14 Χρόνια Ορεινός: 22/2/2012 – 22/2/2026

Αγαπητοί φίλοι,

Υπάρχουν πράγματα που δεν συνεχίζονται από πείσμα, αλλά από ανάγκη.

Από τον Φεβρουάριο του 2012 μέχρι σήμερα δεν υπήρξε ούτε μία μέρα σιωπής. Όχι γιατί το επέβαλε κάποιο πρόγραμμα, αλλά γιατί υπήρχαν πάντα λέξεις που ζητούσαν θέση· μνήμες που δεν ήθελαν να χαθούν, σκέψεις που έπρεπε να καταγραφούν πριν τις σβήσει ο χρόνος.

Ο Ορεινός δεν γεννήθηκε στο διαδίκτυο.

Γεννήθηκε στο βουνό.

Στα μονοπάτια της Γκιώνας και των Βαρδουσίων

Στους βάλτους και στους μαιανδρισμούς του Μόρνο και του Κοκκινοπόταμου, πριν η κοιλάδα των ανέμελων χρόνων γίνει ο βυθός της λίμνης.

Στα Σκούρτα, στο Τσιγκουράτι και στις πλαγιές της Πάρνηθας εκεί που ο αέρας έχει ακόμη μνήμη και το χώμα θυμάται βήματα.

Στις 22 Φεβρουαρίου 2012 απλώς βρήκε τρόπο να μιλήσει.

Δεκατέσσερα χρόνια μετά, συνεχίζει.

Όχι για να γεμίσει σελίδες.

Αλλά για να κρατήσει ζωντανές εικόνες που αλλιώς θα βυθίζονταν — όπως η παλιά κοιλάδα κάτω από τα νερά.

Σχεδόν 60.000 αναρτήσεις, 1.500.000 αναγνώστες

Μα στην ουσία δεν είναι αριθμοί.

Είναι πρόσωπα.

Είναι φωνές παλιές.

Είναι μυρωδιά από ξύλα που καίγονται χειμώνα.

Είναι το καλοκαίρι στο ποτάμι.

Είναι το χωράφι, το αμπέλι, το ελαιόδεντρο που αντέχει στον χρόνο.

Ο Ορεινός δεν γράφει για να εντυπωσιάσει.

Γράφει για να θυμάται.

Η μνήμη μεγαλώνει τον κόσμο.

Μέσα στη γρήγορη εποχή των αλγορίθμων, επέλεξε τον ρυθμό του βουνού.

Αργό. Σταθερό. Ανθεκτικό.

Κι εσείς — με τη βροντερή σιωπή σας, με ένα σχόλιο, με ένα κλικ — γίνατε συνοδοιπόροι σε αυτό το ορεινό μονοπάτι.

Χωρίς εσάς, θα ήταν ένας μονόλογος.

Με εσάς, έγινε κοινή ανάβαση.

Ο Ορεινός δεν είναι ιστολόγιο.

Είναι μια προσπάθεια να μη χαθεί η ρίζα.

Να μη σβήσει το τοπίο.

Να μη μικρύνει η μνήμη.

Και όπως το βουνό δεν κουράζεται να στέκει,

έτσι κι αυτός συνεχίζει.

Πειραματικά.

Πειρατικά.

Με πίστη ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν, η μνήμη δεν πνίγεται

Σας ευχαριστώ που περπατάτε μαζί του. Συνεχίζουμε ..

Ορεινός

Υστερόγραφο

Ο χρόνος κυλά.

Το διαδίκτυο ξεχνά.

Οι αλγόριθμοι προσπερνούν.

Μα κάπου, μέσα στον ψηφιακό ωκεανό,

μένουν ίχνη.

Ο Ορεινός δεν πολέμησε τον χρόνο.

Τον κατέγραψε.

Και κάθε καταγραφή είναι μια μικρή ανταρσία απέναντι στη λήθη.

Δεκατέσσερα χρόνια είναι μια στιγμή στο σύμπαν.

