Το ελληνικό αναψυκτικό που αντέχει 90 χρόνια απέναντι στις πολυεθνικές

Μέσα σε μια αγορά με πολυεθνικές εταιρείες κολοσσούς που κονταροχτυπιούνται για τα μερίδια, σε μια αγορά που θυμίζει τη μάχη «Δαυίδ και Γολιάθ», οι ελληνικές επιχειρήσεις δίνουν το δικό τους αγώνα και πολλές φορές ξεχωρίζουν. Ειδικά στην αγορά των αναψυκτικών τα πράγματα εξελίσσονται δύσκολα. Τα τελευταία χρόνια, σε μια αγορά που οι πολυεθνικές ελέγχουν τα μεγαλύτερα μερίδια οι πιέσεις αυξάνονται.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της IRI, τα αναψυκτικά καταγράφουν πτώση 7,3% σε αξία και 11,4% σε όγκο διατηρώντας την αρνητική πορεία των τελευταίων ετών. Το 2016 έκλεισε για την κατηγορία των μη αλκοολούχων με απώλειες 5,9% σε αξία και 8,6% σε όγκο, ενώ κάπως έτσι φαίνεται να διαμορφώνεται και το 2017.
Σε όρους αξίας, οι πωλήσεις μη αλκοολούχων ποτών εκτιμάται ότι αγγίζουν το ποσό των 1,5 δισ. ευρώ.
Μερίδιο από αυτή την πίτα του 1,5 δισ. ευρώ διεκδικούν και μικρότερες επιχειρήσεις, ενώ τη δική της θέση έχει μία Κρητικιά. Η «Φήμη».
Πρόκειται για μια οικογενειακή επιχείρηση που κρατάει στη δύσκολη αγορά των αναψυκτικών, για περισσότερα από 90 χρόνια.
Η επιχείρηση μεγαλούργησε από τη δεκαετία του 1960 μέχρι το 1980, ενώ αντιστάθηκε στην εισβολή μεγάλων πολυεθνικών στην ελληνική αγορά.
Η δε σχέση της εταιρείας με την παράδοση και τον τόπο της Κρήτης είναι ιδιαίτερη και άρρηκτη. Οι χυμοί και τα αναψυκτικά «Φήμη» φτιάχνονται από το 1925 έως σήμερα σ’ένα μέρος: τις Αγιές Παρασκιές στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Η ιστορία ξεκινάει από το Βασίλη Ζηδιανάκη το 1925. Η Κρήτη είχε πρόσφατα ενωθεί με τη μητέρα Ελλάδα και είχε δεχτεί ένα μεγάλο κύμα προσφύγων με την ανταλλαγή των πληθυσμών και τα αγροτικά προϊόντα του νησιού είναι ο βασικός τροφοδότης της οικονομίας και ξεκινούν οι πρώτες απόπειρες παραγωγής αναψυκτικών αφού τα φρούτα και ειδικά τα λεμόνια είναι άφθονα στο νησί.
Τότε που οι περιβόητοι «λεμονατζήδες» βγαίνουν στους δρόμους με τις «παγωμένες» σε χωριά και πόλεις. Άλλωστε η λεμονάδα ήταν το δροσερό αναψυκτικό του καλοκαιριού.
Ο πατριάρχης της οικογένειας Ζηδιανάκη ο Βασίλης, ήταν ο πρώτος «λεμονατζής» της Φήμη.
Το 1925 ο Βασίλης Ζηδιανάκης, στο ισόγειο του σπιτιού του, στις Αγιές Παρασκιές, μέσα στο επονομαζόμενο «Υποδηματοποιείον», ξεκινάει την χειροκίνητη εμφιάλωση σε πορσελάνινο μπουκάλι. Περνάει στο επόμενο στάδιο από αυτό των πλανόδιων «λεμονατζήδων» και ανοίγει τη δουλειά.
Η λεμονάδα μπαίνει σε μπουκάλια στο ισόγειο του πατρικού του Βασίλη Ζηδιανάκη και η οικογενειακή επιχείρηση κάνει τα πρώτα της βήματα στην Κρήτη.
Τα χρόνια που ακολουθούν τα μπουκάλια της Φήμης φορτώνονται σε γαϊδουράκια και ταξιδεύουν από χωριό σε χωριό στην Κρήτη… Η εταιρεία επιβιώνει στον πόλεμο και η διαδικασία παραγωγής και εμφιάλωσης παραμένει ίδια μέχρι και το 1950.
