Οι Έλληνες και το νυχάκι στο δάχτυλο του μικρού χεριού


Το 1890 η Ελλάδα είχε 27 μαθητές στην τελευταία τάξη της μέσης εκπαίδευσης σε κάθε χίλιους κατοίκους, ενώ η Γαλλία είχε 26, η Ρουμανία 15 και οι ΗΠΑ μόνο 11 . Το 1885 σε κάθε 10.000 κατοίκους, το Βέλγιο είχε 9,6 φοιτητές, η Νορβηγία 8,5, η Γερμανία είχε 5,6, η Μεγάλη Βρετανία 4,0, η Ιταλία 3,0 και η Ελλάδα, πρώτη, είχε 10,6 φοιτητές χωρίς να υπολογίσουμε και τους Έλληνες φοιτητές του εξωτερικού.
Το 1889 η Ελλάδα είχε 214 υπαλλήλους σε κάθε 10.000 κατοίκους και η Αγγλία είχε μόνο 73. Κάποιος ξένος που επισκέφθηκε την Ελλάδα εκείνη την εποχή έκανε την παρακάτω παρατήρηση:
Οι Έλληνες είναι ο μοναδικός λαός που, χωρίς θρησκευτικό λόγο αφήνει το νυχάκι στο δάχτυλο του μικρού χεριού χωρίς να το κόβει. Θέλει να φαίνεται από μακριά πως δεν εργάζεται χειρωνακτικά.
Από καλό οι άνθρωποι; Τα χωράφια τα είχαν οι τσιφλικάδες και τα μοναστήρια, βιομηχανία δεν υπήρχε ούτε και άλλος δρόμος!
Τώρα, στη Δύση ανέβαιναν τα σκαλοπάτια της κοινωνικής ιεραρχίας μέσα από τις δυνάμεις της αγοράς, και έτσι ανέβαιναν οι πιο ανταγωνιστικοί και ο σωστός άνθρωπος έπιανε τη σωστή δουλειά.
Στην Ελλάδα και για όλο αυτό το διάστημα που μιλάμε με πιο κριτήριο διαλέγαμε τους ικανούς και τους δίναμε τις ανώτερες θέσεις; Σίγουρα η γνώση της αρχαίας γλώσσας ήταν ένα κριτήριο. Όσο λιγότεροι τον καταλάβαιναν όταν μιλούσε τόσο πιο ψηλά ανέβαινε.
Αλλά το μεγαλύτερο προσόν για κάποιον ήταν το μέσον. Στην Ελλάδα ακόμα καί σήμερα ποτέ δε μέτρησε το τι ξέρεις. Πάντα μετρούσε το ποιον ξέρεις. Γι’ αυτό άλλωστε έχουμε και τόσα ρητά και παροιμίες που έχουν σχέση με το μέσον:

«Έχει μπάρμπα στην Κορώνη».
«Να διαθέτεις τουλάχιστον ένα από τα τρία μ, αν θέλεις να ανεβείς».
Ή:
Κάποτε στην κορυφή του απότομου γκρεμού συναντήθηκε ο αετός με το σαλιγκάρι. Έκπληκτο το σαλιγκάρι ρωτά τον αετό: Εσύ πώς τα κατάφερες και ανέβηκες τόσο ψηλά; Και ο αετός απάντησε: Ανοιξα τα φτερά μου, πέταξα και ήρθα. Εσύ σαλίγκαρε, πες μου, πώς τα κατάφερες; Ρώτησε ο αετός. Και το σαλιγκάρι απάντησε: Έρποντας, δια τον σιέλου και των κεράτων. Όποιος είχε μέσον μπορούσε να γίνει υπάλληλος και να σωθεί.
Και ο I. Ράλλης είχε βαφτίσει πάνω από 1000 παιδιά, χίλια υποψήφια σαλιγκάρια, τουλάχιστον.

***

 “Πορεία προς τον άνθρωπο” – Πούλος Παν. Πούλος
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com
– Donald loves us // “Γιορτάζοντας την ελληνική ανεξαρτησία, θυμόμαστε την κοινή μας κληρονομιά. Ανανεώνουμε την εμπιστοσύνη μας στο ότι οποιαδήποτε πρόκληση κι αν εμφανιστεί στο μέλλον, θα την αντιμετωπίσουμε μαζί.” Ο Αμερικανός πρόεδρος καλωσόρισε στο Λευκό Οίκο εκπροσώπους της Ομογένειας για την καθιερωμένη ετήσια εκδήλωση για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου, εξέφρασε μάλιστα την πεποίθηση ότι θα βρίσκεται για 7 ακόμα χρόνια στο Λευκό Οίκο για να γιορτάζει την εθνική μας επέτειο… 

