεται φυσικό, ή αντιστρόφως.

Μαρία Νεφέλη
Αλλά μια που φτάσαμε παίζοντας ίσαμε δω, ας κάνουμε κι ένα βήμα πιο πέρα. Έχουν να λένε ότι, έαν υπήρχε τρόπος να ξεπεράσουμε την ταχύτητα του φωτός, θα προφταίναμε στο διάστημα σκηνές της ιστορίας που η αληθινή τους φύση μας διαφεύγει. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό, προσθέτω εγώ, θα ήτανε αν διαθέταμε και διαφορετικές ταχύτητες και τις βάζαμε αδίστακτα σε ενέργεια. Οπόταν θα βλέπαμε το ίδιο φαινόμενο να επαναλαμβάνεται από την ατομική στην κοσμική κλίμακα.
Μη γελάμε. Υπάρχει για όλα τα πράγματα μια έσχατη εκδοχή, που δεν ωφελεί σε τίποτα να την αγνοούμε ή να την περιπαίζουμε. Τα εμπόδια που μας τίθενται σήμερα τελούν υπό συνεχή άρση και ανατροπή. Μια μέρα τα βαλανίδια δεν θα πέφτουν κάτω από τη βαλανιδιά, ενώ τα κατορθώματά μας θα περνάν ψηλά, πολύ πέραν από τις προθέσεις μας. Τότε και η ποίηση, που συλλαμβάνει και αποδίδει την ψυχή του ανθρώπου με ακρίβεια δεκάτων του δευτερολέπτου, δεν θα μας φαίνεται πλέον ακατανόητη.
Μουσικήν ποιείτε, ω φίλοι!
Εν λευκώ – Οδυσσέας Ελύτης, Εκδόσεις Ίκαρος

***

Πηγή: texnografia
Αντικλείδι , http://antikleidi.com