Λεμονάδα στην αρχή, πορτοκαλάδα, γκαζόζα και το περιβόητο μπυράλ αργότερα όλα μπαίνουν σε μπουκάλια και ταξιδεύουν στην Κρήτη.
Από το 1960 ο ηλεκτρισμός κάνει την εμφάνισή του σε πόλεις και χωριά και τότε ξεκινούν οι αλλαγές. Αναλαμβάνει την οικογενειακή επιχείρηση ο Βαγγέλης Ζηδιανάκης και βάζει το θεμέλιο εργοστασιακό λίθο αλλάζοντας την κλίμακα της παραγωγής. Διατήρησε τον οικογενειακό χαρακτήρα της επιχείρησης και παράλληλα προχώρησε σε εκσυγχρονισμό του παραγωγικού εξοπλισμού, ακολουθώντας την πλέον προχωρημένη τεχνολογία εκείνης της εποχής.
Από το 1974 η εμφιάλωση γίνεται σε γυάλινες φιάλες με πώμα και η επιχείρηση αλλάζει στέγη, πάλι στις Αγιές Παρασκιές.
Σταδιακά η οικογενειακή επιχείρηση εξελίχθηκε από μια μικρή οικοτεχνία σε μια πολλά υποσχόμενη βιοτεχνία.
Ωστόσο εκείνα τα χρόνια η Φήμη όπως είναι φυσικό βρίσκεται αντιμέτωπη με μεγάλες αλλαγές. Στη δεκαετία του 80 τα αναψυκτικά τύπου Cola γίνονται της μόδας και είναι η περίοδος που οι περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις αναψυκτικών δεν αντέχουν και βάζουν λουκέτο. Η επέλαση των μεγάλων και ισχυρών έχει αρχίσει και οι μικρές τοπικές εγχώριες επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους άμυνας βλέποντας τα μερίδιά τους να μειώνονται. Το μπυράλ φεύγει από τη μόδα, τα σινεμά που αποτελούσαν σταθερά σημεία μεγάλων πωλήσεων, αρχίζουν να «πέφτουν» όσοι οι τηλεοράσεις μπαίνουν στα σπίτια και οι αλλαγές που γίνονται δεν αφήνουν κανέναν ανεπηρέαστο.
Η εταιρεία ωστόσο καταφέρνει να κρατηθεί και να περάσει στα επόμενα χρόνια. Έφτιαξε προϊόντα τύπου cola, άλλαξε τις συσκευασίες σε αυτές που ζητούσε η αγορά, κράτησε όμως τα παραδοσιακά της στοιχεία.
Το 2000 περίπου άλλαξε νομική μορφή και έγινε μια ανώνυμη εταιρεία. Ο Βασίλης Ζηδιανάκης, εγγονός του ιδρυτή, οδήγησε τη «Φήμη» στη νέα χιλιετία, καθώς την ανέλαβε από το 2000 και άνοιξε τη «Φήμη» σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και της Κύπρου.
Σήμερα η «Φήμη» κρατάει την ίδια συνταγή από τα πρώτα εκείνα χρόνια, παραμένει στην ελληνική αγορά και έχει εξελιχθεί σε μια εταιρεία με σύγχρονα μηχανήματα για την εμφιάλωση των αναψυκτικών με μια γραμμή παραγωγής δυναμικότητας 4,5 τόνων την ημέρα σε γυάλινο μπουκάλι, καθώς και μια γραμμή παραγωγής πλαστικών φιαλών τύπου PET.
πηγή newsbeast.gr
Novartis: Ποιοί πραγματικά είδαν το…χρώμα του χρήματος;
Μία πραγματική ιστορία από το παρελθόν θα σας διηγηθώ σήμερα, ικανή πιθανόν να βοηθήσει εκείνους που ψάχνουν να βρουν που πήγαν και ποιοί πήραν τελικά τα 40, τα 50, εκατομμύρια από τις μίζες της Novartis και κάθε …Novartis που προωθεί εδώ και σε δεκάδες άλλες χώρες τα προιόντα της.