Αλλά για τη μνήμη ενός ανθρώπου

είναι ένας ολόκληρος κόσμος.

Και όσο υπάρχει κόσμος που θυμάται,

ο χρόνος δεν είναι μόνο φθορά.

Είναι και παρουσία.

ΚΜ

Ένα αμπελοτόπι είναι η ζωή!

Κάποτε πίστευα πως τα τραγούδια σώζουν τις στιγμές.

Σήμερα νομίζω πως σώζουν κάτι βαθύτερο: τον τρόπο που οι άνθρωποι στάθηκαν απέναντι στον χρόνο.

Το αμπέλι δεν βιάζεται. Ο δίσκος δεν βιάζεται.

Η βελόνα ακολουθεί το αυλάκι όπως ο άνθρωπος ακολουθεί τη μοίρα του — με μικρές αντιστάσεις, με μικρές παρεκτροπές , αλλά με σταθερή πορεία.

Κι αν κάτι μένει τελικά, δεν είναι ο ήχος.

Είναι ο κύκλος.

Ο κύκλος του σπόρου που γίνεται φυτό και καρπός .

Του σταφυλιού που γίνεται κρασί.

Του τραγουδιού που γίνεται μνήμη.

Και μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο, ο άνθρωπος δεν είναι ιδιοκτήτης.

Είναι περαστικός καλλιεργητής.

Ίσως αυτό να είναι το αληθινό μας αμπελοτόπι!

Τάδε εφη Ελένη Γλύκαντζη-Αρβελέρ

«Τη μέρα που γεννήθηκα στον Βύρωνα, τα 2 παλιοκάικα του Μικρασιάτη πατέρα μου με τα οποία τάιζε 5 στόματα βούλιαξαν έξω από την Βουλιαγμένη, γρουσούζικο με ανέβαζαν γρουσούζικο με κατέβαζαν, ήμουν πάντα «το παιδί», όταν μιλούσαν για μένα λέγανε «Τι κάνει το παιδί;» Όλα τα αδέλφια μου είχαν ονόματα εκτός από εμένα, ήμουν πάντα το ουδέτερο!