Που βρήκες τα λεφτά ρε;

Print Friendly and PDF
-A +A
Του Δημήτρη Καμπουράκη
Γνώρισα κάποτε έναν τύπο που αν και ήταν καταφανώς φαιδρή και αλλοπρόσαλλη προσωπικότητα, είχε βγάλει πολλά λεφτά στην ζωή του. Όχι με κομπίνες, ούτε μια φορά κατά τύχη, αλλά με πολλές και απανωτές δουλειές που όλες του ‘βγαιναν. Πέτρα έπιανε ο άτιμος, χρυσάφι γινόταν.

Αυτό το -φαινομενικά- ασυμβίβαστο ανάμεσα στον χαρακτήρα του και την επιτυχία, με διαόλιζε. Ρώτησα κάποιον που είχε συνεργαστεί μαζί του. Μου ‘δωσε την ακόλουθη εκπληκτική εξήγηση: «Ας πούμε ότι εγώ, εσύ κι εκείνος, βγαίνουμε μαζί σ’ ένα μπαλκόνι που βλέπει σε μια πλατεία η οποία είναι ασφυκτικά γεμάτη με κόσμο. Εμείς οι δυο θα δούμε από κάτω μας ένα χαοτικό και άναρχο άθροισμα ανθρώπων δίχως κανένα χαρακτηριστικό. Το δικό του μάτι όμως, θα διακρίνει αμέσως μέσα στο πλήθος τρεις διαφορετικές αγορές. Και θα τρέξει μετά να τους πουλήσει αυτό που έχουν ανάγκη. Και θα τους το πουλήσει πανάκριβα, διότι αυτός ανακάλυψε την αγορά. Αυτό είναι το προσόν του. Το ‘χει μόνο ένας στις εκατό χιλιάδες κι αυτός ο ένας πλουτίζει πολύ».
Γιατί θυμήθηκα αυτή την ιστορία; Διότι η ελληνική κοινωνία έχει έναν διαχρονικό αρνητικό εθισμό απέναντι σε κείνους τους ολίγους, που είτε λόγω κεκτημένων προσόντων και μεθοδικότητας, είτε λόγω εσωτερικής ικανότητας, καταφέρνουν να βρεθούν με παραπάνω χρήματα στην τσέπη απ’ όσα διαθέτει ο μέσος όρος. Πάντα έτσι ήταν ο Έλληνας (η περίφημη μεσαία τάξη δεν ήταν μόνο στυλοβάτης της κοινωνίας και της οικονομίας, είχε και τις κατάρες της) όμως τα τελευταία χρόνια το χούι αυτό επενδύθηκε με συγκεκριμένα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Με δυο λόγια, νομιμοποιήθηκε. Πρώτα στην μαζική κοινωνική συνείδηση και μετά στο ίδιο το κρατικό εποικοδόμημα μέσω της τεράστιας φορολογίας και της ασφάλισης που είναι φορολογία.
Η περιβόητη «ταξική προκατάληψη» των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, μαζί με την συλλήβδην καταγγελία του παλιού «κλεπτοκρατικού» πολιτικού συστήματος, οδήγησαν σε μια κοινής αποδοχής εξίσωση: Πλούσιος ή ευκατάστατος ισούται με ένοχο. Δεν υπάρχουν ικανοί, καταφερτζήδες, έξυπνοι, τυχεροί ή μορφωμένοι που απολαμβάνουν το αποτέλεσμα των κόπων και των δεξιοτήτων τους, υπάρχουν μόνο κλέφτες, απατεώνες και κομπιναδόροι που πλούτισαν κλέβοντας τα λεφτά των άλλων. Και όχι γενικώς των άλλων, αλλά ειδικώς των φτωχών και των καταφρονεμένων. Μην υποτιμάτε διόλου αυτή την βολική μαζική δοξασία, που υποβιβάζει συλλήβδην την οικονομική επιτυχία σε πρακτική υποκόσμου. Είναι ικανή να καταστρέψει ή έστω να καθηλώσει ανεπανόρθωτα μια κοινωνία.