Η μέθοδος όλων των μεγάλων πολυεθικών, είναι καρμπόν: Επηρροή στις επιτροπές των υπουργείων που καθορίζουν για τις προμήθειες τους όρους και τις προδιαγραφές των υπηρεσιών-προιόντων, επηρροή στα μεγάλα ΜΜΕ, “κίνητρα” με bonus σε λογαριασμούς ή μέσω άλλων παροχών στους dealers.
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 1992…
Εισηγμένη στο Χρηματιστήριο εταιρεία, κατά τα ειωθότα της εποχής, είχε αναθέσει σε δημοσιογράφο το γραφείο τύπου και το…νταλαβέρι. Οι μετοχές ήταν χαρτιά και ένα τεράστιο πακέτο από αυτά, έφθασε στα γραφεία χρηματιστηριακής εταιρείας που είχε αναλάβει το …market making της μετοχής.
Δημοσιογράφος, νέος στο χώρο του χρηματιστηριακού ρεπορτάζ, άλλαξε το αυτοκίνητό του, κάνοντας χρήση της απόσυρσης. Τον βλέπει με το νέο ΙΧ παλαιότερος συνάδελφος και του λέει:
“Καλορίζικο! Βλέπω, πιάσανε τόπο τα χαρτιά του Χ…” Ποιά χαρτιά;” ερωτά ο “μικρός”.
“Οι μετοχές που πήρες και εσύ από το γραφείο …”, ήταν η απάντηση.
Τρελάθηκε ο “μικρός”, που ιδέα δεν είχε από την υπόθεση και σαν καλός ρεπόρτερ που ήταν, έψαξε την ιστορία από όλες τις πλευρές (και από την πλευρά του ιδιοκτήτη της εισηγμένης τον οποίο και γνώριζε, χωρίς όμως να έχει μαζί του δοσοληψίες) και τι διαπίστωσε;
Διαπίστωσε ότι ο δημοσιογράφος που είχε αναλάβει το γραφείο τύπου της εισηγμένης αλλά και να μοιράσει…χαρτί σε συναδέλφους του, είχε δώσει στη χρηματιστηριακή εταιρεία μία λίστα με ονόματα που ΘΑ έπαιρναν τις μετοχές.Από τη λίστα των 30, πήραν χαρτιά μόνο οι 5 και όλοι οι υπόλοιποι …έμειναν με τη ρετσινιά της ύπαρξης του ονόματός τους στη λίστα!
Όλα τα χαρτιά, τα πήρε εξ ονόματός τους, ο …τσεπάκιας δημοσιογράφος του γραφείου τύπου!
Οι θιγόμενοι δημοσιογράφοι, κάλεσαν τον…τσεπάκια για να του ζητήσουν εξηγήσεις και το απείλησαν πως θα τον καταγγείλουν στο συνδικαλιστικό όργανο. Τότε εκείνος, κλαίγοντας, τους παρακάλεσε να μην το κάνουν, γιατί στην πραγματικότητα, τα χαρτιά δεν τα πήρε αυτός, αλλά ο εκδότης και ο διευθυντής του(!) στην εφημερίδα που εργαζόταν, καθώς “έβλεπαν πως είναι μέσα στα κόλπα και τον απείλησαν με απόλυση και διασυρμό, αν δεν φροντίσει να έχουν και αυτοί μερτικό από τη χαρτούρα”!
Όπως τελικά αποδείχθηκε, ο τσεπάκιας, πήρε τις μετοχές, τις πούλησε και… έκανε μία ωραία μπίζνα στο χωριό του…
Ο εισηγμένος επιχειρηματίας, όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση τον απέλυσε, αλλά εκείνος, βρήκε τον τρόπο να συνεργαστεί με επόμενο, μεθεπόμενο και …πάει λέγοντας.
Το συμπέρασμα: Τα λεφτά από μίζες δεν τα παίρνουν πάντα όσοι αναφέρονται σε λίστες. Κάλλιστα μπορεί να τα πάρει είτε αυτός που φτιάχνει τη λίστα, είτε αυτός που αναλαμβάνει …να μοιράσει χαρτί, ισχυριζόμενος, αν τον πιάσουν, πως ένας…Μεγάλος κρύβεται πίσω από την υπόθεση και αυτός είναι ο τελικός αποδέκτης της μίζας…
Βασίλης Βαλαμβάνος, [email protected]










