Των θυρών κεκλεισμένων

Των θυρών κεκλεισμένων

Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σ’ αντικρίζει κι ευθύς αναρωτιέται:
πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανθίζει αδοκήτως;
ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο ρούμιος εορταστής.
Paratum est cor meum για τη σπουδαία θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μ’ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόση ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.

Γ. Παπατσώνης

Με πυξίδα και ζυγαριά (μικρό διήγημα)

«Με πυξίδα και ζυγαριά».

Το άκουσα τυχαία.

Καθόμουν στο διπλανό τραπέζι, σε ένα μικρό καφέ, σε ένα ήσυχο στενάκι λίγο πιο κάτω από τη πολύβουη πλατεία Συντάγματος, όταν —χωρίς πρόθεση να ακούσω— η φράση αυτή έφθασε στα αυτιά μου, είχε κάτι που σε τραβούσε..

«Εγώ», είπε, «στη ζωή μου χρησιμοποιώ δύο πράγματα: πυξίδα και ζυγαριά».

Ο φίλος του χαμογέλασε, σαν να περίμενε τη συνέχεια.

«Με την πυξίδα χαράζω την πορεία μου», συνέχισε.

«Ξέρω πού θέλω να πάω. Όχι πάντα με ακρίβεια, αλλά με σιγουριά ως προς την κατεύθυνση».

Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε και ο ίδιος τα λόγια του.

«Και με τη ζυγαριά μετρώ τα αποτελέσματα. Βλέπω τι πήγε καλά, τι όχι. Τα αξιολογώ… και συνεχίζω».

Ο άλλος έγνεψε καταφατικά. Ήταν από εκείνες τις κουβέντες που μοιάζουν απλές, αλλά δεν είναι.

Απλές — με μεγάλη ουσία.

Κοίταξα ασυναίσθητα προς το μέρος τους. Δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Δύο νεαροί άνθρωποι της διπλανής πόρτας.

Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, μου φάνηκαν σαν να κουβαλούσαν κάτι παραπάνω.

Σκέφτηκα πόσοι ξεκινούν χωρίς πυξίδα — και χάνονται.

Και πόσοι προχωρούν χωρίς ζυγαριά — και νομίζουν πως προχωρούν.

Εκείνος πλήρωσε τους καφέδες τους, σηκώθηκε και είπε απλά:

«Το δύσκολο δεν είναι να ξεκινήσεις. Είναι να διορθώνεις πορεία χωρίς να χάνεις τον προορισμό».

Έφυγαν.

Έμεινα για λίγο ακόμη στο τραπέζι, σκεφτόμουν.

Μήπως η ζωή δεν είναι ούτε σίγουροι δρόμοι ούτε αταλάντευτοι προορισμοί;

Μάλλον μοιάζει με μια συνεχή διόρθωση.

Και ίσως η πυξίδα και η ζυγαριά να είναι τα μόνα εργαλεία που μας συνοδεύουν στον βηματισμό μας.

ΚΜ

Εξοχική Λαμπρή❞ (απόσπασμα)— Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπαρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνῃ ὡς οὐδεὶς ἄλλος τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα δι᾽ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.
Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπαρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἑπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς·
― Χριστὸς Ἀνέστη! ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας!
Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν·
― Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Παπά μ᾽, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπά σ᾽ καὶ τὰ παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! νὰ ζήσῃς, νὰ τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾽ νὰ τρέξῃς καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Νὰ χαίρεσαι, μ᾽ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνιψιὲ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! μὲ μιὰ καλὴ νύφη, νὰ ζήσῃς, νὰ χαρῇς! ἐβίβα ὅλοι! Τέ-περ-τε*! Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλὴ λευθεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα μὲ τὸ καλό!
Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξεν ἡ πόσις.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ, κατ᾽ ἄλλον ὅμως στενώτερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναῖκά του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾽ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν·
― Μπρόμ!
― Πιὲ κὶ δό μ᾽!
― Μὲ κρασί!
― Καλῶς τ᾽ν ἀγάπη μ᾽ τὴ χρυσῆ!
Καὶ πιὼν αὐτός, μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθήν, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ᾄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.
Ἀλλ᾽ ὁ ἰδιορρυθμότερος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπαρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς ταχτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῷα, πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτῶνα μὲ ἀνοικτὰς χειρῖδας, βραχεῖαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτοκάρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπαρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιὲς» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτο ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπαρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε, ― νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!…
Ὁ μπαρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη κατ᾽ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς· Κ᾽στὸ - μπρὲ - Κ᾽στὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θ α ν ά τ ω ν, θάνατον μ π α τ ή σ α ς, κ᾽ ἔ ν τ ο ι ς - ἔ ν τ ο ι ς μνήμασι, ζωὴν π α μ μ α κ ά ρ ι σ τ ε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾽ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδείς ποτε ἔψαλεν ἱερὸν ᾆσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἐξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην· «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν…»

Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!