Στην αρχή μιλούσαν για ρόλους.
Ποιος ανήκει πού.
Ποιος πρέπει να μιλά και ποιος να σωπαίνει.
Ποιος έχει δικαίωμα να κρίνει τα πράγματα έξω από το δικό του χωράφι.
«Ο καθένας στο αμπέλι του», είπε κάποιος.
«Άλλος σκάβει, άλλος πουλάει, άλλος δίνει συμβουλές».
Κάποιοι γέλασαν. Ήταν εύκολη κουβέντα.
Ο γέροντας δεν βιάστηκε να απαντήσει. Έπιασε με τα δάχτυλά του ένα ξερό κληματόφυλλο που είχε πέσει στο τραπέζι — κανείς δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε εκεί.
«Το αμπέλι», είπε, «δεν σε ρωτά τι ρόλο έχεις».
Σήκωσε το βλέμμα του.
«Σε δοκιμάζει».
Η φωνή του δεν είχε ένταση. Είχε χώμα.
«Έχω δει ανθρώπους που δεν ήξεραν τίποτα από αμπέλια να μαθαίνουν μέσα σε μια χρονιά.
Και άλλους, που το είχαν κληρονομήσει, να το αφήνουν να ξεραθεί».
Κανείς δεν μιλούσε πια.
«Ο ρόλος», συνέχισε, «είναι η ταμπέλα στο βαρέλι.
Η προοπτική είναι το κρασί μέσα του».
Έκανε μια μικρή παύση.
«Αν δεν έχεις περπατήσει στο αμπέλι με καύσωνα, αν δεν έχεις χάσει σοδειά, αν δεν έχεις περιμένει τη βροχή σαν λύτρωση… τότε ό,τι και να λες, ακούγεται σωστό — αλλά δεν είναι αληθινό».
«Με αγγαρεία αμπέλι δεν γίνεται», πρόσθεσε χαμηλά.
«Και με ρόλους μόνο, άνθρωποι δεν γίνονται».
Κάποιος πήγε να μιλήσει, αλλά το μετάνιωσε.
Ο γέροντας άφησε το φύλλο πάνω στο τραπέζι.
«Όποιος ακούει το αμπέλι», είπε, «μαθαίνει και τον άνθρωπο».
Και τότε η σιωπή έκλεισε τα στόματα όλων ν
Ήταν εκείνη η στιγμή που όλοι σκέφτονται κάτι δικό τους — και για λίγο δεν θέλουν να το μοιραστούν…

