Στην καριέρα μου μεγάλο ρόλο έπαιξε η τύχη.
Την εποχή εκείνη για να γραφτείς στο Πανεπιστήμιο χρειαζόταν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, που να το βρω; Όλα μου τα αδέλφια αριστεροί, όταν πέθανε ο Στάλιν έκλαιγα απαρηγόρητα, η μόνη χρονιά που δεν ζήτησαν ήταν η δική μου και έτσι γράφτηκα στην Φιλοσοφική Σχολή.
Την έδρα στην Σορβόννη την πήρα πάλι από τύχη, γιατί ήμουν η μόνη από όλους τους άλλους υποψήφιους που είχα προλάβει να δημοσιεύσω την διπλωματική μου!
Στο Αρχαιολογικό πάω να δω τις συμφοιτήτριες μου και πέφτω πάνω σε όλη την αριστοκρατία της Αθήνας. Μου λέει λοιπόν μια μέρα ο Οικονόμου, ο καθηγητής της Κλασικής Αρχαιολογίας: «Βρε Γλύκατζη, ετούτες εδώ όλες δεν έχουν ανάγκη να δουλέψουν, εσύ τι θα κάνεις στη ζωή σου;» «Ακούστε, εγώ κάνω πάντα αυτό που θέλω πολύ, μόνο έτσι χορταίνει η ψυχή, το στομάχι κάτι θα βρεις να το γεμίσεις, μπορώ να πουλώ ακόμα και λεμόνια στους δρόμους.» Και πάλι με ευνόησε η τύχη, αντί να πουλάω λεμόνια βρέθηκα στο Παλάτι!
Ακούω λοιπόν στην τάξη από έναν καθηγητή μας ότι η Βασίλισσα ζητούσε για τον Έρανο κάποιον που να ξέρει καλά γαλλικά. Πρώτη πρώτη σηκώνω εγώ το χέρι μου και με παίρνουν… ΕΠΟΝίτισσα και βρίσκομαι μπροστά στη Φρειδερίκη.
Δεν περνάνε 2-3 μέρες και φτάνει γράμμα από μια συμφοιτήτριά μου, δεν θα πω το όνομα γιατί ίσως ζει: «Μεγαλειοτάτη, δεν υπάρχει μεγαλύτερη κομμουνίστρια από την Γλύκατζη και εσείς την έχετε πάρει κοντά σας;» Το δείχνω στη Βασίλισσα και αυτή παίρνοντας το γνωστό αυστηρό αυταρχικό ύφος μου λέει: «Να της πεις, σε αυτή τη χώρα εγώ αποφασίζω ποιος είναι κομμουνιστής!»
Περνάει ο καιρός και με τον Βασιλιά Παύλο πάμε στην Στυλίδα που είχε φτιάξει σχολειά. Φτάνουμε όλοι μαζί, κόσμος πολύς περίμενε, ανεβαίνει ένας αστυνομικός στο πούλμαν και λέει στη Βασίλισσα: «Είναι όλοι εξαγριωμένοι, λένε ότι έχετε μαζί σας κομμουνιστές.» Το ακούει η Βασίλισσα, κατεβαίνει από το πούλμαν, μπροστά στην πόρτα στεκόταν ένας κουτσός πού της λέει: «Μεγαλειοτάτη, δίνετε τις δουλειές σας σε κομμουνιστές, εγώ έχασα το πόδι μου για να έχετε εσείς το θρόνο σας.» Και η Φρειδερίκη χωρίς καν να σκεφτεί, του λέει: «Στην δούλεψη μου θέλω έξυπνους ανθρώπους. Αν εσύ έχασες το πόδι σου για να έχω εγώ το θρόνο μου και όχι για την πατρίδα σου, τότε είσαι βλάκας!»
Παρεπιπτόντως, το τι χαστούκια έχει φάει μπροστά μου ο Κωνσταντίνος από την μητέρα του δεν λέγεται, για να την εκνευρίσει γύριζε όλο το Παλάτι φωνάζοντας «Κάππα Κάππα Ε, το κόμμα σου Λαέ!»
Το πιο δεσμευτικό στις ανθρώπινες συναναστροφές είναι η ιδεολογία, να μην μιλάς παρά μόνο σε μια ορισμένη ομάδα ανθρώπων. Εμένα δεν με ενδιαφέρει η ιδεολογία, αλλά οι άνθρωποι. Φίλος μου δεν είναι αυτός που πιστεύει στις ίδιες λύσεις με μένα, αλλά αυτός που είναι σωστός άνθρωπος.
Η καλοσύνη είναι μίμηση Θεού.
Όσοι κρύβουν τα χρόνια τους χάνουν μαζί και τις αναμνήσεις.
Στην Γαλλία ο υλικά πλούσιος δεν θεωρείται αστός, η αστική τάξη είναι παιδεία!
Κανένας λαός δεν έμεινε 400 χρόνια σκλάβος, υπήρχε μεγάλη έλλειψη αυτοπεποίθησης. Γιατί μετά την απελευθέρωση δημιουργήθηκαν ρωσικό, γαλλικό και αγγλικό κόμμα; Που ήταν το ελληνικό κόμμα; Μάθαμε να είμαστε πάντα ραγιάδες κάποιου. Αν ξέραμε καλά την ιστορία μας θα είχαμε διαγράψει πολλούς υποτιθέμενους «ήρωες» και θα αλλάζαμε πολλά ονόματα δρόμων και πλατειών που φέρουν τα ονόματά τους.
Όταν ο Έλληνας πάει στην Ευρώπη ουσιαστικά πάει στο σπίτι του, αν θεωρήσουμε «εξωτερικό» την Ευρώπη σημαίνει πως είμαστε ακόμα «Ανατολή.»
Μαζί με τον Πρόεδρο Μιτεράν φθάνω στη Νέα Υόρκη για να υπογράψω συμβάσεις με τα αμερικανικά πανεπιστήμια.
Φτάνοντας στο Πανεπιστήμιο μας υποδέχεται ο πρόεδρός του: «Χορεύεις καλαματιανό;» μου λέει και τα χάνω, το όνομα μου John Brademas.”
Στο δείπνο εντυπωσιασμένος ο Μιτεράν σχολιάζει: «Ο Πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης ( Μπραδήμας) και η Πρόεδρος όλων των Πανεπιστημίων του Παρισιού (Γλύκατζη) δεν μίλησαν ούτε γαλλικά, ούτε αγγλικά, αλλά ελληνικά. Ε! αυτό είναι αυτοκρατορία!»
Η Παιδεία μας έχει αποτύχει γιατί στα παιδιά μιλάνε όλοι από την αρχή για επιτυχία, κανείς δεν τους μιλάει για ευτυχία…»

Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ.
1926-2026

Η μαρτυρία ως πράξη αυτοσυνείδησης

Υπήρχε όρκος «στους όρχεις» στην αρχαία Ρώμη;

Στην αρχαία Ρώμη — όπως και σε όλον τον αρχαίο κόσμο — ο όρκος δεν ήταν νομική φόρμα. Ήταν στιγμή κρίσης του εαυτού. Δεν επιβεβαίωνε απλώς ένα γεγονός· αποκάλυπτε μια εσωτερική κατάσταση.

Ο άνθρωπος που ορκίζεται δεν διαβεβαιώνει τους άλλους. Εκτίθεται απέναντι στη δική του συνείδηση. Η μαρτυρία είναι ρήγμα: εκεί όπου η λέξη καλείται να αντέξει το βάρος της ύπαρξης. Αν ψεύδομαι, δεν διαστρέφω μόνο την πραγματικότητα — διασπώ τη σχέση μου με τον εαυτό μου.

Στον αρχαίο κόσμο το σώμα λειτουργούσε ως εγγύηση. Όχι επειδή ήταν υλικό, αλλά επειδή ήταν φορέας συνέχειας. Η επίκληση της γονιμότητας ή της γενεαλογίας δεν ήταν βιολογικός συμβολισμός· ήταν υπαρξιακή διακύβευση. Η αλήθεια συνέδεε το παρόν με το μέλλον. Αν έσπαγε, έσπαγε ο χρόνος μέσα μου.

Σήμερα ο όρκος έχει μετατραπεί σε διαδικασία. Η ευθύνη έχει μεταφερθεί στον θεσμό. Στον αρχαίο κόσμο, όμως, η ευθύνη δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί. Η αλήθεια ήταν πράξη αυτοσυνείδησης. Ήσουν αληθινός όχι επειδή το απαιτούσε ο νόμος, αλλά επειδή διαφορετικά διαλυόσουν εσωτερικά.

Η μαρτυρία, τελικά, είναι μια μορφή ελευθερίας.

Να σταθείς απέναντι στον λόγο σου και να τον αντέξεις.

Ή να χαθείς μέσα του.

Υπήρχε όρκος «στους όρχεις» στην αρχαία Ρώμη

Ορισμένες αρχαίες πηγές και μεταγενέστεροι σχολιαστές αναφέρουν ότι:

Σε παλαιότερες ρωμαϊκές (και ίσως ετρουσκικές) παραδόσεις, ο άνδρας μπορούσε να αγγίξει τα γεννητικά του όργανα όταν ορκιζόταν, ως συμβολική πράξη επίκλησης της ανδρικής τιμής, της γονιμότητας και των προγόνων του.

Δηλαδή κάποιος έλεγε έμμεσα: «Αν ψεύδομαι, ας πληγεί η γενεαλογική μου συνέχεια.»

Η ανδρική γονιμότητα θεωρούνταν ιερή και συνδεδεμένη με τους θεούς και τους προγόνους.