Η κλασσική σοσιαλδημοκρατική συνταγή «τα σημερινά τους κέρδη, είναι οι αυριανές επενδύσεις και οι μεθαυριανοί φόροι και θέσεις εργασίας» δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί μέσα σε τέτοιο κλίμα. Ο D. Gros σε προχθεσινή συνέντευξη του στον Γιώργο Φιντικάκη τονίζει ότι καμιά χώρα δεν μπορεί ν’ αναπτυχθεί πραγματικά μόνο με λίγες μεγάλες ξένες επενδύσεις, αν οι ίδιοι οι κάτοικοι της δεν επενδύσουν τα κεφάλαια τους στο εσωτερικό της. Με φοροασφαλιστική πολιτική όμως που απαγορεύει σε κάποιον να βάλει έστω κι ένα ευρώ στην τσέπη σε εισοδήματα άνω των 60.000 ευρώ τον χρόνο και με κλίμα ταξικού μίσους στα πέριξ, ποιος θα επενδύσει το περίσσευμα των χρημάτων του για να δημιουργήσει μια μικρή επιχείρηση;

Με μια κοινωνική συνείδηση που θεωρεί τον εύπορο όχι εν δυνάμει κεφαλαιούχο, αλλά κλέφτη που πρέπει να γυρίσει τα λεφτά και να τιμωρηθεί για την πράξη του, ποια κυβέρνηση θα τολμήσει να κατευθύνει τα οικονομικά περισσεύματα του κράτους σε μειώσεις φόρων προς επιχειρήσεις και όχι σε διαμοιρασμό επιδομάτων; Κι όταν ακόμα και τα πρόστιμα της τροχαίας διαχωρίζουν τους κάτω των 50.000 (που θα πληρώνουν απλό πρόστιμο) και τους άνω των 50.000 (που θα πληρώνουν διπλό για την ίδια παράβαση) πως ο απλός πολίτης να μην διαπνέεται από τιμωρητική λογική για τον πλουσιότερο γείτονα του;
Η περίφημη «ταξική μεροληπτικότητα» που τόσο περήφανα διατυμπανίζουν οι κυβερνώντες αριστεροί, δεν καταλήγει μόνο να τιμωρεί αντί να επιβραβεύει τον τύπο με το «καλό μάτι» που περιέγραψα στην αρχή του κειμένου. Σε βάθος χρόνου καταλήγει να αποτρέπει και μας τους δυο άσχετους που βγαίνουμε στο μπαλκόνι μαζί του, από το να διδαχθούμε απ’ αυτόν πως θα βγάλουμε χρήματα.

Πρώτον, διότι το επιχειρηματικό κέρδος είναι de facto ενοχοποιημένο στα μάτια μας και δεύτερον διότι μαθαίνουμε να ζούμε μέσω της ελάσσονος προσπάθειας. Κι αν το κάνει ο διάολος και οξυνθούν πολύ τα πράγματα πάνω στο μπαλκόνι (στην κορύφωση της ταξικής πάλης) τον πετάμε και κάτω αφού του πάρουμε το κλεμμένο χρήμα απ’ την τσέπη. Όσο για το τι θα φάμε την άλλη μέρα, όλο και κάποιο επίδομα θα βρεθεί στον δρόμο μας…

Sorry Like You Mean It
Έσπασε τη σιωπή του ο Mark Zuckerberg, στον απόηχο των αποκαλύψεων για τη μαζική διαρροή δεδομένων χρηστών του Facebook στην Cambridge Analytika, και… δεν είπε και τίποτα ιδιαίτερα συγκλονιστικό. 
Παραδέχτηκε ότι έγιναν λάθη από την πλευρά της εταιρείας, εξήγησε ότι στην προκειμένη περίπτωση τα ελαττώματα στα συστήματα του Facebook που έκαναν δυνατή τη διαρροή έχουν διορθωθεί εδώ και χρόνια, όμως δήλωσε ότι θα εξεταστούν όλα τα apps που στο παρελθόν είχαν αντίστοιχη πρόσβαση σε σημαντικό όγκο πληροφοριών για να σιγουρευτεί ότι δεν υπάρχουν άλλες “Cambridge Analytica” εκεί έξω. Φάνηκε θετικός ακόμη και απέναντι στο ενδεχόμενο ενός αυστηρότερου ρυθμιστικού πλαισίου – βέβαια τα παραδείγματα που ανέφερε επηρεάζουν περισσότερο όσους διαφημίζονται στην πλατφόρμα παρά το ίδιο το Facebook. 
Δήλωσε ότι λυπάται πραγματικά γι’ αυτό που συνέβη και δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό, αφού πρόκειται για τη μεγαλύτερη κρίση που έχει αντιμετωπίσει μέχρι στιγμής η εταιρεία του και έχει ήδη κοστίσει στην κεφαλαιοποίησή της 50 δισεκατομμύρια δολάρια. Όμως, το να λυπάσαι για κάτι που συνέβη δεν είναι το ίδιο με το να ζητάς συγγνώμη…